ΤΟ ΓΑΤΟΨΑΡΟ

Ένα διήγημα του Ηλία Κολοκούρη για τη διαδικτυακή ρητορική μίσους

Well I wish I was a Catfish,
Swimming in,
Lord, the deep blue sea.
I'd have a, all you pretty women,
fishin' after me.
Oh Yeah.

When I went down, my girlfriend's house.
And I sat down,
Lord, on her front step.
And she said a, come in now Jimi.
My husband just now left.
Well there's two, two trains runnin',
but there's not one,
Lord, that's goin' my way.
You know there's a one train runnin' at midnight.
Other one leave just for a day.

Catfish Blues (arr. Jimi Hendrix)

Εχεις στη λίστα των φίλων σου κανέναν αποδημήσαντα εις Κύριον; Εγώ έχω έναν. Για αρκετό καιρό τον έβλεπα συχνά πυκνά στον ύπνο μου. Το Γατόψαρο.

Φθονούσα πάντα τον Ανδρέα το Γατόψαρο, από το δημοτικό σχολείο. Ο Ανδρέας πάντοτε έκανε παρέα με τα πιο ωραία και νόστιμα κορίτσια της τάξης. Τον ζήλευα, γιατί τις καταλάβαινε και έπαιζε μαζί τους. Όλες οι ωραίες τρέχανε πίσω του. Η Δέσποινα, με το όμορφο μαλλί της καρεδάκι, στερεωμένο στη λευκή στέκα της, του τσιμπούσε διαρκώς τα μάγουλα με τα κοντά κοντά δάχτυλά της και τον χάιδευε στον σβέρκο και του έκανε όλα εκείνα τα ναζάκια και τα παιγνίδια που ήθελα να κάνει σε εμένα. Επίσης, ο Ανδρέας το Γατόψαρο πάντοτε γνώριζε τι συνέβαινε στον ακατανότητο κόσμο των κοριτσιών. Όταν η Κάτια έλαβε τον ανώνυμο κρίνο μαζί με το σκοπίμως ανορθόγραφο ραβασάκι, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, ο Ανδρέας γνώριζε γιατί η Κάτια έβαλε τα κλάμματα, με ποιον ήθελε να τα φτιάξει η Κάτια και από ποιον είχε καταλάβει ότι προήρχετο ο ανώνυμος ανθός. Ενώ εμείς; Εμείς δεν γνωρίζαμε τίποτε. Ήμασταν τυφλοί, στο άρρεν σκοτάδι, στα σκισμένα γόνατα και στη μπάλα.

Ο Ανδρέας δεν έπαιζε ποτέ μαζί μας ποδόσφαιρο, αλλά ήταν πρώτος στο βόλει και στο τρέξιμο. Και στο φατούρο. Δηλαδή, φωνάζαμε “Φατούροοοοο!” και τρέχαμε όλοι κατά πάνω στον Ανδρέα και τον χτυπάγαμε μέχρι να πέσει κάτω. Εκείνος πάσχιζε με μια φωνή εντόμου, μια ρινική απελπισία να τραυλίσει “Γιατί ρε παιδιά;” αλλά δεν τον άκουγε κανείς. Γιατί άραγε; Γιατί είχε πλάκα. Ας είμαστε ειλικρινείς, το φατούρο, αυτή η ομαδική βιαιοπραγία ήταν μια απόλαυση για όλους μας. Ώρες – ώρες τον λυπόμουν, και μια φορά που είχαν αποφασίσει ότι θα του ανοίξουν τη μύτη και τον χτυπούσαμε επί δέκα ολόκληρα λεπτά, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, του είχα πιάσει γερά τη μύτη ώστε να μη σπάσει. Δεν έσπασε τελικά, χτύπησε το κουδούνι και πήγαν όλοι στις τάξεις τους. Έμεινα πίσω, τον ρώτησα “Καλά είσαι ρε;” και εκείνος ψέλλισε “Τώρα θα δείτε όλοι σας”. Την επόμενη μέρα με κάλεσε ο διευθυντής να με ρωτήσει γιατί είχα δείρει τον Ανδρέα το Γατόψαρο και με ποιο δικαίωμα τον φώναζα “γατόψαρο”. Μάλιστα. Την μία και μοναδική φορά που είχα επιλέξει να μην τον δείρω, αλλά να τον προστατέψω όπως όπως, με είχε καρφώσει, μόνον εμένα από όλα τα μαγκάκια του σχολείου.

Η αδερφή μου τα πήγαινε αρκετά καλύτερα με τον Ανδρέα. Παίζανε και κούκλες μαζί στο σπίτι, αν είναι δυνατόν. Είχα σιχαθεί την εταιρεία παιγνιδιών El Greco, ήθελα να τους βάλω φωτιά να καούν. O Ανδρέας είχε τον Τζον Τζον με τη μπλε φόρμα του σκι, ενώ η αδερφή μου είχε την Bibi bo σε ροζ αποχρώσεις, μαζί με ποδήλατο και ρούχα μπαλέτου. Τόσο πολλή παρέα κάνανε, που όταν γέννησε η σκύλα του Ανδρέα, εκείνος προσφέρθηκε να μας δώσει ένα κουτάβι. Ο πατέρας μου υπήρξε σαφής “Μόνο αρσενικό μπορούμε να πάρουμε, δεν γίνεται να τρέχουμε για στειρώσεις και τέτοια. Θέλουμε σκυλί – φύλακα!”. Και εγένετο Μπούμπης! Μα Μπούμπης; Ήταν όνομα αυτό για σκυλί; Αφ' ενός η σιχαμάρα που έθρεφα για τον ίδιο τον Ανδρέα και τους κοριτσίστικους τρόπους του, αφ' ετέρου αυτό το άθλιο όνομα, τι Μπούμπης, τι Μπούλης, δεν το χώνεψα ποτέ αυτό το κωλόσκυλο. Καφέ χρώματος, με τα αυτιά κάτω, ούτε ράτσας ούτε κοπρίτης, ένα έρημο μπάσταρδο που κούναγε όλη την ώρα την ουρά του, δεν μπορούσε να περπατήσει καλά και γέμιζε τον τόπο κίτρινες κίτρινες σβουνιές. Άσε που δεν φαινόταν καλά καλά το τέτοιο του. Μικρό ήταν βέβαια, κουτάβι, θα το βλέπαμε με τον καιρό. Δεν τον άντεχα τον Μπούμπη, κι ας ήθελε παιγνίδι όλη την ώρα, γιατί μου θύμιζε τον Ανδρέα το Γατόψαρο. Πώς γινόταν να έχουμε δεχτεί για σκυλί – φύλακα ένα κουτάβι από ένα παιδί που όλοι το φωνάζανε Γατόψαρο;

Παρ' όλα αυτά το δεχτήκαμε το σκυλί, το μεγαλώσαμε, το μάθαμε να έρχεται και να κάθεται όταν φωνάζαμε “Μπούμπη κάτω”. Περνούσε ο καιρός κι εκείνος γάβγιζε σε ό,τι έβρισκε. Γάτες, μηχανάκια, φορτηγά με ψάρια. Μετά από περίπου ενάμιση χρόνο ο Μπούμπης άρχισε να παχαίνει ακατανόητα. Έτρωγε τον περίδρομο είναι η αλήθεια, και αυτό ήταν το μόνο στο οποίο συνεργαζόμασταν. Πήγαινα και του άδειαζα κάθε πρωί όλο το ζεστό γάλα που δεν ήθελα να πιω, κι εκείνος το κατέβαζε μονορούφι. Άσπριζε η μουσούδα του και τον σκούπιζα καλά καλά. “Ναι, μαμά, το ήπια, είμαι έτοιμος να φύγουμε” φώναζα και του έκλεινα το μάτι συνωμοτικά. Και όλα τα μπλιαχ τα κατέβαζε, χόρτα, φασολάκια φρέσκα, αγκινάρες και φακές. Αλλά δεν δικαιολογούσαν όλα αυτά την κοιλάρα που είχε κάνει ο Μπούμπης. Κανείς δεν καταλάβαινε γιατί πάχαινε και όλο πάχαινε το σκυλί. Ώσπου μια μέρα ο Μπούμπης γέννησε. Μάλιστα, γέννησε. Τέσσερα μικρά μικρά κουταβάκια που ποιος ξέρει πού τα είχε συλλάβει και εμείς δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Όλη μέρα στην αυλή, κάποιος σερνικός μπήκε και ο Μπούμπης που τελικά ήταν Μπούμπα έμεινε έγκυος. Εμ, βέβαια, από το Γατόψαρο σιγά μην παίρναμε σκυλί σερνικό.

 

Στο Γυμνάσιο το Γατόψαρο ξέφυγε. Άρχισε να βάφεται μαζί με την αδερφή μου, και τον θυμάμαι στο δωμάτιό της να ποζάρει μπροστά στον καθρέφτη με μια ηδυπάθεια όλο σιχαμάρα. Αλλά κρατιόμουν, δεν μπορούσα να τον βρίσω. Όφειλα να τον ανεχτώ. Καθόταν με την αδερφή μου στο ίδιο θρανίο, παίρναμε και οι τρεις το λεωφορείο για το σπίτι και άλλωστε είχε πάντα τον πατέρα του να τον βρίζει. Μια φορά σε ένα πάρτυ γενεθλίων, το Γατόψαρο έβαλε να ακούσουμε το Nothing Else Matters. Να χορέψουμε μπλουζ! Εμένα το μυαλό μου καρφώθηκε κατ' ευθείαν στη Σοφία. Εκείνο το βράδυ φορούσε ένα ξεδιάντροπο μινάκι φόρεμα, αλλά το Γατόψαρο ήρθε και μου ζήτησε να χορέψουμε. “Έλα ρε, για πλάκα!” επέμεινε. Τσαντίστηκα, το είπα στον πατέρα του και έγινε το έλα να δεις. Μας άκουσε όλος ο Ψαθόπυργος. Το πάρτυ διαλύθηκε μέσα σε πέντε λεπτά. Ο γέρος άρχισε να σπάζει βάζα, να εκσφενδονίζει τα λουκάνικα που έψηνε και να κατεβάζει καντήλια και Χριστοπαναγίες. Η μητέρα του από την άλλη, από όσα έμαθα κατόπιν, έπαιρνε πάντα το μέρος του σε αυτούς τους τσακωμούς. “Ό,τι θέλει ο Ανδρέας” έλεγε. Αλλά ο πατέρας διαφωνούσε και ο Ανδρέας έβαζε τα κολλητά του και έβγαινε βόλτα μέχρι το άλλο πρωί, την στιγμή που όλοι διαβάζαμε για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Ήθελε να περάσει Φιλολογίας Θεσσαλονίκης, αλλά κατάφερε να φτάσει μέχρι τα ΤΕΙ Λογοθεραπείας. Όλοι φύγαμε από τον Ψαθόπυργο, ο Ανδρέας ξέμεινε πίσω, να φυλάει τα μπόσικα. Στην ψάθα.

Πέρασε ο καιρός, χαθήκαμε με τον Ανδρέα. Εντελώς. Σπούδασα στην μεγάλη πόλη. Ερωτεύτηκα, πλανεύτηκα, φχαριστήθηκα. Ο ετήσιος νόστος στον Ψαθόπυργο πρόσφερε σπιτικό φαγητό και ηρεμία. Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρια. Άλλη δουλειά δεν είχα, να βγαίνω με τον Ανδρέα. Κάποια στιγμή η αδερφή μου τον ξαναβρήκε στο διαδίκτυο και άρχισαν να ξαναμιλάνε. Τον έκανα απλώς accept. Κανόνισαν να βγούμε λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Μας είχε έκπληξη! Θα πηγαίναμε να δούμε τι απόγινε το “Συνεργείο”, το περίφημο μπαρ όπου είχα δώσει την μία και μόνη αποτυχημένη ροκ συναυλία του Λυκείου. Να είναι καλά οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά και η Γενιά του Χάους. Δικαιώματα που ξέρατε τώρα δεν υπάρχουν. Υπάρχει μια σκατοζωή και μια τυφλή υπακοή. Με την εκμετάλλευση και τον ηλίθιο φόβο οι μαλάκες αρχηγοί σου γαμάνε την ψυχή. Δεν είναι δημοκρατία, δεν είναι ελευθερία, είναι μόνο μία Μπασταρδοκρατία. Και όντως. Οι Μπάσταρδοι είχαν κάνει το “Συνεργείο”, εκεί, που στη γωνία πίσω από την κολώνα είχα φιλήσει πρώτη φορά την Σοφία, το είχαν κάνει γκέι κλαμπ. Αν είναι δυνατόν. Μόλις είδα τι έγινε, βγήκα τρέχοντας στην πλατεία, να δω τα Ψηλαλώνια, να συνέλθω. Τίποτε ίδιο, ποτέ ξανά. Έκανα τσιγάρο και γύρισα μέσα. Θα κόλλαγα λίγο στα κορίτσια της παρέας. Θα φεύγαμε σε κανα διωράκι. Άλλωστε, η ώρα δεν ήταν επικίνδυνη, νωρίς Σαββατόβραδο.

 

Πώς την περνούσε το Γατόψαρο όλα αυτά τα χρόνια; Να δες, εδώ μας έφερε, στο γκέι κλαμπ, άρα... Ξέρω γω; Αυθαίρετα συμπεράσματα: φαντάζομαι μια ισορροπημένη γκέι ζωή με τους φίλους του, την τρανς αισθητική του. Έτσι θα ζούσε. Με τους ερωτικούς του συντρόφους, μέσα σε μια πόλη που διαθέτει πια και το κατάλληλο μπαρ της. Και η μαμά φυσικά να τον αποδέχεται και να τον υποστηρίζει. Μόνο πρόβλημα ότι εκ της υποθέσεως αύτης, μόνο το έσχατο σκέλος ίσχυε. Ναι, τον απεδέχετο η μαμά, αλλά μόνον εκείνη. Ο πατέρας έδιωχνε διαρκώς τον Ανδρέα από τον σπίτι. Του έριχνε βρισίδια – ψιθύρους, διότι έπρεπε “ο μικρότερος αδερφός τουλάχιστον, να μεγαλώσει σωστά”. Οι ερωτικοί σύντροφοι του Γατόψαρου μόνον κανονικοί δεν ήταν. Μια από εδώ, μια από εκεί. Σα να έκλεβε από εκκλησία. Μια σχέση κανονική δεν έκανε. “Όπου το βρω, δεν το αφήνω!” μας είπε “Αλλά δεν το βρίσκω εύκολα!” Ο Ανδρέας ταυτόχρονα πάσχιζε να φύγει, να σπουδάσει Φιλολογία στην Σαλονίκη, να ησυχάσει από όλα αυτά. Τα κατάφερε. Πέρασε μετά από δεύτερες πανελλήνιες εξετάσεις, άπειρο κόπο και διάβασμα. Θα κατακτούσε την ελευθερία του. Μονάχα η μάνα του, μας είπε κι αγχώθηκε, έδειχνε πολύ άρρωστη. “Στενοχωριέται που φεύγω σιγά σιγά, αλλά πού θα της πάει; Θα της περάσει!” Και όλα θα γίνονταν κατά πώς ήθελε ο Αντρίκος.

Κι εμένα τι με ένοιαζαν όλες αυτές οι αηδίες; ΤΙ ΜΕ ΕΝΔΙΕΦΕΡΑΝ; Γιατί τα κάνουν τα reunion; Μπορεί να μου εξηγήσει κανείς; Η απουσία ελληνικής λέξης για τον θεσμό δείχνει πόσο αμερικανιά και πόσο βλακεία είναι. Άμα χάνονται μερικές παρέες, καλώς χάθηκαν! Τι θες και τα σκαλίζεις; Η αδερφή μου ξανακόλλησε με το Γατόψαρο, άρχισαν να βγαίνουν τακτικά και να τα λένε. Η μάνα του Γατόψαρου πέθανε μέσα σε τέσσερις μήνες, έτσι, σιωπηλά και απροκάλυπτα, από το τσιγάρο κι έναν όμορφο οστεοφάγο καρκίνο. Ο Γατόψαρος έχασε το μόνο οικιακό του στήριγμα. Κι άρχισε να ψάχνει πάλι διαδικτυακώς. Εμένα δεν μου έστειλε ποτέ τίποτα, δόξα στον ρουφιάνο το facebook, καταλάβαινε από τις φωτογραφίες πως είχα κοπέλα και δεν τολμούσε. Μια φορά μονάχα μου μίλησε, με ρώτησε για τη Φιλολογία και με ενημέρωσε πως είχε επιτύχει στις Πανελλήνιες εξετάσεις και με το νέο του Απολυτήριο από Οκτώβρη θα ήταν φοιτητής!

Να πω την αλήθεια, το Γατόψαρο συγκρατιόταν. Ή τελοσπάντων είχε όντως μερικές φιλολογικής φύσεως απορίες, δεν ξέρω. Αλλά εμένα η σιχαμάρα μου έβγαινε. Έβλεπα και κάτι τύπους που είχε φίλους, με την τρίχα έξω στις φωτογραφίες και τα χείλη σουφρωμένα και ήθελα να ξεράσω. Ένα βράδυ το Γατόψαρο με είδε ενεργό πολύ αργά και με ρώτησε.

Ntinako eisai online? Thelw na se rwthsw kati gia ton De Sand.

(for the translator: Ντινάκο είσαι online? Θέλω να σε ρωτήσω κάτι για τον Ντε Σαντ.)

Ήμουν. Αλλά ακόμα και τα greeklish που έγραφε, μου θύμιζαν κορίτσι. Σιχάθηκα με το που το διάβασα. Έκλεισα τον υπολογιστή. Ταυτόχρονα, ένιωθα άσχημα που δεν μπορούσα να του απαντήσω με ασφάλεια και δίχως σιχαμάρα. Αλλά όλα, όλα διάολε μου θύμιζαν γκόμενα, εκτός από τον ίδιο τον Ανδρέα. Το ότι έβλεπε Game of Thrones, το ότι πόσταρε Evanescence και Britney Spears, τα ποντικάκια και τα γατάκια κι όλα τα ζωάκια του δάσους στο προφίλ του. Έκλεισα τον υπολογιστή και έπεσα για ύπνο. Θα του απαντούσα το πρωί και με ασφάλεια.

Έλα ρε μαν. Τι κάνεις;Έπεσα για ύπνο και τώρα το είδα. Η Φωλιά του Βιβλίου είναι εκεί, απέναντι από το Δημοτικό, θα βρεις πολλά βιβλία του Ντε Σαντ. Μόνο προσοχή στο πώς τα διαβάζεις! Καλημέρα!

Και ο Ανδρέας το Γατόψαρο ήταν ακόμα online και απάντησε ευθύς.

Hehe! Ithela na se rwthsw kati gia ta latinika. Apothetika – imiapothetika rimata exoun soupino? Thanx ek twn proterwn!

(for the translator:Χεχε! Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι για τα λατινικά. Αποθετικά – ημιαποθετικά ρήματα έχουν σουπίνο; Thanx εκ των προτέρων!)

Είχα κανένα λόγο να αηδιάσω με αυτή του την απορία; Η πραγματικότητα είναι πως δεν είχα. Αλλά διαβάζοντας του μήνυμά του σε άπταιστα greeklish, το πείραξα λίγο στο κεφάλι μου. Τα αποθετικά ρήματα έγιναν εντελώς απωθητικά ούτε καν ημιαπωθητικά, μα εντελώς αηδιαστικά και ενοχλητικά. Το δε σουπίνο έγινε σου πίνω. Και άρχισα να παραληρώ πάνω από τον υπολογιστή. “Τι μου πίνεις ρε παλιομαλάκα; Τι μου πίνεις και σου πίνω που να σου πάρει ο διάολος τον κώλο;” Ήθελα να τον σβήσω από την λίστα και να ησυχάσω. Με ενοχλούσε, δεν ξέρω γιατί, αλλά ήθελα να ξεράσω. Δεν του απάντησα ποτέ. Αλλά αυτό το ποτέ έμελλε να γίνει των ποτών.

Γιατί μόλις μία εβδομάδα μετά, το Γατόψαρο, αφού τσακώθηκε με τον πατέρα του για τις επερχόμενες σπουδές στη Φιλολογία, αφού μίλησε online με δυο τρεις αδίστακτους τριχωτούς, φόρεσε τις πυτζάμες του, βγήκε στην Εθνική και κάπου έξω από τον Ψαθόπυργο φούνταρε πάνω σε μία διερχόμενη νταλίκα. Έγινε λιώμα. Δεν είχε ταυτότητα μαζί του και επί τρεις ημέρες οι δικοί του τον έψαχναν, ενώ το άψυχο απομεινάρι σώματος, ο άσχημος πολτός του έκειτο στα αζήτητα του Νεκροτομείου.

 

Όταν πια μαθεύτηκε ο θάνατός του με έζωσαν τα φίδια. Γιατί δεν του είχα απαντήσει; Τι με είχε ρωτήσει άλλωστε; Τι μου έφταιγε το όνειρό του να γίνει φιλόλογος και να διδάξει ελληνικά σε παιδιά; Να μάθει και ο ίδιος και όλα όσα ονειρεύεται ένας άνθρωπος να τα κάνει. Άρχισα να βλέπω εφιάλτες. Δεν τον είχα δει ποτέ στον ύπνο μου, αλλά τώρα τον έβλεπα, τον Ανδρέα το Γατόψαρο, με μια ουρά γοργόνας και στα χέρια γατίσια νύχια. Καθόταν πάνω σε ένα φλεγόμενο θρόνο και με ρώταγε μέσα από τα μουστάκια του ξανά και ξανά “Τα αποθετικά και ημιαποθετικά ρήματα έχουν σουπίνο; Πες μου φιλόλογε! Πες μου! Είδες; Δεν ξέρεις και εφηύρες την αηδία για να ξεπεράσεις την άγνοιά σου! Λέγε φιλόλογε! Έχουν σουπίνο;”.

Αντρίκο, εύχομαι ο κόσμος να ήταν αλλιώς. Να μην αηδίαζα κάθε φορά που έστελνες μήνυμα. Να μη σε χτυπάγαμε στο δημοτικό. Να παίζαμε και εμείς βόλει, και εσύ ποδόσφαιρο. Ενίοτε. Όπως αρέσει στον καθένα, όποτε του αρέσει. Να μη σε έβριζε ο πατέρας σου εκείνο το βράδυ. Να μην πέρναγε η νταλίκα. Να μη φορούσες την πυτζάμα σου, να γινόσουν φιλόλογος.

Τα αποθετικά ρήματα είναι εκείνα που έχουν μόνον παθητική φωνή, αλλά ενεργητική σημασία. Από την ενεργητική φωνή δανείζονται το σουπίνο τους.

Τα ημιαποθετικά ρήματα παίρνουν μερικούς τύπους από την ενεργητική, μερικούς τύπους από την παθητική φωνή. Δεν έχουν σουπίνο.

Ωστόσο, να θυμάσαι πως το σουπίνο είναι ρηματικό ουσιαστικό αρσενικού γένους. Γιατί το ονομάζουμε με ουδέτερο και λέμε το σουπίνο; Γιατί υπάρχει μόνο στην αιτιατική -um και στην αφαιρετική -u. Έτσι, μάς δημιουργείται η εντύπωση πως είναι ουδετέρου γένους. Αλλά είναι αρσενικού. Η αιτιατική δηλώνει κίνηση με σκοπό, μετά από ρήματα όπως το eo και το venio. Η αφαιρετική δηλώνει αναφορά μετά από τα επίθετα facilis, difficilis και άλλα.

Ad salutandum, non mentitum, sed veritum, in Paradiso vale!

 

____________

Το διήγημα Το Γατόψαρο ήρθε τέταρτο στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό "Θάλασσα Λέξεων" τον οποίο διεξήγαγε το Ίδρυμα Anna Lindh μαζί με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Μεσογείου στην Βαρκελώνη (ΙΕΜed). Η κριτική επιτροπή αποτελείτο από τους πανεπιστημιακούς Elisabetta Bartuli (Ιταλία), Pere-Antoni Pons (Ισπανία), Jamila Hassoune (Μαρόκο), Daniel Lopez Boncina (Σλοβενία) και την ανθρωπολόγο-συγγραφέα Maria Roque Alonso. Θέμα του διαγωνισμού, η διαδικτυακή ρητορική μίσους, το online hate speech. Ο διαγωνισμός έγινε στα πλαίσια εκστρατείας του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά του διαδικτυακού μίσους, φυλετικού, σεξιστικού και γλωσσικού. Ο τόμος με όλα τα διηγήματα σε αγγλική μετάφραση θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2015 στην Βαρκελώνη.

Παραχωρήθηκε για δημοσίευση στη LIFO από τον συγγραφέα.