Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΩΝ κατέγραψε κάποιες κοινά αποδεκτές τάσεις. Σταθεροποίηση στους βασικούς πολιτικούς δείκτες, με μια μικρή κάμψη της κυβέρνησης. Εμφανή κόπωση του εκλογικού σώματος από τα περιοριστικά μέτρα της πανδημίας. Αναντιστοιχία «σκληρού» κομματικού λόγου και κυρίαρχης κοινωνικής αντίληψης. Ηλικιακό ρήγμα σε επίπεδο αντιλήψεων και εκτιμώμενης πολιτικής συμπεριφοράς.

 

Το τελευταίο δίμηνο ήταν για την κυβέρνηση το δυσκολότερο της έως τώρα θητείας της. Αντικειμενικοί λόγοι αλλά και εσφαλμένοι χειρισμοί δημιούργησαν μια εξαιρετικά επιβαρημένη συγκυρία. Αυτό αποτυπώθηκε σε επί μέρους δημοσκοπικούς δείκτες, ωστόσο δεν φαίνεται να αποτελεί καθοριστικό πλήγμα για τη ΝΔ. Η εικόνα της, προς το παρόν τουλάχιστον, έχει θολώσει, αλλά δεν έχει ραγίσει. 

 

Μπορεί η αντιπολίτευση να μιλάει για «αρχή του τέλους» της κυβέρνησης, αλλά μια ψύχραιμη ανάγνωση των δεδομένων λέει άλλα. Η ΝΔ, που το 2019 κέρδισε τις εκλογές με 8,5% διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα καταγράφει ακόμα μεγαλύτερες διαφορές, της τάξης του 10-14%. Το ποσοστό της κυμαίνεται στο επίπεδο των τελευταίων εκλογών, σε κάποιες έρευνες είναι ακόμα μεγαλύτερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στο αντίστοιχο χρονικό σημείο της δικής του θητείας, είχε πάει από +7% στο -7%.

 

Η δημοσκοπική εικόνα της ΝΔ σήμερα είναι καλύτερη από ό,τι ήταν τις παραμονές των εκλογών του 2019. Την ίδια ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μηδενικές εισροές ψηφοφόρων από άλλα κόμματα, η μικρή άνοδός του οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση συσπείρωσης, ενώ η δημοσκοπική υστέρηση του κ. Τσίπρα έναντι του κ. Μητσοτάκη μοιάζει παγιωμένη. Όπως παγιωμένη μοιάζει, σε γενικές γραμμές, και η εικόνα των υπόλοιπων κομμάτων, κάτι που δείχνει περιορισμένη, προσώρας, πολιτική κινητικότητα. 

 

Η δημοσκοπική εικόνα της ΝΔ σήμερα είναι καλύτερη απ' ό,τι ήταν τις παραμονές των εκλογών του 2019. Την ίδια ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μηδενικές εισροές ψηφοφόρων από άλλα κόμματα, η μικρή άνοδός του οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση συσπείρωσης, ενώ η δημοσκοπική υστέρηση του κ. Τσίπρα έναντι του κ. Μητσοτάκη μοιάζει παγιωμένη.

 

Ένα κρίσιμο στοιχείο που συχνά δημιουργεί εντυπώσεις είναι η αφετηρία των συγκρίσεων, αν γίνεται σε σχέση με το 2019 ή τα ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά αποδοχής της κυβέρνησης το πρώτο 8μηνο του 2020, οπότε η κάμψη φαίνεται εμφανώς μεγαλύτερη. 

 

Όποιος παρατηρεί τα δημοσκοπικά δεδομένα σε άλλες χώρες, θα διαπιστώσει ότι κι εκεί η τάση ήταν παρόμοια. Στην πρώτη φάση παρατηρήθηκε παντού η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία», με ενίσχυση όλων των «συστημικών»-κυβερνητικών κομμάτων. Στην πορεία, καθώς η πανδημία διήρκεσε περισσότερο και καθώς η κόπωση αυξήθηκε, όλες οι κυβερνήσεις άρχισαν να παρουσιάζουν δείγματα φθοράς. Συγκριτικά, μάλιστα, ο βαθμός ικανοποίησης για τη διαχείριση της πανδημίας που καταγράφεται στην Ελλάδα είναι υψηλότερος απ’ ό,τι σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Βρετανία.


Τι θα γίνει από δω και μπρος; Ουδείς γνωρίζει. Είναι προφανές ότι το πολιτικό κλίμα βραχυπρόθεσμα επηρεάζεται από την εξέλιξη της πανδημίας, κάτι που είναι ευθέως συνδεδεμένο με την πορεία των εμβολιασμών. Η μόνη χώρα που έχει προχωρήσει πολύ ως προς αυτό είναι η Βρετανία. Εκεί η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον μοιάζει να ανακτά ανοδική δυναμική. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά επιπόλαιο και πρόωρο να προβλέψει κανείς ανάλογες τάσεις σε άλλες χώρες. Ακόμα κι αν αυτό συμβεί, πιθανότατα θα είναι πρόσκαιρο, καθώς το μεγάλο στοίχημα για όλους θα είναι οι μακροχρόνιες επιπτώσεις, κυρίως οι οικονομικές, της πανδημίας. 
Με βάση τα παραπάνω, οι προκλήσεις, κυρίως για την κυβέρνηση (αλλά όχι μόνο γι’ αυτήν), θα είναι: 

 

679
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Πρώτον, να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα επιδημιολογικά δεδομένα και στην κοινωνική κόπωση. Το να πεις «δεν με νοιάζει το πολιτικό κόστος, θα κάνω αυτό που εισηγούνται οι ειδικοί» είναι εύκολο και μπορεί πολλοί να σε επαινέσουν γι’ αυτό. Το να εφαρμοστούν, όμως, τα μέτρα από μια κοινωνία που είναι στα όριά της είναι δύσκολο. Και τότε, ούτε αποτέλεσμα έχεις ούτε το κόστος αποφεύγεις. 

 

Δεύτερον, να μην παρασυρθεί σε ένα παιχνίδι πολιτικής τοξικότητας ερήμην της κοινωνίας. Αν κάτι έδειξαν όλες ανεξαιρέτως οι έρευνες, είναι ότι η ακραία ρητορική απομονώνει. Έχουμε ξαναγράψει σε παλιότερες αναλύσεις ότι ο μικρόκοσμος των σόσιαλ μίντια και η τοξικότητα που συχνά τον χαρακτηρίζει δεν χαρακτηρίζουν την κοινωνία στο σύνολό της και σίγουρα όχι τους ψηφοφόρους περιορισμένων πολιτικών ταυτίσεων που κρίνουν τις εκλογές. Ο Μητσοτάκης κέρδισε όποτε απευθύνθηκε σε αυτούς ως πρωθυπουργός και όχι ως κομματάρχης. Ο Τσίπρας, αντιθέτως, σήμερα δεν κερδίζει όσα θα μπορούσε, ακριβώς επειδή έχει επιτρέψει να κυριαρχήσει στον ΣΥΡΙΖΑ η ρητορική κάποιων φανατικών στελεχών ή υποστηρικτών του.

 

Τρίτον, να προσέξει τις νέες ηλικίες. Ποτέ δεν ήταν το ατού της ΝΔ. Ακόμα και στις εκλογές του ’19, σε αυτές ήταν δεύτερο κόμμα. Ειδικά η γενιά που είχε τα πρώτα της πολιτικά ερεθίσματα τα χρόνια της κρίσης, νιώθει ακόμα μεγαλύτερη απόσταση. Κυρίως ψυχική και λιγότερο προγραμματική, κι αυτό κάνει τη διαχείριση ακόμα δυσκολότερη. Το γιατί το έχουμε αναλύσει από αυτήν τη στήλη πολλές φορές. Η κατάσταση, όμως, μοιάζει να έχει επιδεινωθεί και αυτό μακροπρόθεσμα μπορεί να εξελιχθεί σε μείζον στρατηγικό ζήτημα για τη ΝΔ. 

 

Τέλος, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την κυβέρνηση, ακριβώς επειδή η εικόνα της «κρατάει» ακόμα, θα είναι να πιστέψουν ότι είναι «τεφάλ». Και να επαναλάβουν φτηνά λάθη, επιπολαιότητες και αργοπορημένες αντιδράσεις, από αυτά που εξοργίζουν τον κόσμο και σπαταλούν πολιτικό κεφάλαιο. Αν αυτό εξαντληθεί, το πράγμα μετά δεν μαζεύεται. Το να σου αναγνωρίζει ο κόσμος ότι το παλεύεις αξιοπρεπώς μέσα στην καταιγίδα κι εσύ να τον εξοργίζεις με λάθη που θα μπορούσαν να αποφευχθούν είναι τσάμπα φθορά. Είναι ο ορισμός της αυτοϋπονόμευσης. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.