ΣE ENA TAΞΙΔΙ
 προ Covid-19 έμαθα με σκληρό τρόπο πόσο σημαντικό είναι να ταξιδεύεις με τα σωστά βιβλία. Είχα διαλέξει έναν κορυφαίο συγγραφέα του περασμένου αιώνα, που πολλοί με είχαν πείσει ότι έπρεπε οπωσδήποτε να μελετήσω. Το βιβλίο είχε κλείσει πάνω από οκτώ μήνες στο γραφείο μου αδιάβαστο. Κάθε φορά που το παράταγα, με σιχαινόμουν. Σχεδόν ανέγγιχτο, με έκρινε πίσω απ’ την επιτραπέζια λάμπα.

 

Σκέφτηκα πως κάτι έκανα λάθος. Είμαι τόσο ανίδεη και αδαής, τελικά; Με αυτές τις εντελώς συγκεκριμένες ενοχές, που σε πιάνουν λίγα δευτερόλεπτα πριν από το ταξίδι, έριξα το βιβλίο στην τσάντα και πήγα στο αεροδρόμιο.

 

Στο αεροδρόμιο ένιωσα αμέσως απροετοίμαστη. Λες και είχα ξεχάσει το διαβατήριο. Κοιτούσα άλλους γύρω μου που καταβρόχθιζαν σελίδες με μανία. Ανθρώπους που ευχαριστιόντουσαν αυτό που διάβαζαν ή που, τουλάχιστον, έτσι φαίνονταν σ’ εμένα, ενώ εγώ ήμουν εντελώς αξιοθρήνητη και καθόμουν και κοίταζα, χωρίς να διαβάζω το αχώνευτο βιβλίο μου, που δεν μου ’λεγε τίποτα. Θα προτιμούσα να διαβάσω τους πίνακες των αφίξεων/αναχωρήσεων.

 

Ταυτόχρονα ένιωθα εντελώς ηλίθια, γιατί είχα μπροστά μου ώρες πτήσης και μετά αρκετές μοναχικές ώρες σε ένα άγνωστο μέρος, οπότε κατέληξα να ξοδεύω τα λεφτά μου στα περιοδικά που πουλάνε τα αεροδρόμια. Έπιασα τον εαυτό μου να αναπτύσσει επιθετικότητα προς το βιβλίο: αν χανόταν, δεν θα με πείραζε. Όμως δεν χάθηκε, παρόλο που δεν το έβαζα καν στο σακίδιο και το κουβάλαγα στο χέρι, ώστε εύκολα να παραπέσει κάπου.

 

Οι άλλοι επιβάτες πάσχιζαν να διακρίνουν τον τίτλο, όπως κάνει πάντα όλος ο φυσιολογικός κόσμος όταν κάποιος κρατάει βιβλίο, ενώ εγώ προσπαθούσα με το βλέμμα να τους πω να μην αγοράσουν το συγκεκριμένο βιβλίο, χωρίς να φανώ γελοία. Το ήξερα μέσα μου από την πρώτη στιγμή: είχα διαλέξει λάθος συνταξιδιώτη και, όπως όλες οι φορτικές παρέες, θα μου κολλούσε σε όλη τη διαδρομή και στον προορισμό μου, αναλύοντας πράγματα που καθόλου δεν με ενδιέφεραν. 

 

Με κάποιον τρόπο το μέρος επιδρά στο βιβλίο και το βιβλίο επιδρά στο μέρος. Αλλιώς διαβάζεις σε διαφορετικά μέρη.

 

Έκτοτε προσέχω. Όταν είναι να πάω κάπου, φυσικά, υποφέρω, όπως όλοι, επειδή πρέπει να διαλέξω τι βιβλίο να πάρω μαζί μου και φυσικά νιώθω ενοχές, κοιτώντας τα αδιάβαστα, που, όσο κι αν διαβάσεις, πολλαπλασιάζονται. Αποφεύγω πλέον βιβλία που έχουν κλείσει πενταετία αδιάβαστα στα ράφια μου. Αν είναι να μου αρέσουν, θα συμβεί όταν γυρίσω.

 

Πλέον παίρνω λεπτά βιβλία μαζί μου. Έμαθα το μάθημά μου μετά από κάμπινγκ και ολοήμερες επιθέσεις σε εκθέσεις μουσείων. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα μπορούσε να έχει προβλέψει ένα μέγιστο σελίδων ανάγνωσης ανά ημέρα και να βάλει αντιστοίχως δύο μικρά βιβλία στην τσάντα. Όμως όχι εγώ. Έχω βρεθεί να κουβαλάω σαν τιμωρημένη κάμποσα κιλά ύλης στην πλάτη μου, νιώθοντας εντελώς χαζή και έρμαιο των ψυχαναγκασμών μου. Και είναι κάπως ντροπιαστικό να μη βρίσκεις την οδοντόβουρτσα ή το αντικουνουπικό, αλλά με το που χώνεις το χέρι στο σακίδιο να πιάνεις τη σκληρή ράχη της Άννας Καρένινας. Λατρεύω τα χοντρά βιβλία, αλλά δεν είναι για κάθε περίσταση. Ειδικά αν δεν έχεις αμάξι. Ή αν ξέρεις ότι για σουβενίρ θα αγοράσεις βιβλία.

 

Σε όλους τους ταξιδιώτες-αναγνώστες συμβαίνει: μπαίνεις σε ένα άγνωστο βιβλιοπωλείο σε ένα άγνωστο μέρος κι αφού ακούσεις τον βιβλιοπώλη να αναλύει κάποιο έργο, το οποίο προηγουμένως αγνοούσες, χωρίς αυτό να σε θίγει, κάπως επείγεσαι ξαφνικά να το αγοράσεις.

 

Μια πιθανή στιγμή αναγνωστικού high στις διακοπές είναι όταν διαβάζεις αυτό που κάποιος σου ’χει προτείνει και νιώθεις να χτίζεται η σύνδεση. Είναι σαν να πεζοπορείς με παρέα, χωρίς να ξέρεις στα σίγουρα ότι κι οι άλλοι παρατηρούν τα ίδια πράγματα μ’ εσένα. Τίποτα δεν σε εμποδίζει να νιώσεις δικαιολογημένη εγγύτητα.

 

Με κάποιον τρόπο το μέρος επιδρά στο βιβλίο και το βιβλίο επιδρά στο μέρος. Αλλιώς διαβάζεις σε διαφορετικά μέρη. Πάντως, όταν αυτό που διαβάζεις σε πιάνει, νιώθεις ότι είσαι και μέσα στο βιβλίο και έξω απ’ αυτό. Βρίσκω αυτή την αμφίρροπη αίσθηση όταν, για παράδειγμα, στο βιβλίο βρέχει, ενώ εγώ είμαι στην παραλία με αντηλιακό. Είναι λάθος να μιλήσεις τότε με ενθουσιασμό στους γύρω σου. Εκτός κι αν θες να ερωτηθείς αν «το δανείζεις». Δηλαδή αν συναινείς στην κλοπή του.

 

Αν δεχτούμε, πάντως, ότι τα μέρη και τα βιβλία αλληλεπιδρούν κάπως μες στο κεφάλι μας, τα βιβλία που παίρνουμε μαζί μας αλλάζουν τη σύσταση των διακοπών. Αν η επιλογή είναι καλή, το συγκεκριμένο μέρος και το συγκεκριμένο βιβλίο μπλέκονται οριστικά. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.