ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ του Twitter, το 2022, ο Έλον Μασκ είχε δηλώσει ότι «η εξάλειψη της παιδικής εκμετάλλευσης είναι προτεραιότητα». Ήταν αναμφίβολα ένας ευγενής στόχος – τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαν εξελιχθεί σε εστίες διακίνησης κακοποιητικού υλικού, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας και του revenge porn, και ίσως καμία μεγάλη πλατφόρμα δεν ήταν τόσο ανοιχτά φιλόξενη σε τέτοιο περιεχόμενο όσο το Twitter. Σε αντίθεση με το Facebook, το Instagram και το TikTok, που περιόριζαν το γυμνό και τα πορνογραφικά βίντεο, το Twitter επέτρεπε στους χρήστες να δημοσιεύουν βίαιο και «συναινετικό περιεχόμενο για ενήλικες» χωρίς συνέπειες.
Πολύ πριν από την εξαγορά του από τον Μασκ, το Twitter αυτοπροσδιοριζόταν ως πλατφόρμα που ήταν κατά της λογοκρισίας, «η πτέρυγα της ελευθερίας του λόγου μέσα στο κόμμα της ελευθερίας του λόγου», όπως το είχε θέσει κάποτε ο Τόνι Γουάνγκ, γενικός διευθυντής του Twitter στο Ηνωμένο Βασίλειο – λιγότερο προσηλωμένο στον έλεγχο του περιεχομένου και περισσότερο στη λειτουργία μιας «δημόσιας πλατείας» για την ελεύθερη έκφραση. Ποια ήταν όμως τα όρια της ελεύθερης έκφρασης; Πώς μπορούσε το Twitter να καθορίσει με σαφήνεια αν σε ένα ερασιτεχνικό πορνογραφικό βίντεο εμφανιζόταν ένα δεκαεξάχρονο ή ένα δεκαοχτάχρονο άτομο, αλλά και κατά πόσο το βίντεο είχε παραχθεί με συναίνεση ή υπό βίαιες, καταναγκαστικές συνθήκες; Ήταν πάντα τόσο ξεκάθαρες αυτές οι διαφορές; Η πλατφόρμα διέθετε ομάδες «εμπιστοσύνης και ασφάλειας» και είχε αναπτύξει εργαλεία ανίχνευσης εικόνων σεξουαλικής κακοποίησης, κατεβάζοντας το περιεχόμενο που παραβίαζε τους κανόνες της εταιρείας. Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στον τεράστιο όγκο πορνογραφικού περιεχομένου που αναρτούνταν καθημερινά στην πλατφόρμα.
Όταν ο Μασκ ανέλαβε τον έλεγχο, σωστά αναγνώρισε την παιδική πορνογραφία ως πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Το ερώτημα ήταν πώς σκόπευε να αποτρέψει τη διάδοση επικίνδυνου και παράνομου υλικού, ενώ ταυτόχρονα μετέτρεπε το Twitter σε υποτιθέμενο καταφύγιο για τους υποστηρικτές της απόλυτης ελευθερίας του λόγου.
Η πλατφόρμα έχει μετατραπεί σε μια έρημη χώρα που τη λυμαίνονται τα bots, όπου λογαριασμοί που κάνουν engagement farming (κυνηγούν δηλαδή την αλληλεπίδραση, καθώς βγάζουν χρήματα από αυτήν) και χρήστες που πληρώνουν για την επαλήθευση με μπλε τικ δρουν ανεξέλεγκτα, με ελάχιστα ουσιαστικά προστατευτικά μέτρα για να αποτρέπεται η είσοδος κακοποιητικού ή βίαιου περιεχομένου στη ροή του αλγόριθμου.
Αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα –και αγγίζουν τα όρια της κρίσης– για την εταιρεία που πλέον ονομάζεται X. Η πλατφόρμα έχει μετατραπεί σε μια έρημη χώρα που τη λυμαίνονται τα bots, όπου λογαριασμοί που κάνουν engagement farming (κυνηγούν δηλαδή την αλληλεπίδραση, καθώς βγάζουν χρήματα από αυτήν) και χρήστες που πληρώνουν για την επαλήθευση με μπλε τικ δρουν ανεξέλεγκτα, με ελάχιστα ουσιαστικά προστατευτικά μέτρα για να αποτρέπεται η είσοδος κακοποιητικού ή βίαιου περιεχομένου στη ροή του αλγόριθμου. Αντί να «καθαρίσει» τον ιστότοπο από την «παιδική εκμετάλλευση», ο Μασκ βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με ένα ακόμη πιο περίπλοκο πρόβλημα – στη δημιουργία του οποίου συνέβαλε ο ίδιος: τη διάδοση σεξουαλικών εικόνων που δημιουργούνται με το Grok, το chatbot τεχνητής νοημοσύνης της εταιρείας xAI. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Μασκ ζήτησε από το Grok να δημιουργήσει μια εικόνα του ίδιου με μπικίνι –«τέλειο», είπε όταν το πρόγραμμα ανταποκρίθηκε–, συμβάλλοντας στην πρόσφατη έκρηξη αιτημάτων που ζητούν από το Grok να «γδύσει» πραγματικούς ανθρώπους, μερικοί από τους οποίους έμοιαζαν να είναι ανήλικοι (σύμφωνα με μία εκτίμηση, το Grok παρήγαγε περίπου μία μη συναινετική σεξουαλικού περιεχομένου εικόνα το λεπτό.)
Στον αυτόνομο ιστότοπο και στην εφαρμογή του Grok, αυτές οι αλλοιωμένες εικόνες και τα βίντεο ήταν ακόμη πιο εξελιγμένα και πιο χυδαία απ’ ό,τι στο X. Σε μια προσπάθεια να περιορίσει τη ζημιά, ο Μασκ απείλησε μέσω του X με «συνέπειες» όποιον χρησιμοποιεί το Grok για τη δημιουργία σεξουαλικών εικόνων που περιλαμβάνουν παιδιά. Η απειλή ακούγεται κενή περιεχομένου· το Grok, άλλωστε, είναι εν μέρει σχεδιασμένο για την παραγωγή σεξουαλικού υλικού, διαφημίζοντας μάλιστα «εικονικούς συντρόφους», όπως έναν χαρακτήρα anime με το όνομα Άνι, που στέλνει φιλιά και γίνεται πιο «τολμηρή» όσο περισσότερο αλληλεπιδρούν οι χρήστες μαζί της. Η πιο ουσιαστική αλλαγή που έχει κάνει ο Μασκ ως απάντηση στο πρόβλημα είναι ότι άρχισε να χρεώνει τους χρήστες για τη δημιουργία εικόνων με το Grok, σεξουαλικών ή μη, πράγμα που μοιάζει λιγότερο με αποτρεπτικό μέτρο και περισσότερο με εκμετάλλευση της δημοτικότητας της υπηρεσίας.
Η πορνογραφία είναι παντού και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολα προσβάσιμη. Το να βγάλεις το κινητό σου και να παρακολουθήσεις μια σκληρή σεξουαλική σκηνή είναι πλέον τόσο απλό όσο το να τσεκάρεις τον καιρό ή να στείλεις ένα e-mail. Στα λεγόμενα tube sites, που συγκεντρώνουν βίντεο χρηστών –με κυρίαρχο το Pornhub– μπορεί κανείς να βρει κάθε είδους πορνό, με όλες τις πιθανές κατηγορίες φετίχ και προτιμήσεων διαθέσιμες προς κατανάλωση (πέρυσι, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε υπέρ ενός νόμου της Πολιτείας του Τέξας που απαιτεί επαλήθευση ηλικίας για ιστότοπους όπως το Pornhub· είκοσι τέσσερις ακόμη Πολιτείες έχουν θεσπίσει παρόμοιους νόμους). Όμως η πορνογραφία –ή τουλάχιστον το προκλητικό «ερωτικό» υλικό– δεν περιορίζεται στα tube sites· το Instagram και το TikTok ξεχειλίζουν από soft-core περιεχόμενο, μέρος του οποίου λειτουργεί ως διαφήμιση για πορνοστάρ και μοντέλα που προωθούν τους λογαριασμούς τους στο OnlyFans, μια πλατφόρμα στην οποία οι χρήστες πληρώνουν συνδρομή για να δουν πορνογραφικό, συχνά εξατομικευμένο, περιεχόμενο. Καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας περιλαμβάνει τη χρήση οθόνης, η αναπόφευκτη παρουσία της πορνογραφίας –η ευκολία πρόσβασης, η συνεχής έκθεση, η σχεδόν αδιάκοπη δυνατότητα σεξουαλικής διέγερσης μέσω οθόνης– αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη κοινωνική μεταβολή της εποχής μας που δεν έχει ακόμη υποστεί σοβαρή θεωρητική επεξεργασία.
Υπάλληλοι αποπλανούν αφεντικά, καθηγητές αποπλανούν μαθητές, θετά παιδιά αποπλανούν θετούς γονείς, συγγενείς εξ αγχιστείας αποπλανούν ο ένας τον άλλον, φίλοι κοιμούνται με τους συζύγους των φίλων τους – ουσιαστικά, κάθε ταμπού που δεν είναι βιολογική αιμομιξία ή βίαιη μη συναίνεση εκπροσωπείται επαρκώς στη δημοφιλή πορνογραφία.
Το μεγαλύτερο κομμάτι της mainstream πορνογραφίας –ιδίως εκείνης που κατατάσσεται στην κατηγορία «δημοφιλέστερα» των tube sites, την οποία η συγγραφέας Λίλιαν Φίσμαν αποκαλεί «πορνό της πρώτης σελίδας»– ακολουθεί μια απλή συνταγή: ένα άτομο φαίνεται να πιέζεται να κάνει σεξ, το οποίο θέλει απεγνωσμένα, αλλά υποτίθεται ότι δεν θα έπρεπε να το θέλει. Υπάλληλοι αποπλανούν αφεντικά, καθηγητές αποπλανούν μαθητές, θετά παιδιά αποπλανούν θετούς γονείς, συγγενείς εξ αγχιστείας αποπλανούν ο ένας τον άλλον, φίλοι κοιμούνται με τους συζύγους των φίλων τους – ουσιαστικά, κάθε ταμπού που δεν είναι βιολογική αιμομιξία ή βίαιη μη συναίνεση εκπροσωπείται επαρκώς στη δημοφιλή πορνογραφία.
Υπάλληλοι αποπλανούν αφεντικά, καθηγητές αποπλανούν μαθητές, θετά παιδιά αποπλανούν θετούς γονείς, συγγενείς εξ αγχιστείας αποπλανούν ο ένας τον άλλον, φίλοι κοιμούνται με τους συζύγους των φίλων τους – ουσιαστικά, κάθε ταμπού που δεν είναι βιολογική αιμομιξία ή βίαιη μη συναίνεση εκπροσωπείται επαρκώς στη δημοφιλή πορνογραφία.
Σε αυτά τα βίντεο, πολλά από τα οποία έχουν εκατομμύρια προβολές, το σεξ παρουσιάζεται ως μια επικίνδυνη και παράνομη πιθανότητα, κάτι που το επιθυμούμε μανιωδώς αλλά είναι ηθικά αμφίβολο. Δεν θα κάναμε ποτέ κάτι τέτοιο, σωστά; Δεν θα μπορούσαμε! Όμως, όταν οι ήρωες στα βίντεο τελικά το αποφασίζουν, η εκτόνωση της έντασης που προκαλεί το «θα γίνει ή δεν θα γίνει» αποπνέει μια έξαψη που εκφράζεται μέσα από ένθερμο, συναινετικό ενθουσιασμό. Η πλήρης εγκατάλειψη κάθε ανασταλτικού ή κριτικού μηχανισμού μπροστά στην ακραία ηδονή, ανεξάρτητα από τις καταστροφικές συνέπειες που ακολουθούν, αποτελεί βασικό «δόγμα» της mainstream πορνογραφίας – ένα μόνιμο μοτίβο. Όπως γράφει η Φίσμαν: «Το να θεωρεί κανείς αυτά τα παιχνιδιάρικα εξαναγκαστικά σενάρια εγγενώς μη συναινετικά ή ταπεινωτικά συνιστά μια σκόπιμη παρερμηνεία αυτής της βαθιάς και πανταχού παρούσας επιθυμίας, η οποία δεν μπορεί παρά να στοιχειώνει κάθε πουριτανική και αρνητική απέναντι στο σεξ κοινωνία: την επιθυμία να αρνούμαστε αυτό που θέλουμε και παρ’ όλα αυτά να το αποκτάμε».
Οι επικριτές της πορνογραφίας συχνά επικαλούνται την αντικειμενοποίηση και την υποβάθμιση των γυναικών –τόσο των ίδιων των περφόρμερ όσο και των χαρακτήρων που ενσαρκώνουν– ως λόγους για την απόλυτη ανηθικότητα του είδους. Η ακαδημαϊκός Αμάντα Κόουστον υποστηρίζει ότι «η πορνογραφία είναι μια μορφή εξωτερίκευσης του σεξισμού, που προσφέρει έναν τύπο διαμεσολαβημένης κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, παρακάμπτοντας τους συνήθεις μηχανισμούς προσωπικής ηθικής αξιολόγησης», απηχώντας την άποψη της επιδραστικής φεμινίστριας θεωρητικού Κάθριν ΜακΚίνον ότι η πορνογραφία σεξουαλικοποιεί τον μισογυνισμό και τροφοδοτεί την έμφυλη ανισότητα. Η φιλόσοφος Νάνσι Μπάουερ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι «μέσα στο πορνογραφικό mise-en-scène, δεν υπάρχει χώρος για την έννοια της αντικειμενοποίησης». Στην «πορν-ουτοπία», όπως την αποκαλεί, «η σύγκρουση μεταξύ λογικής και σεξουαλικής επιθυμίας εξαλείφεται, και το να χρησιμοποιείς έναν άλλον άνθρωπο αποκλειστικά ως μέσο ικανοποίησης της επιθυμίας σου αποτελεί τον ύψιστο τρόπο σεβασμού της ανθρώπινης υπόστασής του – και της ανθρωπότητας γενικότερα». Άλλες «φιλικές στο σεξ» προσεγγίσεις τείνουν να αντιμετωπίζουν το πορνό όχι ως ταπεινωτική ψυχαγωγία αλλά ως μορφή εργασίας, η οποία για τους εργαζόμενους μπορεί να είναι ενδυναμωτική και ανατρεπτική, μια πύλη προς μια πιο ελεύθερη, πιο συμπεριληπτική, λιγότερο καταπιεσμένη κοινωνία. Αυτή η αντίληψη έχει κάνει το OnlyFans να μοιάζει με έναν αξιοπρεπή χώρο για τους εργαζόμενους στο σεξ, αν και η εφαρμογή, όπως πολλές πλατφόρμες της gig economy, έχει αναπτύξει ένα μοντέλο που ευνοεί λίγους και απομονώνει πολλούς, επιδεινώνοντας –σύμφωνα με τον συγγραφέα Μπέντζαμιν Βάιλ– τις «μακροχρόνιες ανισότητες στο τοπίο της σεξεργασίας».
Τα ταμπού της πορνογραφίας δεν αφορούν μόνο όσους την παράγουν· ανέκαθεν περιλαμβάνουν και τους θεατές που επιλέγουν να τη δουν. Στη σημερινή υπερ-ψηφιακή εποχή, όμως, το πρόβλημα της υπερβολικής κατανάλωσης πορνό συνδέεται όλο και περισσότερο με το πρόβλημα της υπερβολικής χρήσης της οθόνης γενικότερα. Στο viral δοκίμιό του για το «Harper’s Bazaar», «The Goon Squad», ο Ντάνιελ Κόλιτζ καταγράφει την κοινότητα του «gooning», ανθρώπους που αυνανίζονται με πορνό σχεδόν σε μόνιμη βάση, παρατείνοντας την κορύφωση για ώρες ή και ημέρες. Πολλοί gooners αυτοπροσδιορίζονται ως «πορνοσεξουαλικοί», ισχυρίζονται δηλαδή ότι ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός στρέφεται αποκλειστικά προς την κατανάλωση πορνό. Η εθνογραφική προσέγγιση του Κόλιτζ, που είναι καθοριστικής σημασίας, δεν παρουσιάζει τους gooners ως μια παράξενη, περιθωριακή ομάδα. Η κατάστασή τους αντανακλά την κατάσταση των περισσότερων ανθρώπων που ζουν στον τεχνολογικά βελτιστοποιημένο κόσμο μας. Οι gooners μπορεί να είναι μέλη της οικογένειάς μας και συνάδελφοί μας, γείτονες και φίλοι μας. Είναι τόσο δύσκολο να φανταστούμε κάποιον να βλέπει πορνό για πολλές ώρες κάθε μέρα; Δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνεται έτσι κι αλλιώς και η κοινωνική δικτύωση – ως ένα υποκατάστατο της πραγματικής ζωής που ανανεώνεται στο διηνεκές;
Το γεγονός ότι πλέον υπάρχουν χρήστες του X και του Grok που έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν πορνό μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, αντί να το καταναλώνουν παθητικά, αποτελεί ένα ακόμη φυσικό επακόλουθο ενός κόσμου υπερσεξουαλικοποιημένου και υπερτεχνολογικοποιημένου. Η τεχνητή νοημοσύνη μάς έχει παρουσιαστεί, από τις εταιρείες και τα πρόσωπα που αναμένεται να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα κέρδη, ως εργαλείο που θα βελτιώσει κάθε πτυχή της ζωής μας: τη δουλειά μας, την τέχνη μας, την υγεία μας, τη μακροζωία μας, τις σχέσεις μας, την παραγωγικότητά μας. Γιατί να είμαστε τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουμε ότι αυτή η λογική δεν θα εφαρμοζόταν και στο σεξ; Και, χωρίς ρύθμιση ή διανοητική μελέτη και ανάλυση με υπευθυνότητα γύρω από την ισχύ και τις επιπτώσεις αυτών των εργαλείων, γιατί να μην προσπαθήσουν οι χρήστες να ξεπεράσουν τα όρια; Θα μπορούσε να μπει κανείς στον πειρασμό να πιστέψει ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει τη δυνατότητα να μετριάσει ορισμένες από τις πιο προβληματικές πτυχές της παραγωγής πορνό, ότι ίσως είναι πιο ηθικό να καταναλώνει κανείς ένα πορνογραφικό βίντεο που έχει δημιουργηθεί από ΑΙ, με ψηφιακούς ηθοποιούς, παρά ένα πραγματικό βίντεο που έχει γυριστεί υπό αμφίβολες συνθήκες.
Όμως, αν η mainstream πορνογραφία βασίζεται στην ιδέα ότι το απαγορευμένο είναι πάντα πιο απολαυστικό, τότε είναι λογικό ότι, όταν δοθεί στους ανθρώπους η ευκαιρία να δημιουργήσουν το δικό τους πορνό, θα στραφούν σε φαντασιώσεις της πραγματικής ζωής που «δεν θα έπρεπε» να έχουν – εξού και το κύμα deepfakes και μη συναινετικών εικόνων που έχει κατακλύσει το X. Η χρήση του Grok για την παραγωγή παιδικής πορνογραφίας, ωστόσο, υπερβαίνει κάθε όριο. Το αν οι περισσότεροι χρήστες που σεξουαλικοποιούν εικόνες παιδιών μέσω του chatbot είναι τρολ που το κάνουν για να προκαλέσουν οργή ή πραγματικοί δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων κατά ανηλίκων σχεδόν χάνει τη σημασία του· η ίδια η δυνατότητα του Grok να δημιουργεί τέτοιες εικόνες συνιστά κατηγορητήριο για τον Μασκ και τους υπόλοιπους δημιουργούς του εργαλείου, καθώς ανοίγει έναν νέο δρόμο για τη διακίνηση παιδικής πορνογραφίας.
Σε ένα επεισόδιο podcast του 2023, ο Τζο Ρόγκαν εξέτασε τα πιθανά οφέλη ενός Προέδρου που θα έχει δημιουργηθεί από την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας ΑΙ ηγέτης, υποστήριξε, θα ήταν «απρόσβλητος από προκαταλήψεις, διαφθορά, επιρροή. Κάποιος που βλέπει τα πράγματα ορθολογικά και με έναν έξυπνο τρόπο που καλύπτει όλα τα πεδία». Το επιχείρημα αυτό, αν και τρομακτικά σαθρό, αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη πεποίθηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αποτελέσει έναν παντογνώστη με θεϊκές ιδιότητες, ικανό να καθοδηγήσει τη ζωή στη Γη –και πέρα από αυτήν– καλύτερα απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ η ανθρωπότητα. Όμως η παραγωγή κακοποιητικού και βίαιου σεξουαλικού περιεχομένου μέσω bots όπως το Grok, η οποία διαρκώς αυξάνεται, καθιστά σαφές ότι οι μηχανές δεν διαθέτουν εγγενές σύστημα αξιών ή εμπειρικό ηθικό κώδικα, πόσο μάλλον συνείδηση. Πρόκειται, άλλωστε, για προϊόντα σχεδιασμένα από ανθρώπους, τα οποία πωλούνται από εταιρείες με στόχο την κατάκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων αγορών και τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Και το σεξ πουλάει. Ο Μασκ δεν είναι ο μόνος στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης που το έχει αντιληφθεί. Πρόσφατα, ο Σαμ Άλτμαν, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, ανακοίνωσε τη «λειτουργία ενηλίκων» του ChatGPT, η οποία θα επιτρέπει τη δημιουργία ερωτικού περιεχομένου. Ο Άλτμαν δήλωσε ότι η εταιρεία θέλει να «αντιμετωπίζει τους ενήλικες χρήστες ως ενήλικες». Πρόκειται για μια δικαιολογία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την απορρύθμιση σχεδόν των πάντων.
Με στοιχεία από το «New Yorker»