Ο Καλλιφατίδης λέει πολλά για τον σουηδικό ρατσισμό και για τον τρόπο που τον βίωσαν εκείνοι οι Έλληνες του ’60.
Ο Καλλιφατίδης λέει πολλά για τον σουηδικό ρατσισμό και για τον τρόπο που τον βίωσαν εκείνοι οι Έλληνες του ’60.

 

 

Για το πώς βίωσαν τη ξενιτιά οι Έλληνες στη Σουηδία τη δεκαετία του ’60 μαρτυρά το θαυμάσιο, αλλά δυσεύρετο σήμερα βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη «Με Λένε Στέλιο» [Πλειάς, Αθήνα 1974].

 

Το βιβλίο είχε κάνει τεράστια εντύπωση στη Σουηδία, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ως «Utlänningar» (Μετανάστες) το 1970 από τις εκδόσεις Bonniers, για να γίνει λίγο καιρό αργότερα (1972) και ωραία ταινία από τον Johan Bergenstråhle (“Jag Heter Stelios”) – μια ταινία την οποία είχαν συνδράμει διάφοροι συμπατριώτες μας, που ζούσαν τότε στη σκανδιναβική χώρα, όπως ο φωτογράφος-φωτιστής Ανδρέας Μπέλλης ή η ηθοποιός Δέσποινα Τομαζάνη.

 

Ο Καλλιφατίδης λέει πολλά για τον σουηδικό ρατσισμό και για τον τρόπο που τον βίωσαν εκείνοι οι Έλληνες του ’60. Μεταφέρω ένα μικρό δείγμα:

 

«(…) Πολλοί Σουηδοί καυχιούνται πως δεν έχουν κανένα λόγο οι ξένοι να διαμαρτύρονται. Κατά κάποιο τρόπο βέβαια έχουν και δίκιο: ο ξένος έχει πεινάσει, έχει κρυώσει, έχει καταδιωχτεί κ’ έχει μείνει χωρίς δουλειά στη χώρα του. Σ’ αυτό το επιχείρημα όμως κρύβεται κάτι που θα ’θελα να ονομάσω ‘ανομολόγητο ταξικό διαχωρισμό’: νομίζουν δηλαδή πως πρέπει να του αρκεί του ξένου που έχει εξασφαλίσει ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Δεν εμπιστεύονται τη θέλησή του να μπει μέσα σ’ αυτή την καινούρια κοινωνία, και να δημιουργήσει, όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά με μια ενεργό συμμετοχή σε όλους τους τομείς της σουηδικής ζωής. Ένας Σουηδός φίλος μού είπε κάποτε: ‘Μπορεί να γίνεις όσο καλός είναι δυνατόν, καλύτερος όμως από ένα Σουηδό δεν θα γίνεις ποτέ’. Έτσι αισθάνονται οι πιο πολλοί ξένοι. Φτουράνε μέχρι να βρεθεί κάποιος Σουηδός.(…)».

 

 

 

Ένας από τους πολλούς Έλληνες της Σκανδιναβίας της εποχής (Δανία στην αρχή, Σουηδία στη συνέχεια) ήταν και ο Πάνος Σαββόπουλος. Γνωστός, σήμερα, για τις εκπομπές του τις σχετικές με τα ρεμπέτικα σε τηλεόραση και ραδιόφωνο, τα ανάλογα βιβλία κ.λπ., τότε όμως (1973) απλώς ένας τραγουδοποιός (με πτυχίο πολιτικού μηχανικού), που αποφασίζει να αναζητήσει καλύτερη τύχη στον ευρωπαϊκό βορρά. Όπως μου είχε πει και ο ίδιος παλιότερα:

 

«Από τον πρώτο καιρό που βρίσκομαι στην Στοκχόλμη, μπλέκω με τα καλλιτεχνικά παίζοντας κιθάρα και πιάνο. Έμαθα πολύ γρήγορα τη γλώσσα και προσεγγίζω το σουηδικό ραδιόφωνο παρουσιάζοντας ελληνική μουσική. Παρότι δεν είχα μεγάλη δισκοθήκη προσπαθούσα να βγάλω μια ποικιλία μέσα απ’ αυτή. Είχα διαπιστώσει από πολύ νωρίς, σε σχέση με το ραδιόφωνο, ότι είχα την ικανότητα να στήνω το ‘παραμύθι’. Μάλιστα είχα πάρει πολύ καλές κριτικές ακόμη και από μια ρατσιστική (για τα σουηδικά δεδομένα) εφημερίδα, για μια εκπομπή που είχα κάνει τότε σε σχέση με τον καφέ, τους τελάληδες και τις ταφικές συνήθειες στην Ελλάδα. Ήταν ένα πολύ μικρό σημείωμα, αλλά ζουμερό. Ο Σουηδός δεν κάθεται να ‘λιβανίσει’. Γενικά, υπήρχε ελευθερία και έκανες ό,τι ήθελες. Πολλές φορές, μάλιστα, σε βοηθούσαν κιόλας. Άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, πάντως σε βοηθούσαν. Είχα συμμετάσχει εκείνα τα χρόνια σε πολλές εκδηλώσεις, όμως εκείνο που με είχε τραβήξει περισσότερο ήταν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση».

 

 

 

Tα Χριστούγεννα του 1980 στο δεύτερο κανάλι της σουηδικής τηλεόρασης, το TV2, ο Πάνος Σαββόπουλος μαζί με την Αντιγόνη Δήμου παρουσιάζουν ένα εορταστικό πρόγραμμα, διάρκειας περίπου 100 λεπτών με θέμα τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα τα ελληνικά, όπως τα γιόρταζαν οι Έλληνες στη Σουηδία, αλλά και τα σουηδικά – όπως, επίσης, μπορεί να τα γιόρταζαν οι Έλληνες μαζί με τους Σουηδούς στις μεικτές οικογένειες ή τις παρέες.

 

Αυτό που είναι εντυπωσιακό και εντελώς «προχωρημένο», ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, είναι πως οι δύο παρουσιαστές μιλούσαν στη TV στην ελληνική – με τους σουηδούς θεατές να διαβάζουν μέσω υπότιτλων!

 

Φαντάζεστε, τώρα, εκπομπή με αλβανούς π.χ. παρουσιαστές στην ελληνική τηλεόραση (κρατική, δημόσια, ιδιωτική… πείτε την όπως θέλετε) να παρουσιάζουν δικά τους συγκροτήματα, να μιλούν στη γλώσσα τους, κι εμείς να διαβάζουμε από τα «γράμματα»; Δεν το φαντάζεστε ε; Ούτε κι εγώ. Δεν φταίμε εμείς, η φαντασία μας τα φταίει…

 

 

 

Ποιοι ήταν, λοιπόν, οι έλληνες καλλιτέχνες που θα πλαισίωναν τη σουηδική, χριστουγεννιάτικη εκπομπή και που θα δημιουργούσαν τον πιο ισχυρό πόλο μιας… εθιμικής τηλεοπτικής περιπέτειας, διανθισμένης με κάλαντα, χριστόψωμα και καλικαντζάρους;

 

Η Δόμνα Σαμίου με τον Πέτρο Καλύβα στο κλαρίνο, η Ευγενία Φακίνου με τη δική της Ντενεκεδούπολη και βεβαίως ο Διονύσης Σαββόπουλος με την Οπισθοδρομική Κομπανία (Ελευθερία Αρβανιτάκη τραγούδι, Γιάννης Εμμανουηλίδης μπουζούκι, Στράτος Στρατηγόπουλος κιθάρα, Άγγελος Σφακιανάκης μπαγλαμάς, Πέτρος Εξαρχάκος ακορντεόν), που εκείνη την εποχή (χειμώνας 1980-81) συνεργάζονταν στον Σκορπιό, στην Πλάκα, στην παράσταση «Γιγανταιώρημα»…

 

 

 

Η εκπομπή αξίζει σε όλη τη διάρκειά της, αποτελώντας ένα άψογο «χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα», για να μη μιλήσω για ένα πρώτης τάξεως ντοκουμέντο. Αμφιβάλλω, δηλαδή, αν υπάρχει προγενέστερη καταγραφή τέτοιας τεχνικής αρτιότητας με τόσο παλιά… Οπισθοδρομική και τόσο ενθουσιώδη Σαββόπουλο.

 

Τα δέοντα στον Πάνο Σαββόπουλο, που φρόντισε να περάσει το VHS στο YouTube καλώντας όλους εμάς στο ίδιο τραπέζι…

 

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!