Από συναυλία εθνικιστών skinheads στην Λάρισα
Από συναυλία εθνικιστών skinheads στην Λάρισα

 

Ο Μάρκος (ας τον λέμε έτσι) είναι απ' τους καλύτερους ανθρώπους που ξέρω. Συμπονετικός, χαμηλών τόνων, δοτικός, ενδιαφέρων. Συχνά σε μια κουβέντα μπορεί να τον καπελώσουν και δε μοιάζει να τον νοιάζει καθόλου. Μακάριος: αυτή είναι η λέξη.

 

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι δεν ήταν πάντα έτσι, ήταν όταν αναφέρθηκε η Χρυσή Αυγή. Φάνηκε πως ήξερε αρκετά γι' αυτήν, παρ' ό,τι παρουσιαζόταν ως ορκισμένος αντιφασίστας. «Μα είμαι ορκισμένος αντιφασίστας» εξήγησε, «γιατί τα έζησα από μέσα, κι ευτυχώς άλλαξα μυαλά...»

 

Δεν ήταν λοιπόν πάντα αυτός ο καλός και συμπαθητικός άνθρωπος ο Μάρκος, και να η ζωή του όπως μου την αφηγήθηκε ξανά (γιατί εκείνη την πρώτη φορά μου είχε πει κάποια πράγματα) με αφορμή το αφιέρωμα του LIFO.gr.

 

Ξέρεις ποιο ήταν το χειρότερο; Ότι κοπανούσαμε και γυναίκες. Την πλήρωναν για αυτές που μας απέρριψαν ή μας απάτησαν. Ειδικά όταν χτυπούσα γυναίκα, βράδια στο δρόμο με την παρέα, ένιωθα λες και είχα πάρει κοκαϊνη - σα να ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου.

 

«Κοίταξε να δεις. Εγώ στα τέλη της δεκαετία του '80 ήμουν ροκαμπιλάς. Κι η παρέα μου έτσι ήταν. Ακούγαμε ροκαμπίλι, σαϊκομπίλι και γενικά ήμασταν σκινάδες. Ξέρεις τι είναι σκινάδες... Skinheads.

 

Ναι, ήταν κάπως κουλ ο ναζισμός και ο Χίτλερ, με την έννοια ότι έμοιαζαν στα μάτια μας όλα αυτά με υπερδύναμη -ήμασταν γύρω στα 20 τότε. Τα σύμβολα, το πολύ κόκκινο, η μάτσο αισθητική, οι συνωμοσιολογικές φήμες ότι οι ναζί είχαν ανακαλύψει φοβερές τεχνολογίες που κρύβονταν στην κούφια γη ή κάτω απ' τον Βόρειο Πόλο ή κι εγώ δεν ξέρω πού, όλα αυτά μας εξίταραν αρκετά.

 

Τότε βέβαια η Χρυσή Αυγή δεν ήταν κόμμα και τα μέλη της ήταν ελάχιστα. Δεν γίναμε μέλη, ήμασταν μάλλον υπερβολικά διανοούμενοι και σκεπτόμενοι για κάτι τέτοιο, ξέρεις, είχαμε τη μουσική μας, βλέπαμε καλές ταινίες, διαβάζαμε. Αλλά είχαμε και κάτι κοινό μαζί τους: μας ενθουσίαζε η ζωώδης βία.

 

Τώρα μου φαίνεται τελείως τρελό, ακόμα και που το λέω, μιας και τώρα είμαι το πιο ειρηνικό και απαθές άτομο, αλλά τότε ήταν σα ναρκωτικό το να βαράω κόσμο. Σαν ένα φυσικό χάι. Λογικά θα ήταν η αδρεναλίνη και η αίσθηση πως είσαι παντοδύναμος. Επίσης κάπου ήθελα να ξεσπάσω για όσα συνέβαιναν στο σπίτι - ο μπαμπάς μου μας πλάκωνε ελαφρώς στο ξύλο, και μετά κατάλαβα ότι είναι τελείως στερεοτυπική συμπεριφορά: Τα θύματα bullying γίνοντα κι αυτοί bullies στο τέλος. Ένας φαύλος κύκλος.

 

Από συναυλία εθνικιστών skinheads στην Λάρισα
Από συναυλία εθνικιστών skinheads στην Λάρισα

 

Με δυο λόγια θέλω να πω ότι ποτέ δεν είχα την ναζιστική ιδεολογία αυτήν καθ' αυτήν: Νομίζω ότι την χρησιμοποιούσα ως δικαιολογία (όπως και τη μουσική, το ντύσιμο και όλη τη κουλτούρα των σκινάδων) για να βγάλω από μέσα μου τις ανασφάλειές μου και να νιώσω πιο δυνατός. Δεν ήμασταν και ρατσιστές, δεν υπήρχαν ξένοι εξάλλου τότε ακόμη στην Αθήνα.

 

Βγαίναμε και πίναμε τα βράδια, και πηγαίναμε γυρεύοντας για καβγά. Ναι, είχαμε ακριβώς την τακτική του bully - συνασπιζόμασταν εναντίον ενός, αυτού που έμοιαζε πιο του χεριού μας, και ξεσπούσαμε πάνω του. Δεν χρειαζόταν να κάνει και πολλά. Μια λάθος κίνηση, το παραμικρό, ήταν αρκετό. Καμιά φορά, αν κανένας δεν προσφερόταν μόνος του στο πιάτο κάναμε μόνοι μας μανούρα, ας πούμε έλεγα σε έναν που δε μας κοιτούσε καν: «Τι κοιτάς ρε;». Και έτσι ξεκινούσαν όλα.

 

Ξέρεις ποιο ήταν το χειρότερο; Ότι κοπανούσαμε και γυναίκες. Την πλήρωναν για αυτές που μας απέρριψαν ή μας απάτησαν. Ειδικά όταν χτυπούσα γυναίκα, βράδια στο δρόμο με την παρέα, ένιωθα λες και είχα πάρει κοκαϊνη - σα να ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου. 

 

Δεν είχαμε προβλήματα με την αστυνομία. Δεν είχε τύχει. Φροντίζαμε πάντα να χτυπάμε σε φάσεις που είχαμε καλυμμένα τα νώτα μας. Μια φορά μας είχαν σταματήσει δυο αστυνομικοί που είχαμε κυκλώσει έναν τύπο με γυαλιά που είχαμε αποφασίσει ότι ήταν «αδερφή» και μας λένε «Τι κάνετε εδώ;» Ο ένας αστυνομικός πήγε να μας συλλάβει αλλά ο άλλος αναγνώρισε έναν απ' την παρέα από μια συνάντηση της Χρυσής Αυγής και μας άφησαν.

 

Δεν μπορούσα να πιστέψω την ατυχία μου - έτσι το έβλεπα τότε να φανταστείς, ότι ήμουν άτυχος που με αναγνώρισε, όχι ότι αυτός ήταν άτυχος που τον τραμπούκισα!

 

Πέρασαν τα χρόνια, και δεν ξέρω πώς -ίσως το ότι έφυγα απ' το σπίτι κι απομακρύνθηκα απ' το τοξικό περιβάλλον και απ' το ξύλο του πατέρα μου- άρχισα να ηρεμώ και να ωριμάζω. Ξέκοψα απ' την παρέα σταδιακά, άφησα τα μαλλιά μου να μακρύνουν, και ελάττωσα το αλκοόλ - πολύ σημαντικό αυτό.

 

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '90 γνώρισα και μια κοπέλα που ήταν άγγελος πραγματικός. Η πιο καλοσυνάτη και ειλικρινής γυναίκα που είχα γνωρίσει ποτέ - νομίζω ότι και αυτή με βοήθησε πολύ να ξεπεράσω το θυμό που είχα και να μην είμαι πια ο bully που ήμουν μικρότερος.

 

Μια μέρα βγήκαμε με τον αδερφό της που σπούδαζε στην Κομοτηνή κι είχε έρθει Αθήνα για λίγο, και στην αρχή δεν κατάλαβα ποιο ήταν το πρόβλημα, αλλά αυτός ήταν πολύ ψυχρός και σχεδόν ταραγμένος. Η φάτσα του δε μου έλεγε τίποτα (ήμασταν πάντα τύφλα όταν δέρναμε στο δρόμο κόσμο) αλλά αυτός θυμόταν τη δική μου.

 

Από συναυλία εθνικιστών skins στην Λάρισα
Από συναυλία εθνικιστών skins στην Λάρισα

 

Όλο το βράδυ δε μου μιλούσε ο αδερφός της και δεν ήξερα γιατί, ούτε κι η κοπέλα μου ήξερε. Μετά, όταν χωριστήκαμε αυτός προφανώς της τα είπε όλα, ότι δηλαδή αναγνώρισε αυτόν που τον είχε κλωτσήσει στο πρόσωπο χωρίς λόγο 6-7 χρόνια νωρίτερα.

 

Η κοπέλα μου πρέπει να έπαθε σοκ, και την καταλαβαίνω. Με πήρε τηλέφωνο την επόμενη μέρα ουρλιάζοντας κι εγώ καταντράπηκα. Δεν μπορούσα να πιστέψω την ατυχία μου - έτσι το έβλεπα τότε να φανταστείς, ότι ήμουν άτυχος που με αναγνώρισε, όχι ότι αυτός ήταν άτυχος που τον τραμπούκισα! Αλλά όπως και να το δεις ήταν τελείως κινηματογραφική ανατροπή όλο αυτό το πράγμα. Αν δε μου είχε συμβεί θα έλεγα ότι το επινόησε κάποιος.

 

Σε εκείνη τη φάση να πω ότι είχε περάσει πάνω από μια πενταετία που δεν είχα αγγίξει άνθρωπο και ήμουν αρκετά αλλαγμένος. Έτσι, με πολύ πολύ άγχος ζήτησα και βρεθήκαμε με τον αδερφό της και τους τα είπα αυτά, ζήτησα συγγνώμες, του ζήτησα να μου κάνει μήνυση και πως θα αποδεχτώ την ενοχή μου κλπ.

 

Κάποτε κατόρθωσα να συγχωρήσω (αν και όχι 100%) τον εαυτό μου, και όταν γνώρισα την κοπέλα με την οποία είμαστε και σήμερα μαζί, εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, της τα είπα όλα απ' την αρχή για να ξέρει.

 

Πέρασαν καναδυό μήνες με μια περίεργη κατάσταση. Αυτός είπε ότι με συγχωρεί και ξαναγύρισε στην Κομοτηνή για σπουδές, η κοπέλα μου είπε κι αυτή ότι με συγχώρεσε αλλά το έβλεπα ότι δεν μπορούσε να το ξεπεράσει -όχι μόνο το τι άνθρωπος είχα υπάρξει (και μπορεί να ξαναγινόμουν;) αλλά και τι είχε συμβεί με τον αδερφό της, κι εγώ γενικά ήμουν πολύ χάλια. Είχα τύψεις, και ένιωθα πάρα πολύ άσχημα - μετά άρχισα να σκέφτομαι όλους αυτούς που τραμπουκίσαμε κατά καιρούς, ότι όλοι ήταν αδέρφια κάποιου, παιδιά κάποιου, πόσο μπορεί να τους είχε επηρεάσει μετά, τι απωθημένα μπορεί να τους άφησε, πόσοι απ' αυτούς έγιναν bullies εξαιτίας μου. Κάποιοι κιόλας μπορεί να είχαν τραυματιστεί σοβαρά.

 

Μέχρι που ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με ένα θύμα μου δεν είχα πολυσκεφτεί τίποτα απ' αυτά που σου είπα. Είχα καταφέρει και τα είχα απωθήσει πολύ πετυχημένα. Τα είχα καταχωνιάσει στο μυαλό μου και δεν τα σκεφτόμουν, αλλά τώρα πια είχαν επανέλθει και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο.

 

Πήγα να γίνω αυτοκαταστροφικός, άρχισα να πίνω πάλι, χώρισα την κοπέλα μου (αυτή ήταν μια καλή ιπποτική κίνηση, το πιστεύω ακόμα και σήμερα) γιατί όντως της άξιζε κάποιος καλύτερος. Να μην αρχίσω τώρα τα μελό...

 

Κάποτε κατόρθωσα να συγχωρήσω (αν και όχι 100%) τον εαυτό μου, και όταν γνώρισα την κοπέλα με την οποία είμαστε και σήμερα μαζί, εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, της τα είπα όλα απ' την αρχή για να ξέρει. Με βοήθησε πολύ αυτή.

 

Αυτό που μου τη δίνει πιο πολύ είναι η δικαιολόγηση του bullying με το σκεπτικό ότι «Εντάξει, κι εμείς όταν ήμασταν παιδιά ματώναμε απ' τον πετροπόλεμο, παλεύαμε κλπ κλπ». Ναι βρε στόκε, έπαιζες πετροπόλεμο με τη θέλησή σου και πάλευες με παιδιά που ήθελαν να παλέψετε - δεν έβαζες στη μέση ένα τρομαγμένο παιδί και του πετούσατε όλοι πέτρες. Εγώ το έκανα και το μετάνιωσα. Και με πονάει ακόμα και σήμερα και μακάρι να μπορούσα να έβρισκα όλους αυτούς που χτύπησα κάποτε και να τους πω ένα πράγμα:

«Λυπάμαι, ήμουν ένας τεράστιος μαλάκας.»