ΟΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ για τον χειρισμό της υπόθεσης Κουφοντίνα ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν βέβαιο ότι οι μαζικές κινητοποιήσεις υπέρ του κρατούμενου απεργού πείνας θα έφερναν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και πολιτικά κέρδη για το ίδιο. Οι πρόσφατες μετρήσεις της κοινής γνώμης όμως, προκάλεσαν μεγάλη απογοήτευση, καθώς κατέδειξαν ότι η πλειοψηφία επιδοκιμάζει την ανυποχώρητη στάση της κυβέρνησης και αποδοκιμάζει την υποστήριξη στο αίτημα του Κουφοντίνα. 

 

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας αρχικά είχε κάποιες επιφυλάξεις για το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να ταυτιστεί με την κινητοποίηση για το αίτημα του Κουφοντίνα, επειδή αυτό μπορεί να έβλαπτε το “σοσιαλδημοκρατικό” προφίλ που θέλει να αποκτήσει το κόμμα του, προκειμένου να προσελκύσει πιο κεντρώους ψηφοφόρους, ώστε να είναι σε θέση να διεκδικήσει με αξιώσεις την εξουσία. Τόσο η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ όμως, όσο και ο βασικός κορμός του κόμματος τάχθηκαν άμεσα υπέρ, χωρίς να περιμένουν τη γραμμή του κόμματος. 

 

Η μεγάλη συμμετοχή στις διαδηλώσεις έδωσε γρήγορα την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα κίνημα που θα ξέφευγε από τα στενά όρια της αριστεράς και του χώρου, με αποτέλεσμα να αρθούν οι επιφυλάξεις. 

 

Σήμερα, μερικά από τα πιο μετριοπαθή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που συνέχισαν να διατηρούν τις επιφυλάξεις τους, υποστηρίζουν ότι “όποιος έβλεπε ψύχραιμα, μπορούσε να διαπιστώσει από την αρχή ότι η συμμετοχή ποτέ δεν ξεπέρασε  τα όρια της αριστεράς, απλά υπήρξε υψηλή συσπείρωση όλων των δυνάμεων της, με αποτέλεσμα να δώσει σε κάποιους την εντύπωση ότι επρόκειτο για κάτι άλλο”. Φυσικά με την εκτίμηση αυτή δεν συμφωνούν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά είναι κοντά στην εκτίμηση της ηγεσίας, μετά και τις δημοσκοπήσεις που αποτέλεσαν ψυχρολουσία. 

 

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας αρχικά είχε κάποιες επιφυλάξεις για το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να ταυτιστεί με την κινητοποίηση για το αίτημα του Κουφοντίνα, επειδή αυτό μπορεί να έβλαπτε το “σοσιαλδημοκρατικό” προφίλ που θέλει να αποκτήσει το κόμμα του, προκειμένου να προσελκύσει πιο κεντρώους ψηφοφόρους

 

ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, στην υπόθεση Λιγνάδη, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν μεγαλύτερη αμφισβήτηση και αποδοκιμασία για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, παρά για τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ. 

 

Στην υπόθεση Λιγνάδη το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε ποντάρει εξ αρχής πολλά και υπήρχε γραμμή να αναδειχθεί και να αξιοποιηθεί στο μεγαλύτερο βαθμό πολιτικά. Στην Κουμουνδούρου είδαν μετά από πολύ καιρό να τους βγαίνει επικοινωνιακά κάτι, καθώς με την πανδημία δεν τα είχαν καταφέρει. Σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της κυβέρνησης εδώ είναι και η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στον καλλιτεχνικό χώρο, όπου μάλλον υπερέχει και είναι και πιο καλά οργανωμένος. 

 

Παρόλα αυτά και για την υπόθεση Λιγνάδη υπήρξε γκρίνια στην Κουμουνδούρου. Πάνω που θεώρησαν ότι είχαν καταφέρει να στριμώξουν την κυβέρνηση και να την φέρουν σε δύσκολη θέση, οι ακραίες τοποθετήσεις κάποιων βουλευτών, στελεχών και φιλικών μέσων που ταύτιζαν, χωρίς στοιχεία, το Μέγαρο Μαξίμου με ΜΚΟ, κυκλώματα παιδεραστίας και προσφυγόπουλα, τη βοήθησαν να ανασυνταχθεί και να βγει στην αντεπίθεση. 

 

Στη συνέχεια ηρθε η υπόθεση Κουφοντίνα και οι διαδηλώσεις συμπαραστασης, οι οποίες δεν κατάφεραν να ασκήσουν ιδιαίτερη πολιτική  πίεση στην κυβέρνηση, αφού σε αυτές δεν συμμετείχαν ψηφοφόροι της και δεν θεωρούσε ότι μπορεί να χάσει κάτι. Αντιθέτως, το δικό της κοινό διαμαρτυρόταν από την αρχή για τις συγκεντρώσεις και ζητούσε -όπως μπορούσε κανείς να διαπιστώσει και από τα σόσιαλ μήντια- να απαγορεύσει τις διαδηλώσεις, κάτι που έκανε την τρίτη μέρα.  

 

Στον ΣΥΡΙΖΑ αρχικά  κάποιοι εκτιμούσαν ότι οι διαδηλώσεις αυτές μπορεί να έπαιρναν έναν χαρακτήρα παρόμοιο με εκείνον του Δεκεμβρίου του 2008 και να δημιουργούσαν συνθήκες ακόμα και ανατροπής. Ο αρχικος ενθουσιασμός όμως, μετά τις πρώτες 2-3 μέρες  έδωσε τη θέση του στον προβληματισμό. Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να θεωρεί ότι οι δηλώσεις Δρίτσα έκαναν ζημιά στο κόμμα και για αυτό, παρότι τον έβαλαν να ανασκευάσει, δεν κρίθηκε ικανοποιητική η διορθωτική του δήλωση και το κόμμα, με εντολή του προέδρου του, αναγκάστηκε να βγάλει ανακοίνωση που έλεγε ότι οι δηλώσεις αυτές δεν εξέφραζαν ούτε τον ίδιο ούτε το κόμμα. 

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΔΩ; Ο Θοδωρής Δρίτσας στη συνέντευξή που προκάλεσε αντιδράσεις, είπε “ότι κανείς δεν έχει τρομοκρατηθεί από την 17 Νοέμβρη, αντίθετα ο ελληνικός λαός έχει τρομοκρατηθεί από πολλές πολιτικές”. Με την άποψη αυτή συμφωνούν πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι βρήκαν άδικη την επίθεση που δέχθηκε επειδή διατύπωσε κάτι που θεωρούσε αυτονόητο. Ούτε φαίνεται να τα είπε όλα αυτά κατά λάθος, γιατί, όπως μπορεί να διαπιστώσει εύκολα κανείς ακούγοντας το ηχητικό ντοκουμέντο, η δημοσιογράφος έκπληκτη τον ξαναρωτά κι εκείνος επιμένει. Παρόλα αυτά, η ηγεσία του κόμματος θεώρησε ότι η δήλωση αυτή θα έβλαπτε το κόμμα και ο Θοδωρής Δρίτσας αναγκάστηκε να πει ότι δεν εννοούσε αυτό που είπε. Στη συνέχεια  βγήκε και η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ η οποία έλεγε για “Ατυχή δήλωση Δρίτσα” που “δεν εκφράζει ούτε τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε τον ίδιο”. 

 

Η Νέα Δημοκρατία συνέχισε να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για “καμπάνια υπεράσπισης του κατά συρροή δολοφόνου Δ. Κουφοντίνα” και τον Αλέξη Τσίπρα για “αφωνία”. Μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο η παρουσίαση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για την υγεία δεν είχε την απήχηση που ήθελαν και επικοινωνιακά ήταν μάλλον αποτυχία. 

 

Στον ΣΥΡΙΖΑ διαπιστώνουν ότι η περίοδος χάριτος της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει περάσει προ πολλού. Στις δημοσκοπήσεις διαφαίνεται όλο και πιο συχνά και η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης για ορισμένους κυβερνητικούς χειρισμούς. Από την δυσαρέσκεια αυτή όμως δεν κερδίζει τίποτα ο ΣΥΡΙΖΑ για την ώρα,  καθώς δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι άλλαξε και ότι ωρίμασε. 

 

Ο Αλέξης Τσίπρας αναζητά εδώ και καιρό νέα στελέχη με πιο τεχνοκρατικό προφίλ, αλλά δεν βρίσκει. Ακόμα και η Λούκα Κατσέλη, όταν έψαχνε ένα καλό βιογραφικό για να βάλει απέναντι στον καθηγητή Πισσαρίδη και την επιτροπή του, δεν δέχθηκε, λέγοντας του ότι δεν έχει χρόνο. Η προσπάθεια ωστόσο θα συνεχιστεί και μέχρι να βρει τα στελέχη που αναζητά για να τον πλαισιώσουν στον νέο ΣΥΡΙΖΑ, θα πάρει το επικοινωνιακό παιχνίδι πάνω του.