ΕΙΧΕ ΠΛΑΚΑ Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ
 που δοκίμασα την ισχύ του πιστοποιητικού εμβολιασμού για να μπω δικαιωματικά και χωρίς μάσκα (αν ήθελα), ως άμεμπτος πορθητής, σε κλειστό χώρο εστίασης. Ήταν σε μπαρ γειτονικού νησιού πριν από καμιά δεκαριά μέρες και μόλις είχε ξεκινήσει η εφαρμογή του διαχωρισμού αυτού που θυμίζει κάτι από ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου ή από το Gattaca (μια από τις πιο υποτιμημένες και πιο ‘προφητικές’ ταινίες επιστημονικής φαντασίας ever). Μια φίλη δεν το είχε πρόχειρο στο κινητό και δεν μπορούσε να μπει. Είδα με την άκρη του ματιού μου να την σταματούν πίσω μου και να της ζητούν το χαρτί. Δεν είχα προλάβει να καθίσω στην μπάρα όταν άκουσα την φωνή της να χάνεται απότομα καθώς την έδιωχναν βίαια έξω από το μαγαζί αφήνοντάς την στο έλεος του ανεμβολίαστου όχλου. 

 

Φυσικά κάνω πλάκα, αν και δεν μπορεί πραγματικά να προβλέψει κανείς τι άλλο δυσοίωνο, διχαστικό, ταξικό, τοξικό ή απλώς αλλόκοτο μπορεί να δούμε όσο συνεχίζεται αυτή η ιστορία. Στην πραγματικότητα, βολεύτηκα για λίγο στο σκαμπό, χάιδεψα απαλά την μαρμάρινη και δροσερή μπάρα, παρήγγειλα ένα ποτό, ράντισα ελαφρά τα χέρια μου με αντισηπτικό (έχω εθιστεί στην κλινικά αναζωογονητική του μυρωδιά) και βγήκα ξανά έξω. Με τον καύσωνα που επικρατούσε, αν επιτρεπόταν μέσα το κάπνισμα, θα με έβρισκε το ξημέρωμα αγκαλιά με την μπάρα και το VIP πιστοποιητικό μου. 

 

Ποιος φορά μάσκα και ποιος δεν φορά, και γιατί δεν φορά και γιατί φορά αφού δεν είναι υποχρεωτική, και έχει εμβολιαστεί άραγε ή δεν έχει εμβολιαστεί, και γιατί δεν έχει εμβολιαστεί; Έχει ανοίξει η πόρτα της παράνοιας.

 

Εκεί στο νησί λοιπόν άκουσα έναν καταστηματάρχη να λέει ότι στην Αθήνα ο κόσμος συνήθισε στις μάσκες και δεν της βγάζει στο δρόμο παρά την χαλάρωση των μέτρων. Σε σχέση με τους τόπους διακοπών, ίσως έχει ένα δίκιο παρότι ήταν απλά η ιδέα του και μάλλον δεν στηριζόταν σε προσωπική εμπειρία. Στην περιοχή μου ισχύει πάντως σε μεγάλο βαθμό, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι υπάρχουν πολλά νοσοκομεία, ιατρεία, φαρμακεία και γραφεία, οπότε καταντά κουραστικό να την βάζεις και να την βγάζεις διαρκώς. Η αλήθεια είναι ότι έχω δεχτεί και κάποια επιτιμητικά βλέμματα (διακριτικά αλλά σαφή) από συμπολίτες μου που φάνηκαν να με λογαριάζουν ως ενδεχόμενη περίπτωση πλεμπαίου αρνητή καθώς πηγαίνω αμάσκωτος και με τις σαγιονάρες μέχρι το περίπτερο.  

 

Χωρίς σαφείς οδηγίες για τα καθημερινά, έχουμε μπει σε μια κατάσταση σύγχυσης και καχυποψίας και κάνουμε ένα σωρό παρακάμψεις – συχνά απότομες και σπασμωδικές –  για να μην βρεθούμε πολύ κοντά στους άλλους, ακόμα και έξω στον δρόμο (αυτό το κουσούρι θα μας μείνει σίγουρα). Ποιος φορά μάσκα και ποιος δεν φορά, και γιατί δεν φορά και γιατί φορά αφού δεν είναι υποχρεωτική, και έχει εμβολιαστεί άραγε ή δεν έχει εμβολιαστεί, και γιατί δεν έχει εμβολιαστεί; Έχει ανοίξει η πόρτα της παράνοιας. Και το πιο άσχημο είναι ότι μοιάζει να επικρατεί πλέον σε πολύ κόσμο – και μάλιστα ασχέτως του σχίσματος εμβολιασμένων και μη – η αντίληψη ότι είτε έτσι είτε αλλιώς κανένα μέτρο δεν έχει και τόσο νόημα, ότι κάπου όλοι κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας μπας και ζήσουμε λίγο κανονικό καλοκαίρι, και μετά έχει ο θεός. 

 

Όπως συμβαίνει και αλλού στην Ευρώπη και τον κόσμο (αυτό το παραμύθι της μοναδικότητας αυτής της χώρας, είτε για καλό είτε για κακό, έχει καταντήσει αηδία προ πολλού), το κράτος αποφάσισε να ανοίξει το θερινό μαγαζί και να μεταφέρει την ευθύνη της ορθής υγειονομικής συμπεριφοράς στους πολίτες. Όποιος/α δεν έχει εμβολιαστεί ας πρόσεχε, τώρα με τις μάσκες και τα υπόλοιπα, βρείτε τα μόνοι σας. Ούτε λειτουργεί πραγματικά ούτε είναι ανεκτή η αυστηρή αστυνόμευση σε μια τέτοια περίσταση, αυτό έχει αποδειχτεί και στην Ελλάδα και παντού. Έχουν γραφτεί ήδη πολλά και από διαφορετικές σκοπιές για το ζήτημα αλλά πιστεύω ότι ακόμα και για τον «ιστορικό του μέλλοντος» θα είναι πολύ σημαντικό και κομβικό ενδεχομένως το θέμα της προσωπικής ή ατομικής ευθύνης όπως τέθηκε και όπως εξελίχθηκε κατά την πανδημία του κορωνοϊού Covid-19.