Φωτο: Πάνος Κόκκινος / LIFO
Φωτο: Πάνος Κόκκινος / LIFO

 

Ο Ανδρέας Μιχαηλίδης είναι μεταφραστής, συγγραφέας και αφηγητής με προηγούμενη θητεία ως δημοσιογράφος και φωτογράφος. Αρθρογραφούσε στο περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας από το 2001 μέχρι το 2007. Από το 2003 μέχρι το 2006 έβγαζε το φανζίν Mangaijin μαζί με τον Γιάννη Δαλκίδη. Το 2005 έγινε μέλος της ομάδας COMICDOM, αρθρογραφώντας στο site και συμμετέχοντας στη διοργάνωση του Comicdom Con Athens μέχρι σήμερα. Το 2014-2015 συνεργάστηκε με τη Μαρία Κουλουμπαρίτση στην αυτοέκδοση του comic Botch!. Από το 2014 συνεργάζεται με τη Βάλια Καπάδαη σε μια σειρά αυτοεκδόσεων γύρω από την ελληνική μυθολογία (Νέκυια, Μυθρύλοι). Ως μεταφραστής έχει μεταφράσει βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, ιστορίας και λογοτεχνίας από τα αγγλικά και τα γαλλικά, μεταξύ των οποίων Οι Περιπέτειες του Νεαρού Σέρλοκ Χολμς, του Andy Lane και Ο Ιππότης των Επτά Βασιλείων, του George R.R. Martin. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας και της Στέγης Προφορικότητας και Παράδοσης «Μυθολόγιο». Το blog του είναι το andymichaelides.wordpress.com.

 

«Για την πλειοψηφία των δημιουργών που βρίσκονται σήμερα στις ηλικίες μεταξύ 25 και 45, η μυθολογία είναι κάτι με το οποίο ήρθαν σε επαφή στο Δημοτικό, στα πλαίσια του κακοποιημένου μαθήματος της ιστορίας» λέει . «Αντίστοιχα, ο Όμηρος, που αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες πύλες εισόδου στην ελληνική φανταστική παράδοση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το στεγνά, αποστειρωμένα μαθήματα των αρχαίων ελληνικών του Γυμνασίου. Με την εξαίρεση του εκάστοτε εμπνευσμένου δασκάλου, το υλικό αυτό τείνει να συνδέεται με τις στιγμές ανίας στων μαθητικών μας χρόνων.

 

Το βασικότερο πρόβλημά μας είναι ότι υπάρχει αυτή η απίστευτη τάση «αγιοποίησης» της παράδοσής μας, στη συνήθη λογική του «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες», η οποία οδηγεί σε μια νευρωτική άρνηση αξιοποίησης του απτού, όσο και πνευματικού υλικού, προτιμώντας να τα διατηρούμε σε ένα είδος νοητικής φορμόλης, «μην τύχει και γίνουμε ρεζίλι».

 

Από την άλλη, επειδή ο αρχαίος κόσμος στην Ελλάδα συχνά φορτώνεται με τουριστικά, κοινωνικά και – το χειρότερο απ’ όλα – πολιτικά πρόσημα, για πολλά χρόνια υπήρχε (και σε ένα βαθμό ακόμα υπάρχει) ενδοιασμός να ασχοληθεί κανείς με τη μυθολογία και τη λαογραφική παράδοση, έξω από το αυστηρά ακαδημαϊκό, προς αποφυγήν τυχών τάδε ή δείνα χαρακτηρισμών.

 

Τέλος και αυτό ίσως είναι το βασικότερο πρόβλημά μας (ως κράτος και ως κοινωνία, που συχνά ασυναίσθητα περνάει και στο άτομο), υπάρχει αυτή η απίστευτη τάση «αγιοποίησης» της παράδοσής μας, στη συνήθη λογική του «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες», η οποία οδηγεί σε μια νευρωτική άρνηση αξιοποίησης του απτού, όσο και πνευματικού υλικού, προτιμώντας να τα διατηρούμε σε ένα είδος νοητικής φορμόλης, «μην τύχει και γίνουμε ρεζίλι». Είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο έχουμε αρνηθεί επανειλημμένα προτάσεις από διεθνούς απήχησης παραγωγές να γυριστούν σειρές και ταινίες σε ελληνικό έδαφος.

 

Αν υποθέσουμε πως κάθε δημιουργός αντιμετωπίζει με κάποια σοβαρότητα το πνευματικό παιδί του – προτιμώ το «μεράκι», διότι η υπέρμετρη σοβαρότητα ενίοτε γίνεται ανασταλτικός παράγοντας – το θέμα έπειτα είναι πόση δουλειά είναι διατεθειμένος να ρίξει, διαβάζοντας, συζητώντας και ανακαλύπτοντας εκ νέου τον φαντασιακό πλούτο της παράδοσής του. Έπειτα καλείται να πάρει τα στοιχεία που του κεντρίζουν το ενδιαφέρον και να κατασκευάσει το δικό του αφήγημα, ισορροπώντας μεταξύ του «αυτό έχει ξαναγίνει» και του «αυτό δε βγάζει νόημα». Οι ιστορίες που λέει η ανθρωπότητα δεν έχουν αλλάξει από την εποχή των Βαβυλωνίων, όμως η ίδια ιστορία μπορεί να παρουσιαστεί με τόσους διαφορετικούς τρόπους, όσος ο αριθμός των ανθρώπων (τουλάχιστον). Ακολούθως, δεδομένου του πλαισίου που ανέφερα παραπάνω, έρχεται η αναγκαία προσπάθεια να πείσεις το κοινό να σε πάρει στα σοβαρά, ένα κοινό δε το οποίο έχει στη διάθεσή του μια υπερπληθώρα φανταστικού υλικού από το εξωτερικό, στο οποίο είναι πιο συνηθισμένοι. Τέλος, αν μιλάμε για το κατά πόσο μπορεί να γίνει «σοβαρή δουλειά» υπό τη βιοποριστική έννοια, δεν νομίζω πως αυτή τη στιγμή υπάρχει Έλληνας δημιουργός του φανταστικού που ζει αποκλειστικά από τα δημιουργήματά του.

 

Το φανταστικό έχει την ικανότητα να σε ταξιδεύει τόσο μακριά όσο φτάνει ο νους. Είναι ελεύθερο από τους περιορισμούς ενός αληθοφανούς, «υλικού» κόσμου και με κάποιο τρόπο πιστεύω πως ενεργεί πάνω στα αρχέγονα αισθήματα του φόβου και του θαύματος, με τρόπο που δεν το κάνει κανένα άλλο είδος – προκαλεί μια πηγαία συγκίνηση που δεν αφορά τον άνθρωπο ως άτομο, αλλά ως οντότητα, ως ύπαρξη.  

 

Επίσης, μπορεί τα βιώματα να είναι πιο εύκολα στην προσέγγιση και την απόδοση, με βάση το κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη (σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι με σύγχρονα προβλήματα και ανησυχίες), αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο πως κάποιος είναι διατεθειμένος «να βγάλει τα άπλυτά του στο χαρτί» και κάποιος άλλος ν’ ασχοληθεί με αυτά, παρά την ηδονοβλεπτική κοινωνία στην οποία ζούμε. Οι φανταστικές ιστορίες πάντα έχουν κάτι από τα βιώματα του δημιουργού ενσωματωμένο μέσα, ακόμη κι αν πρόκειται απλά για μια αντίληψη. Αντί όμως να βάλει τον εαυτό του στο προσκήνιο, γίνεται οδηγός του αναγνώστη σε ένα φανταστικό τοπίο, όπου οι δυο τους έχουν τη δυνατότητα κατά κάποιο τρόπο να συνομιλήσουν – και η ομορφιά είναι πως πιθανότατα δεν αντιλαμβάνονται αυτό το φανταστικό τοπίο με τον ίδιο τρόπο.

 

 

 

Η σκηνή του φανταστικού στην Ελλάδα είναι μεν μικρή, αλλά πολύ αφοσιωμένη κι ενθουσιώδης – ο ασφαλής λιμένας μας. Υπό αυτή την έννοια, έχει ανταπόκριση. Το στοίχημα όμως είναι πάντα να κερδίσουμε εκείνους που δεν βρίσκονται εντός αυτής της σκηνής, να κάνουμε το φανταστικό κάτι που αφορά τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και φυσικά να κάνουμε το περίφημο άνοιγμα προς το εξωτερικό. Σε τελική ανάλυση, νομίζω πως μια καλή ιστορία πάντα βρίσκει ανταπόκριση, αρκεί να καταφέρεις να τη διαδώσεις.

 

Η σχέση μου με το φανταστικό ξεκινάει από την οικογένειά μου. Παππούδες και γιαγιάδες που μ’ έβαζαν να κολυμπάω σε μια πληθώρα ιστοριών, φανταστικών και μη, ο πατέρας μου που μου διάβαζε και μου έλεγε ιστορίες από τη μυθολογία και το δικό του ευφάνταστο νου, η μητέρα μου που μου έλεγε (και ακόμα μου λέει) τις οικογενειακές ιστορίες, γεμάτες με προγόνους που μοιάζουν βγαλμένοι από μυθιστορήματα. Νομίζω όμως πως το κρίσιμο σταυροδρόμι ήταν εκείνη η μέρα, όταν σε ηλικία εννέα ετών ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου το Hobbit, στη μετάφραση του Κέδρου του 1978. Εγώ είμαι το παιδί που σ’ εκείνο το σταυροδρόμι κάθισε και το διάβασε. Σε ένα παράλληλο σύμπαν, ένας άλλος Ανδρέας του έριξε μια ματιά και το άφησε παράμερα – αυτός δεν ξέρω τι απέγινε.

 

Η σχέση μου με το φανταστικό σήμερα, πέρα από τα βιβλία, τις μεταφράσεις και τα comics, έχει ακόμη μια πτυχή – αυτήν της προφορικής αφήγησης. Είτε πρόκειται για μύθους, θρύλους και παραδόσεις, ελληνικές ή μη, είτε για ιστορίες που γράφω ο ίδιος, σε κάθε ευκαιρία τις αφηγούμαι σε κοινό. Είμαι μάλιστα ιδρυτικό μέλος ενός συνεταιρισμού αφηγητών (Στέγη Προφορικότητας και Παράδοσης «Μυθολόγιο»), όπου συμμετέχουν καλλιτέχνες, επιστήμονες, παιδαγωγοί και συγγραφείς, με κοινό σημείο την προφορική αφήγηση.

 

Με τη Βάλια Καπάδαη δουλεύουμε σε μια σειρά από projects που έχουν ως βάση την ελληνική (και όχι μόνο) μυθολογία, κυρίως δε τις άγνωστες και παραμελημένες πτυχές της. Στη Νέκυια, ένας νεαρός, απογοητευμένος αρχαιολόγος ακολουθεί τα χνάρια ενός γρίφου κι αυτά τον οδηγούν να πέσει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα στα ομηρικά έπη. Εκεί συναντά πάμπολλους μυθολογικούς χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν συνήθως συγκεκριμένες συμπεριφορές, όμως δεδομένου πως ο ίδιος είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος με εκτενείς μυθολογικές γνώσεις, η αλληλεπίδραση μαζί τους είναι πολύ διαφορετική από αυτή ενός Οδυσσέα ή ενός Αχιλλέα. Χρησιμοποιούμε δε στοιχεία από διάφορες πηγές (μυθολογικές, λατινικές και άλλες), προκειμένου να παρουσιάσουμε μια πιο σφαιρική προσέγγιση στους διάφορους μύθους.

 

Το άλλο μας project, οι Μυθρύλοι, είναι συγκεκριμένα, εν πολλοίς άγνωστα περιστατικά από την ελληνική μυθολογία (και εν καιρώ από τη λαϊκή παράδοση), τα οποία φτιάχνουμε σε μεμονωμένα επεισόδια πριν τα ανθολογήσουμε για έκδοση».

 

 

 

Η τελευταία δουλειά του Ανδρέα Μιχαηλίδη σε συνεργασία με την Βάλια Καπάδαη είναι το Νέκυια.