KΑΝΟΝΙΚΑ, ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ, οι άνθρωποι ημερεύουν κι ενδίδουν σε καλοσύνες ασυνήθιστες, προσπαθώντας να πετάξουν από πάνω τους ένα παχύ στρώμα κούρασης. Και ας βρίσκουν να βασανίσουν με άλλους τρόπους τα κορμιά τους κουβαλώντας ομπρέλες θαλάσσης και θεόρατες τσάντες μέσα στην ντάλα του μεσημεριoύ, βαδίζοντας σε τσιμέντα και άμμο που βράζουν, για να φτάσουν στον «στόχο» τους.

 

Δεύτερο καλοκαίρι με πανδημία, όμως, και το χάσμα μεταξύ επαγρύπνησης και αμεριμνησίας είναι ξανά παρόν. Ας πούμε πως δεν μπορούμε να ησυχάσουμε ούτε να πλησιάσουμε εύκολα τους άλλους, κυρίως τους αγνώστους μας. Μόνο και μόνο αυτό δείχνει πως έχει υπάρξει μια τομή. Και όσοι και όσες πάνε να υποδυθούν τα στυλ ενός κλασικού, προ-Covid καλοκαιριού, βγάζουν ξαφνικά μια παράξενη επιθετικότητα που τους προδίδει, μαρτυρώντας πως περισσότερο θέλουν να αντιδράσουν παρά να ζήσουν όπως πριν, σαν να μην υπάρχει «αυτό».

 

Αυτό σκιάζει και ενοχλεί την ατμόσφαιρα, αφού η ειδησεογραφία εισχωρεί και κυρίως οι τοπικές φήμες για τα δύο, πέντε ή δέκα κρούσματα εδώ γύρω. Παρέες έτσι σχηματίζονται και διαλύονται προσωρινά με μια πρώτη καραντίνα γι’ αυτόν που επέστρεψε από νησί ή έγινε γνωστό πως αρρώστησε.

 

Αυτό το δεύτερο αλλιώτικο καλοκαίρι μιμείται ώρες-ώρες την ευδαιμονία, την άνεση, την ομορφιά τόσων άλλων. Είναι αδύνατο να μην ξεχνιέται σε αυτές τις παλιές πόζες που είναι και οι πιο ανθρώπινες. Από τη στιγμή όμως που κάποιος αναρωτιέται αν ο μάγειρας ή ο σερβιτόρος στην ταβέρνα είναι ανεμβολίαστοι ή αν το παιδί του που βγαίνει τα βράδια θα πέσει πάνω σε κάποιον με «Δέλτα», αυτός ο Ιούλιος τελειώνει με ένα βάρος στο στήθος.

 

Σκέφτομαι αυτές τις μέρες μια από τις ομάδες των αρνητών που είχε βγάλει μια αφίσα που έλεγε ότι ο αριθμός των κρουσμάτων είναι «μονάδα μέτρησης της καταστολής». Λάθος. Ο αριθμός των κρουσμάτων είναι απλώς η ανησυχαστική μουσική στο χορευτικό της καθημερινότητας, μια σκοτεινή μελωδία που δεν μπορείς να τη σβήσεις επειδή απλώς δεν θέλεις να την ακούς ή να σ' την υπενθυμίζουν οι άλλοι.

 

Αυτό το δεύτερο αλλιώτικο καλοκαίρι μιμείται ώρες-ώρες την ευδαιμονία, την άνεση, την ομορφιά τόσων άλλων. Είναι αδύνατο να μην ξεχνιέται σε αυτές τις παλιές πόζες που είναι και οι πιο ανθρώπινες. Από τη στιγμή όμως που κάποιος αναρωτιέται αν ο μάγειρας ή ο σερβιτόρος στην ταβέρνα είναι ανεμβολίαστοι ή αν το παιδί του που βγαίνει τα βράδια θα πέσει πάνω σε κάποιον με «Δέλτα», αυτός ο Ιούλιος τελειώνει με ένα βάρος στο στήθος.

 

Και ύστερα, για μας τους καταναλωτές των γενικών εξελίξεων, είναι πολλά τα σημάδια που επιβεβαιώνουν πως έχουμε μπει οριστικά στην εποχή των αλλεπάλληλων και διάδοχων συναγερμών. Οι πλημμύρες στην Κεντρική Ευρώπη, η αφρικανική σκόνη ως τακτικός πια επισκέπτης μας, οι τριάντα και σαράντα βαθμοί σε αρκτικές περιοχές της Ρωσίας, του Καναδά ή της Σκανδιναβίας, όλα αυτά πιστοποιούν πως τα ακραία φαινόμενα γίνονται μέρος ενός αναμενόμενου. Και οι δικοί μας καύσωνες που δεν είναι πια ρητορική των καναλιών αλλά σκληρά δεδομένα, στο ίδιο πλάνο.

 

Αλλά και η δημόσια ζωή μας πλήττεται από κουφές ακρότητες που παράγουν θόρυβο και κακοφωνία. Τι φέρνει, για παράδειγμα, η αχός των αρνητών, οι όχλοι των αντιδραστικών, τα παλαιοημερολογίτικα κινήματα της απόλυτης αντιεπιστημονικής καχυποψίας; Συναγερμοί δίχως τέλος, συγκρούσεις που δεν μπορούν να βρουν γλώσσα συνεννόησης, αρνήσεις που δεν πατούν παρά στα «δεν θέλω» και στα «δεν πιστεύω». Δεν είναι μόνο ο φυσικός κόσμος σε απρόβλεπτη αναταραχή. Είναι και οι κόσμοι της κοινωνικής μας εμπειρίας, η γεύση της καθημερινότητας και του χρόνου της. 

 

Παρόλα αυτά, όσα ατυχήματα και εκτροπές και αν υποστεί, όσες προσβολές και θλίψεις κι αν το μειώσουν, το ελληνικό καλοκαίρι κρατάει έναν πυρήνα αλώβητο και σχεδόν μεταφυσικά προστατευμένο. Όταν βρεθείς σε τόπους που δίνουν την αίσθηση του αληθινού χρόνου, της αφειδώλευτης διάρκειας, μιας υψηλής αρχιτεκτονικής και ιστορικής έντασης. Όταν το μάτι και όλες οι αισθήσεις ευφρανθούν από κάτι σχεδόν μυστηριώδες που τσαλαβουτάει σε οικεία σχήματα και πράγματα. Όταν συναντηθείς με αγαπημένους, έπειτα από καιρό. Ακόμα και όταν σταθείς στο ίδιο μπαλκόνι του διαμερίσματος που σε εξάντλησε για μήνες, χωρίς να έχεις καταφέρει την πολυπόθητη φυγή των διακοπών, έχοντας όμως μια αίσθηση υπαίθριας περιπλάνησης και φυσικά τις αναμνήσεις των αποθησαυρισμένων, παλιών καλοκαιριών. Ή και καθώς επιστρέφεις, αργά τη νύχτα, από κάποια παράσταση, και πετάς τη χειρουργική μάσκα στη σακούλα των σκουπιδιών, συζητώντας για το έργο.

 

Με όλα αυτά, το καλοκαίρι, όσο κι αν το αλλοιώνει η συγκυρία και οι ψυχρές και άχαρες κινήσεις της, μπορεί και κρατάει τον χαρακτήρα του. Είναι πεισματικό και γενναιόδωρο μαζί. Φυσικά και πολιορκείται από την αγωνία για τα επερχόμενα και από μια ανησυχία που, κανονικά, δεν θα είχε τέτοια σπουδαία θέση εντός του.

 

Όμως το καλοκαίρι δεν χάνεται. Επιμένει με όλη του τη γήινη μεταφυσική, τις ηδονικές ταλαιπωρίες, την φρεσκάδα των τοπίων του που τα αποθηκεύουμε σαν μαγνητισμένοι σε εκατομμύρια λήψεις με το κινητό μας.

 

Καμιά πανδημία δεν μπορεί να κλέψει ένα καλοκαίρι, όσο και αν το επισκιάζει και το κάνει, αντικειμενικά, περισσότερο ευάλωτο. Οι αλλεπάλληλοι συναγερμοί είναι άλλωστε, όπως έχουμε πει σε άλλα κείμενα, η νέα οικουμένη όπου βρεθήκαμε, εκόντες άκοντες.

 

Εδώ θα δοκιμαστούμε ατομικά και συλλογικά και στο μικρό μέτρο αυτής της χώρας και στις μεγάλες κλίμακες της συμμετοχής μας στην Ευρώπη και στον κόσμο. Το «ελληνικό καλοκαίρι» θα έχει όμως τους τρόπους να ξεγλιστράει από την Ιστορία, να ξαναγίνεται η εύπλαστη ύλη των ονείρων και ένα κομμάτι αναπαλλοτρίωτου παιδικού εδάφους, σαν αυτό που σκάβαμε για να θάψουμε, με όλες τις τιμές, την αγαπημένη γάτα, ενώ τα τζιτζίκια έπαιζαν τη μουσική τους.

 

Γράφω αυτές τις γραμμές έχοντας περάσει πριν από λίγο, από τον μαντρότοιχο ενός ρημαγμένου κήπου. Είναι ένας από αυτούς τους κήπους που η εγκατάλειψη τους έχει χαρίσει την όψη αληθινής ζούγκλας και όπου τη νύχτα κυκλοφορούν ακόμα όλα εκείνα τα πλάσματα που φανταζόμασταν εν μέσω των φόβων μας. Μου φάνηκε λοιπόν παράξενο που από τα ξερά χόρτα και τη βρόμικη αυλή ήρθε μια μυρουδιά μέντας, μέχρι που κατάλαβα ότι η μυρουδιά είχε μετοικήσει από ένα εφαπτόμενο, περιποιημένο περιβόλι.

 

Ας πούμε, λοιπόν, πως αυτό το ρημαγμένο των ξερόχορτων είναι όσα ζούμε και σχολιάζουμε και παλεύουμε όλους αυτούς τους μήνες, ενάμιση χρόνο τώρα. Και ας υποθέσουμε, ακόμα, πως κι αυτή η μέντα που δανείζει ομορφιά και νόημα στα ξερόχορτα είναι επίσης μια πολύτιμη πραγματικότητα: ένα ελληνικό καλοκαίρι που ξέρει να μας γνέφει από τις χαραμάδες, από έναν μαντρότοιχο, μια πρασιά, μια φωτογραφία. Επιστρέφει φροντίζοντας τους πληγωμένους, όσο μπορεί και όσο ακόμα του επιτρέπουμε να υπάρξει σαν πολιτισμός της καθημερινής ζωής. Και τι άλλο είναι, από μια ήπια παρένθεση που μαλακώνει όλες τις σκληρές εξουσίες του κόσμου μας;