Γεράσιμος Λαβράνος – Νίκος Λαβράνος (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)
Γεράσιμος Λαβράνος – Νίκος Λαβράνος (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)

 

Πέθανε την 24/3 στα 80 του ο Γεράσιμος Λαβράνος. Ο κερκυραίος συνθέτης, που είχε γεννηθεί το 1935 και που, για πολλά χρόνια, πρωταγωνίστησε στα ελληνικά και διεθνή πάλκα και τη δισκογραφία.

 

Οι περισσότεροι από ’μας μπορεί να τον θυμόμαστε για τις μουσικές που έγραψε σε κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως τις «Ζητείται Ψεύτης» (1961), «Ο Ατσίδας» (1962), «Η Σωφερίνα» (1964), «Νύχτα Γάμου» (1967), «Το Κορίτσι και το Άλογο» (1973) κ.ά., όμως ο Λαβράνος είχε μια πολυδιάστατη καριέρα, με τα soundtracks να αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος της γενικότερης προσφοράς του.

 

Ο Γεράσιμος Λαβράνος στα μέσα της δεκαετίας του ’50 (αν και είχε ως βασικό όργανό του το κόρνο) μπαίνει πιανίστας στην ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη. Όπως μου είχε πει και ο ίδιος σε μια συνέντευξη που είχαμε κάνει τον Μάρτιο του 2007 για το «Jazz & Τζαζ»:

«Το ’55 απολύομαι και σχεδόν αμέσως βγαίνω στο επάγγελμα. Είχα τρεις προτάσεις. Ή να συνοδεύσω τη Σοφία Βέμπο σε κάποιες παραστάσεις που θα έδινε στο εξωτερικό, ή να πάω να παίξω στο κλαμπ Μπλε Αλεπού, ή να μπω πιανίστας στην Ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη. Επέλεξα την τρίτη. Μου άρεσε ο Μουζάκης, η ορχήστρα του είχε μια μοντέρνα τζαζ τάση, που μ’ ενδιέφερε. Παίξαμε στα καλύτερα μαγαζιά της εποχής και πρώτ’ απ’ όλα στον Καρυστινό, στη Λιοσίων.

Την άνοιξη του ’55 σαλπάρουμε με το Βασίλισσα Φρειδερίκη για Νέα Υόρκη – θα παίζαμε στην επιστροφή, από Νέα Υόρκη προς Πειραιά. Το καλοκαίρι του ’55 ήμασταν στη Ρόδο με τον Μουζάκη, το χειμώνα του ’55-’56 πάλι στον Καρυστινό και την άνοιξη του ’56 πάλι στην Αμερική, για δεύτερη φορά. Τότε μου έγινε μία σοβαρή πρόταση να μείνω εκεί και να δουλέψω, δεν μπορούσα όμως να στήσω την ορχήστρα, να τους παρατήσω.

Γυρίσαμε πίσω. Παίζω στο Γκρην Παρκ, συνοδεύω, με διάφορες ορχήστρες, τραγουδιστές της εποχής όπως τον Τώνη Μαρούδα, μαζεύω εμπειρίες και, κάπου εκεί, λέω να ξεκόψω από τη νύχτα και να προωθήσω άλλα πράγματα που είχα στο νου μου».

 

Οι περισσότεροι μπορεί να θυμόμαστε τον Γεράσιμο Λαβράνο για τις μουσικές που έγραψε σε κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως τις «Ζητείται Ψεύτης» (1961), «Ο Ατσίδας» (1962), «Η Σωφερίνα» (1964), «Νύχτα Γάμου» (1967), «Το Κορίτσι και το Άλογο» (1973) κ.ά., όμως ο Λαβράνος είχε μια πολυδιάστατη καριέρα, με τα soundtracks να αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος της γενικότερης προσφοράς του.

 

Η δισκογραφία των 45 στροφών αρχίζει να αποκτά «πρόσωπο» στην Ελλάδα των late fifties με τον Αλέξανδρο Πατσιφά και τον Νίκο Καρύδη να συστήνουν, το 1958, την εταιρεία Fidelity. Από τα πρώτα EP της Fidelity ήταν ένα «τεσσαράκι» του Σώτου Παναγόπουλου, μέσα στο οποίο υπήρχε και το «Χέρι-χέρι» (μουσική Γεράσιμος Λαβράνος, στίχοι Κώστας Πρετεντέρης). Το τραγούδι ακούστηκε πολύ, έγινε επιτυχία (τραγουδιέται μέχρι σήμερα) και αποτελεί κατά έναν περίεργο τρόπο το διαβατήριο του Λαβράνου για το εξωτερικό – τόσο νωρίς! Τι είχε γίνει;

«Το τραγούδι το γράφω το ’58 και σχεδόν αμέσως το παίρνει ο Τάκης Μωράκης και το κάνει σε δύο εκτελέσεις, μία για γυναικεία φωνή, τη Λόλα Τσακίρη και μία για ανδρική, τον Σώτο Παναγόπουλο. Γυρίζεται και σε δίσκο το 1959, στην νεοσυσταθείσα τότε Fidelity. Έγινε έκρηξη. Τεράστια επιτυχία. Το είχαν κάνει μπολέρο, λάτιν... ό,τι θέλετε. Ένα από τα γκρουπ που το έλεγαν ήταν το Τρίο Μπραζίλ, οι οποίοι έγιναν πολύ γνωστοί αργότερα στην Ευρώπη ως Τρίο Ατενέ (Trio Athenee). Όταν αυτοί πήγαν στη Γαλλία το είχαν στο πρόγραμμά τους. Κάποια στιγμή το άκουσε ο Λουί Μαριανό (Luis Mariano) και το ερμήνευσε. Ο Μαριανό ήταν κορυφαίο όνομα τότε στη Γαλλία, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης της οπερέτας. Την ίδια εποχή το λέει και η Ζακλίν Μπουαγιέ (Jacqueline Boyer), ενώ γίνεται τζαζ από τον σαξοφωνίστα Γκι Λαφίτ (Guy Lafitte) και τον τρομπετίστα Μπαρελί (Aime Barelli), που είχε συνοδεύσει κάποτε μέχρι και τον Τζάνγκο Ράιχαρντ. Τον Μπαρελί, μάλιστα, τον είχε φέρει στ’ Αστέρια ο Ωνάσης να παίξει για ένα βράδυ».

 

«Ποτέ την Κυριακή» Φεστιβάλ Κανών, Μάιος 1960. Από αριστερά: Κώστας Σεϊτανίδης, Γιώργος Εμιρζάς, Δέσπω Διαμαντίδου, Μάνος Χατζιδάκις, Γεράσιμος Λαβράνος (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)
«Ποτέ την Κυριακή» Φεστιβάλ Κανών, Μάιος 1960. Από αριστερά: Κώστας Σεϊτανίδης, Γιώργος Εμιρζάς, Δέσπω Διαμαντίδου, Μάνος Χατζιδάκις, Γεράσιμος Λαβράνος (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)

 

Τα τρία Φεστιβάλ Τραγουδιού του ΕΙΡ, το 1959, ’60 και ’61 αποτέλεσαν μία ξεχωριστή προσπάθεια προς την κατεύθυνση ανάδειξης του σύγχρονου, τότε, ελληνικού τραγουδιού. Στις τρεις διοργανώσεις είχαν στείλει συνθέσεις τους απαξάπαντες (Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Μίμης Πλέσσας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Κώστας Καπνίσης, Κώστας Κλάββας…). Ανάμεσά τους φυσικά και ο Γεράσιμος Λαβράνος, που προτείνει το τραγούδι του «Το πρώτο χελιδόνι» (Ρένα Βλαχοπούλου-Γιάννης Βογιατζής). Οι επιτυχίες βεβαίως, από την άλλη μεριά, ήταν συνεχείς.

 

 

Το «Χέρι-χέρι» μπορεί να ήταν η αρχή, αλλά ακολουθείται σύντομα από το «Χρόνια πολλά» και την «Παραμυθένια ζωγραφιά» [His Master’s Voice] με το Trio Bel-Canto, το… σλόου ροκ «Αιθέριο λουλούδι» [Fidelity] με τον Γιάννη Βογιατζή, το «Δεν θα μάθεις ποτέ» [Monte Carlo] με τον Δημήτρη Μπαξεβανάκη, το «Καράβια φεύγουνε» [Monte Carlo] με τον Τζίμη Μακούλη, αλλά και άλλα λιγότερο γνωστά τραγούδια, όπως το απίστευτο τζαζ «Ένα βουνό οι λύπες μου» [Philips] με τον Γιώργο Μούτσιο ή το… doomy «Μια νύχτα έκλαψα» [Parlophone] με την Καίτη Μπελίντα.

 


 

Το 1961, το καλοκαίρι, ο Γεράσιμος Λαβράνος γνωρίζεται με τον διάσημο στην εποχή του αιγυπτιο-λιβανέζο συνθέτη Bob Azzam (1925-2004) στα εγκαίνια του Mont Parnes. Εκείνη την εποχή τόσο ο Azzam όσο και ο Λαβράνος είχαν ήδη κάνει επιτυχίες στη Γαλλία –ο πρώτος τον… fox oriental «Mustapha» και ο δεύτερος το «Quand on aime» όπως προείπαμε– με αποτέλεσμα, όταν συναντήθηκαν, οι δυο τους ν’ ανταλλάξουν κατά μίαν έννοια κομμάτια.

 

Αναφέρομαι, κατά πρώτον, στο ελληνικό 45άρι «Mustapha/ Μένω σε κάποια γειτονιά» [Monte Carlo, 1961], στο οποίο τραγουδούσε η Σούλη Σαμπάχ συνοδευόμενη από την ορχήστρα του Λαβράνου. Ιδανική επιλογή ερμηνεύτριας, αφού η αιγυπτιώτισσα τραγουδίστρια και ηθοποιός βρισκόταν στο στοιχείο της. (Ο «Μουσταφάς» ήταν στηριγμένος σε παραδοσιακή, βορειοαφρικανική μελωδία και γαλλοαραβικούς στίχους, και πρωτοπαρουσιάστηκε από τον Bob Azzam και την Ορχήστρα του σ’ ένα EP της γαλλικής Barclay νωρίς το 1960, για να γίνει αμέσως επιτυχία σε όλο τον κόσμο).

 

Η Ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου. Από αριστερά: Γιώργος Λαβράνος κρουστά, Μανώλης Μικέλης πιάνο, Γεράσιμος Λαβράνος τρομπέτα, άγνωστος προς εμένα μουσικός, Νίκος Λαβράνος ντραμς, Νίσος Πανταζής(;) κοντραμπάσο, Ρήγας Σαριτζιώτης(;) φλάουτο, Wally Besser τρομπέτα (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)
Η Ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου. Από αριστερά: Γιώργος Λαβράνος κρουστά, Μανώλης Μικέλης πιάνο, Γεράσιμος Λαβράνος τρομπέτα, άγνωστος προς εμένα μουσικός, Νίκος Λαβράνος ντραμς, Νίσος Πανταζής(;) κοντραμπάσο, Ρήγας Σαριτζιώτης(;) φλάουτο, Wally Besser τρομπέτα (πηγή: facebook / Gerasimos Lavranos)

 

Παράλληλα ο Bob Azzam παίρνει το «Καράβια φεύγουνε» του Λαβράνου –που είχε τραγουδήσει ο Τζίμης Μακούλης σε ετικέτα Monte Carlo το 1961–, και το μετατρέπει σε calypso rock ως «Le grand depart», σκοράροντας στη γαλλική Ριβιέρα. Κάπως έτσι ο Λαβράνος βρίσκεται μ’ ένα δεύτερο τραγούδι να κάνει επιτυχία στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία νωρίς στα χρόνια του ’60, αφού το «Le grand depart» είχε μετατραπεί σε «La tua gioventu», ερμηνευμένο από την Betty Curtis [CGD, 1962]. Όμως, την ίδια περίοδο ένα ακόμη τραγούδι του περνάει τα σύνορα:

«Ήταν το “Απόγευμα της Κυριακής” σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη, που είχε πρωτοπεί ο Τζίμης Μακούλης. Όταν ήρθαν οι Espanoles στην Ελλάδα το είχαν ακούσει, το μετέφεραν στη γλώσσα τους ως “Atardecer de un Domingo” και το έκαναν επιτυχία στην Ισπανία. Το ίδιο κομμάτι το διασκεύασε και ο σαξοφωνίστας Πέδρο Ιτουράλδε (Pedro Iturralde) ένας από τους σημαντικότερους ισπανούς τζάζμεν, ενώ το είχε τραγουδήσει και η Νάνα Μούσχουρη σε έξοχη ενορχήστρωση του Ζακ Ντανζάν (Jacques Denjean).

Οι Espanoles, και αξίζει να το σημειώσω αυτό, ήταν η αφορμή ώστε να γνωρίσω τον Νίκο Αντύπα, τότε διευθυντή της Philips, Polydor, Ελλαδίσκ κ.λπ. με τον οποίο έκανα τις σημαντικότερες δουλειές μου. Το LP, τα “Rebeta Nova”, τις γιάνκες, σε άλλες εκτελέσεις από εκείνες των Forminx και βέβαια διάφορα τραγούδια με την Μαίρη Μοντ, τον Τζίμη Μακούλη, τον Γιάννη Βογιατζή, που τον πίστευα πολύ, και άλλους».

 

Τα δύο EP «Rebeta Nova» [Polydor] που βγήκαν τέλη ’64 με αρχές ’65 ήταν… πρωτοποριακά για την εποχή τους, αφού ο Λαβράνος είχε τη φαεινή ιδέα να διασκευάσει γνωστά λαϊκά σε ρυθμούς της εποχής (shake, bossa nova, cha-cha κ.λπ.). Έτσι τα «Όσο αξίζεις εσύ» (Καλδάρας), «Το ’πες και το ’κανες» (Μακρυδάκης), «Άμα θες να φύγεις, φύγε» (Καλδάρας), «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις» (Καλδάρας), «Κάθε λιμάνι και καημός» (Κατσαρός), «Συννεφιασμένη Κυριακή» (Τσιτσάνης) και «Τα καβουράκια» (Τσιτσάνης) αποκτούν νέο χρώμα μέσα από τις απίστευτα ευφάνταστες νέες εναρμονίσεις και ενορχηστρώσεις.

 


 

Είναι αλήθεια πως η ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου με τον ίδιο στη διεύθυνση και τα διάφορα πνευστά και ακόμη τους Νίκο Λαβράνο ντραμς, Γιώργο Λαβράνο κρουστά, Μανώλη Μικέλη πιάνο, vibes, Wally Besser τρομπέτα, Audrey Grey φωνή, Νίσο Πανταζή μπάσο, Ρήγα Σαριτζιώτη φλάουτο και Στέλιο Καλαθόπουλο τραγούδι έχει φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο, συναγωνιζόμενη επί ίσοις όροις τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές (γιατί στην Ελλάδα τέτοια ορχήστρα, τέτοιου επιπέδου, δεν υπήρχε).

 

Τούτο μαρτυρά όχι μόνο το θρυλικό LP «Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» [Polydor, 1965], εκεί που λάμπουν τα «Ρεγγίνα twist», «Θάλασσα πλατειά» (απίστευτη bossa version της πασίγνωστης σύνθεσης του Χατζιδάκι), «Μπόσα νόβα της Τζένης (Καρέζη)», «Γαλάζια πέτρα» κ.λπ., αλλά και η πορεία της μπάντας στα σαλόνια της Ευρώπης…

 


 

«Εμφανιστήκαμε στο Picadilly στο Λονδίνο, στο Florida Park της Μαδρίτης, στο Blue Note του Άμστερνταμ, στο Bayerisher Hof του Μονάχου, στο Park Hotel του Βισμπάντεν, στο Tabaris της Ζυρίχης, στο παρισινό Hilton, στο Club 58 της Γενεύης, στο Strand Hotel της Στοκχόλμης και αλλού…».

 

Στην Ελλάδα, παράλληλα σχεδόν με τα «Rebeta Nova», o Γεράσιμος Λαβράνος λανσάρει τις ελληνικές γιάνκες. Ηχογραφεί, δε, κομμάτι υπό τον τίτλο «Jeronimo yanka»(!) σε διασκευή δική του (και των Ν. Μαστοράκη, Β. Παπαθανασίου) σχεδόν ταυτοχρόνως με τους Forminx. Κυκλοφόρησε μάλιστα και σε 45άρι [Philips] με πίσω πλευρά το «Kangaroo yanka» (που έμοιαζε κάπως με boogaloo!).

 

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας ο Λαβράνος έβλεπε τη διασκέδαση ν' αλλάζει προφίλ. Αυτό τον στενοχωρούσε. Ήταν έξω από τη δική του λογική... με αποτέλεσμα, πάνω στα πιο μεστά καλλιτεχνικά χρόνια του, ν' αρχίσει να σχεδιάζει τη σταδιακή απόσυρσή του.

 

Όταν όμως το «Jeronimo yanka» με τους Forminx ακολουθούσε το δρόμο προς την κορυφή, το 45άρι του Λαβράνου αποσύρθηκε από την κυκλοφορία (προφανώς, για να μην μπερδεύει ο κόσμους τους… Τζερώνυμο), για να ξαναβγεί με πρώτη πλευρά ένα… «Doint the jenka» (που ήταν ίδιο ακριβώς με το προηγούμενο… λαβρανικό «Jeronimo yanka»). Δηλαδή στη δεύτερη έκδοση είχε αλλάξει, απλώς, ο τίτλος του κομματιού.

 

Ο Λαβράνος, όμως, επειδή ήταν έξυπνος και παρατηρητικός, πρόσεξε πως ένας παραδοσιακός σκοπός της πατρίδας του της Κέρκυρας, η πασίγνωστη «Πέρδικα» (ένας συρτός σε 2/4), έμοιαζε πολύ με την yanka! Δεν ήταν μόνο ίδιος ο ρυθμός (κομμένος στα τέσσερα – σε δύο ή τέσσερα τέταρτα), αλλά έμοιαζε και η μελωδία, ή εν πάση περιπτώσει προσαρμοζόταν άνετα σ’ εκείνη του original φινλανδικού σκοπού (καθότι οι πρώτες γιάνκες ήταν φινλανδικές). Το μόνο που έπρεπε να γίνει ήταν ν’ ανεβούν κάπως οι στροφές, το μπιτ (το τέμπο εννοώ).

 

 

 

Και όντως. Η yanka θα μπορούσε να ήταν εντελώς… κερκυραϊκή (και καθόλου φινλανδική!) με το 45άρι του Λαβράνου «Jerry jenka/ Corfu jenka» [Philips] να το αποδεικνύει περίτρανα. Όχι τυχαίως η yanka χορεύεται ακόμη και σήμερα στην Κέρκυρα… λόγω και των τουριστών.

 

Ο Λαβράνος ήταν από τους πρωτοπόρους της soul στην Ελλάδα. Όπως διαβάζουμε στο περιοδικό «Πάνθεον» (#311, 8/11/1967):

«Ένα άγνωστο για τον τόπο μας είδος μουσικής, νέο και για την Ευρώπη, την σόουλ μιούζικ μάς μαθαίνει ο Γεράσιμος Λαβράνος με το συγκρότημά του, που επέστρεψαν από την διετή περιοδεία τους στην Ευρώπη. Την σόουλ μιούζικ λανσάρησε ο Ότις Ρέντινγκ κυρίως, που τώρα κατέκτησε τον κόσμο. Το σώου του Λαβράνου, που παρουσιάζει σε κεντρικό νυχτερινό κέντρο, με ξένους τραγουδιστές, go-go girls, φωνητικά και ηχητικά εφφέ, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα».

 

Αλλά και στους «Μοντέρνους Ρυθμούς» [#93, 22/11/1967]:

«Ο Γεράσιμος Λαβράνος ανεβαίνει στην πίστα (της Αθηναίας) και μας δίνει την ευκαιρία να απολαύσουμε κομμάτια του Τζαίημς Μπράουν, του Ότις Ρέντινγκ και του Γουίλσον Πίκετ. Η έγχρωμη λυγερόκορμη Τσικίτα Γκόρντον από την Τζαμάικα, φωτομοντέλο και μανεκέν, καθώς και ο εξαίρετος Φράνκι Σκιν συνοδεύουν τα τραγούδια με ωραιότατα φωνητικά. Όταν αποφασίζουμε να φύγουμε το ρολόι δείχνει τις μίνι ώρες της νύχτας… Και στο μυαλό μας εναλλάσσονται οι ρυθμοί του Γεράσιμου Λαβράνου με τα μίνι των go-go girls, της Τζόαν και της Μπάρμπαρα».

 

Το τι γινόταν στην Αθηναία (επί της Πανεπιστημίου 6) μας το δείχνει σ’ ένα… μικρό βαθμό το κλιπ από την ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Νύχτα Γάμου» (1967) με τον Κώστα Βουτσά, τη Μάρθα Καραγιάννη κ.ά. Top soul music, όπως δεν ακούστηκε και δεν παίχθηκε ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα, από έλληνες μουσικούς. (Ο Γεράσιμος Λαβράνος είναι με το μαύρο κοστούμι και την τρομπέτα…).

 


 

Το Φθινόπωρο 1968 (τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο) διοργανώνεται στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το «III Festival Internacional Da Canção Popular» – ένα από τα σημαντικότερα, παγκόσμια, φεστιβάλ τραγουδιού της εποχής. Αν όχι το πιο σημαντικό. Την Ελλάδα εκπροσωπεί ο Γεράσιμος Λαβράνος με το «Αν θες να ρθης» (στίχοι Ελπίδα Περικλάκη), το οποίο θα ερμήνευε η Μαρινέλλα. Το τραγούδι άρεσε, αφού έλαβε βραβείο «Καλύτερης Καλλιτεχνικής Παρουσίας». Όπως έλεγε ο ίδιος ο συνθέτης στο «Πάνθεον» (#363, 6/11/1968):

«Στο Ρίο Ιανέιρο έζησα τις πιο συγκινητικές στιγμές της καλλιτεχνικής μου καριέρας. Η παρουσία μας εκεί, ανάμεσα σε μια πολύχρωμη Βαβέλ, ήταν απίστευτα έντονη. Στις πρόβες μάλιστα συνέβη και το εξής ανεπανάληπτο γεγονός.

Όταν τελείωσε το τραγούδι μου, όταν έσβησαν και οι τελευταίες νότες του “Αν θες να ρθης” και τα 60 μέλη της ορχήστρας του φεστιβάλ άφησαν τα όργανά τους, σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν παρατεταμένα… Αυτό προκάλεσε μεγάλην αίσθησι σε όσους παρακολουθούσαν τις πρόβες και την άλλη μέρα οι εφημερίδες σχολίαζαν το γεγονός σαν κάτι πρωτάκουστο.

Όμως κάποιος κακοήθης συντάκτης, που προφανώς δεν είδε με καλό μάτι την εύνοια της ορχήστρας στο τραγούδι μου, έγραψε στην εφημερίδα του ότι κατηγόρησα την ορχήστρα του φεστιβάλ… Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξουν παρεξηγήσεις και ψυχρότητα εκ μέρους των μουσικών. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά και η παρεξήγησις διευθετήθηκε.

Από την πρώτη μέρα το ελληνικό τραγούδι μπήκε ανάμεσα στα 20 από τα 33. Η ιδιορρυθμία του ξάφνιασε, όπως… διάβασα στον Τύπο και όλοι ήσαν σίγουροι πως δεν θα έφευγα χωρίς βραβείο. Άλλοι, μάλιστα, μιλούσαν για δύο βραβεία. Ερμηνείας και ενορχηστρώσεως.

Αλλά, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε φεστιβάλ τραγουδιού είναι και φεστιβάλ εταιριών δίσκων και εκδοτικών οίκων. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν αφάνταστα το αποτέλεσμα κάθε παρόμοιας εκδηλώσεως. Εξάλλου κάθε συνθέτης και τραγουδιστής έχει φθάσει στο Ρίο συνοδευόμενος από μάνατζερ, φωτογράφους και δημοσιογράφους, που προωθούσαν κατά κάποιο τρόπο τους δίσκους του…».

 

Η Ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου
Η Ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου

 

Όταν συνάντησα τον Γεράσιμο Λαβράνο, το 2007, δεν είχε εκφράσει ουδεμία πικρία για ’κείνο το αποτέλεσμα (είχαν περάσει και τόσα χρόνια εξάλλου), καθώς η τελευταία κουβέντα του (για τη συγκεκριμένη ιστορία) ήταν μάλλον αποστομωτική:

«Τελικά, κανείς δεν θα μπορούσε να αισθανθεί αδικημένος, όταν η κορυφαία διάκριση του φεστιβάλ είχε πάει στον Τομ Τζομπίμ (Antonio Carlos Jobim) και το “Sabia”».

 


 

Στην Αθήνα του ’68, υπήρχε και μιαν άλλη μουσική σκηνή (πέραν εκείνης των κλαμπ, των μπουάτ ή των λαϊκών μαγαζιών) και η οποία σχετιζόταν με την avant-garde. Ο Γιάννης Χρήστου ήταν ένα διακεκριμένο μέλος της. Θυμόταν ο Γεράσιμος Λαβράνος:

«Θα σας πω μια μικρή ιστορία. Πρέπει να ήταν εκεί γύρω στο ’57-’58, όταν πρόσεξα στο ραδιόφωνο, καθώς οδηγούσα, μια μουσική που μ’ έκανε να τα χάσω. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, απ’ όσα τότε συνηθίζαμε ν’ ακούμε. Σταμάτησα και περίμενα να τελειώσει το κομμάτι, για να μάθω τι ακριβώς ήταν. Έτσι λοιπόν, κάποια στιγμή, βγαίνει ο εκφωνητής και λέει πως... “ακούσατε μια συμφωνία του Γιάννη Χρήστου” – κάτι τέτοιο ήταν, αν θυμάμαι καλά. Ήταν η πρώτη επαφή. Αργότερα τ’ αδέλφια μου, ο Νίκος και ο Γιώργος, έπαιξαν κρουστά στα περισσότερα έργα του, αλλά και ο ίδιος ο Χρήστου ερχόταν στα διάφορα κλαμπ που εμφανιζόταν η Ορχήστρα για να μας ακούσει.

Συνεργαστήκαμε πιο στενά το 1968 στον “Επίκυκλο”, μια παράστασή του που είχε γίνει στο Χίλτον (σ.σ. 20/12/1968). Στο έργο υπήρχε ρόλος για τζαζ αυτοσχεδιασμό κι ήμουν κι εγώ εκεί, μαζί με 6-7 μουσικούς. Ο Χρήστου ήταν συμβολιστής και πάντα τον σεβόμουν. Ο κόσμος μπορεί να μην καταλάβαινε, συνήθως, τι ήθελε να πει, όμως ο ίδιος είχε πολύ ξεκάθαρες απόψεις και ήξερε τι έκανε. Στον “Επίκυκλο” υπήρχαν παραμορφωτικοί ήχοι, εφέ, θίασος επί σκηνής, τζαζ ορχήστρα, ενώ συμμετείχε ελεύθερα και το κοινό. Ήταν μια ομάδα που διάβαζε εφημερίδες και τις οποίες, στο τέλος, τις έτρωγε... Φαίνεται πως ο Χρήστου είχε πιάσει νωρίτερα από τον καθένα τη λειτουργία και την επίδραση της υπερπληροφόρησης στην καθημερινή ζωή...».

 

Στα τέλη των sixties ο Γεράσιμος Λαβράνος θα κάνει μερικές εξαιρετικές ηχογραφήσεις με την Τζένη Βάνου (υπήρξε, εξάλλου, ο νονός της, μια δεκαετία νωρίτερα, εκείνος που την έκανε από Ευγενία Βραχνού… Τζένη Βάνου). Τα τραγούδια αυτά που είναι τζαζ και… blues, βγήκαν σε δύο LP ετικέτας Panivar – το πρώτο ως «Σ’ Αγαπώ» (1972) και το δεύτερο ως «Αν μ’ αγαπούσες» (1976). Μερικά απ’ αυτά ήταν τα: «Ο άνθρωπός μου», «Τι με κυττάς» και «Η βροχή ήρθε πάλι» (άγνωστο, αλλά κορυφαίο τραγούδι τόσο για τον Λαβράνο όσο και για τη Βάνου).

 


 

Στα πρώτα χρόνια του ’70, ο Λαβράνος «ανοιχτός» πάντα στα νέα ρεύματα βοηθά τα συγκροτήματα της εποχής, τους Πελόμα Μποκιού, τους Poll, τα Ανάκαρα κ.ά. με τα οποία επιμελείται «προγράμματα» σε κέντρα της εποχής. Τη σεζόν ’71-’72 π.χ. οι Poll αποτελούν βασική ατραξιόν στο κλαμπ «Ελατήριον» (Χέυδεν και Αριστοτέλους), σ’ ένα πρόγραμμα που είχε δημιουργήσει ο κερκυραίος συνθέτης. Λίγο αργότερα το συγκρότημα θα τον τιμούσε στο δεύτερο άλμπουμ του, το «Poll», μ’ ένα… ρόλο στο κόμικ, που συνόδευε το long-play (ήταν ο Γεράσιμος Ντο Ρε Μι).

 

Παρά ταύτα από τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας ο Λαβράνος έβλεπε τη διασκέδαση ν’ αλλάζει προφίλ. Αυτό τον στενοχωρούσε. Ήταν έξω από τη δική του λογική… με αποτέλεσμα, πάνω στα πιο μεστά καλλιτεχνικά χρόνια του, ν’ αρχίσει να σχεδιάζει τη σταδιακή απόσυρσή του.

 

Μπορεί το περίφημο «Χάλυ γκάλυ» πότε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (από τη «Σωφερίνα»), πότε με την Αλέξια, πότε με την Ελένη Τσαλιγοπούλου κ.λπ., να υπενθυμίζει στους πολλούς το όνομά του, όμως, στην πράξη ο ίδιος ήταν πλέον μακριά. Όπως μου είχε πει και σ’ εκείνη τη συνέντευξη του 2007:

«Η αλλαγή στάσης ξεκινά με τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας. Εκείνη την εποχή βρισκόμασταν με την ορχήστρα στην Ισπανία. Εγώ είχα αντιληφθεί ήδη ότι τα καλλιτεχνικά πράγματα, αυτά τουλάχιστον που ενδιέφεραν εμένα, δεν πήγαιναν καλά. Βασικά δεν ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα. Είχαμε ήδη μια καλή συνεργασία με τους (Los) Hermanos Castro, ένα εξαιρετικό μεξικάνικο σχήμα, με μεγάλες επιτυχίες στις λατινικές χώρες και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε για Αμερική – Ακαπούλκο, Λας Βέγκας και τέτοια. Έγινε η χούντα και το πράγμα χάλασε.

Εννοώ πως αρκετοί από τους μουσικούς ήθελαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, για να δουν τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους και όλο εκείνο το σκηνικό που ετοιμάζαμε διαλύθηκε. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα διαπίστωσα με τον καιρό, όλα αυτά τα οποία φοβόμουνα. Οι ορχήστρες είχαν εξαφανιστεί από τη διασκέδαση και προβάλλονταν περισσότερο τα γκρουπάκια και τα τότε σκυλάδικα. Σταμάτησα. Έκανα βέβαια κάποιες επιλεγμένες εμφανίσεις, όπως στο φεστιβάλ στο Ρίο, αλλά γενικά ήμουν εκτός. Ήταν μια συνειδητή επιλογή. Ήμουν οργισμένος. Διαφωνούσα με την πορεία που έπαιρνε η μουσική και το σώου, και κρατήθηκα μακριά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησα να ασχολούμαι, να γράφω τραγούδια, να παρακολουθώ τις εξελίξεις. Και σήμερα υπάρχουν ωραίες, νέες φωνές. Εκείνοι που περνάνε κρίση είναι οι δημιουργοί. Εύχομαι λοιπόν, κάποια στιγμή, το πράγμα να ισορροπήσει και πάλι. Όσον αφορά εμένα, ένα θα σας πω. Ευτυχώς που δεν βιοπορίζομαι από την καλλιτεχνία...».