Οι Παναγίες της Πατησίων

Οι Παναγίες της Πατησίων Facebook Twitter
«Ακριβή είσαι, κυρα-Ματούλα, στο σούπερ-μάρκετ τα πουλάνε μισή τιμή». Εικονογράφηση: bianka/ LIFO
0


ΚΟΙΤΑ ΕΔΩ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Χώματα και φασαρία κάθε μέρα τρεις μήνες τώρα. Ούτε το γιοφύρι της Άρτας να χτίζανε. Αν δεν σκουπίσω τρεις φορές τη μέρα, θα πνιγούμε από τη σκόνη. Μέχρι να το κάνουν ξενοδοχείο, θα μου το ’χουν κλείσει το μαγαζί.

Πού να ’βλεπες πώς ήταν εδώ παλιά. Έχεις δει ποτέ απλώστρα με μπουγάδα πάνω στο πεζοδρόμιο; Εδώ, επί της Δροσοπούλου; Να θες να περάσεις και να πρέπει να σπρώξεις την απλώστρα. Μωρουδιακά, κολάν, φόρμες, εσώρουχα, όλα μαζί. Ήμασταν που ήμασταν σαν το Χονγκ Κονγκ στην Κυψέλη, δεν μας έφταναν οι μαύροι, δεν μας έφταναν οι Κινέζοι, δεν μας έφταναν οι Άραβες, ήρθαν και οι ξανθομπάμπουρες! Στο τέλος θα ζητάμε ειδική άδεια κυκλοφορίας για να μπούμε στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. Κι εμείς σε ημιυπόγειο μεγαλώσαμε, στη Φωκίωνος μάλιστα, πάνω στον πεζόδρομο, αλλά δεν βγάζαμε την μπουγάδα στον δρόμο.

Ξέρεις ποια έμενε εκεί; Η Μαύρη Καλλονή! Η Λαουάλ. Με τον άντρα της τον Τζέρι και τρία μωρά. Νιγηριανοί. Καθημερινοί πελάτες. Για μπίρες και χύμα κρασί και πάντα μου επέστρεφαν και τα γυάλινα μπουκάλια.

Τι να έκανα, 14 χρονών παιδί, του τα ’δωσα βερεσέ, από το να το αφήσω να κολλήσει καμιά παλιοαρρώστια. Την επόμενη μέρα, ίδια ώρα, να σου πάλι ο Ηρακλής με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

Πριν από τρεις μήνες τούς βγάλανε από την τριώροφη. Να την έβλεπες το βράδυ, μετά τις έντεκα, πώς ανηφόριζε προς το πάρκο του Φιξ. Ξέρεις τι είναι εκεί; Θα τα μάθεις με τον καιρό, το μαγαζί αυτό έχει μέλλον. Άμα το κάνεις μπαρ, θα πιάσεις την καλή. Αλλά κοίτα να ξεστραβωθείς κι εσύ και οι συνέταιροί σου. Εδώ δεν είναι Βερολίνο. Να μάθετε τη γειτονιά όσο προλαβαίνετε. Δεν ξέρεις ότι εκεί κάνουν πιάτσα οι μαύρες; Από Γκάνα, από Νιγηρία, απ’ όπου.

Τον θυμάσαι τον Ηρακλή; Τον οικοδόμο, τον γιο της Αλβανίδας που είχε τον φούρνο στη Βικτώρια. Ήρθε μια νύχτα την ώρα που κατέβαζα ρολά.

«Κυρά Ματούλα, θέλω καπότες».

«Κι επειδή σε πιάσαν εσένα οι σηκωμάρες σου νυχτιάτικα, πρέπει να ξανανοίξω το μαγαζί;»

«Σε παρακαλώ, κυρα-Ματούλα, είναι επείγον» και έπεσε στα γόνατα.

Τι να κάνω, τον έβαλα να μου σηκώσει τα ρολά, γιατί έχω και τη δισκοκήλη, μπήκα μέσα, πήρα ένα πακέτο και του το ’δωσα.

«Σου φτάνουν τρία;»

Βάζει το χέρι στην τσέπη, τραβάει μια χούφτα κέρματα κι αρχίζει να μετράει εικοσάλεπτα, πενηντάλεπτα, μονόευρα.

«Πάρ’ τα τώρα», του λέω, «και περνάς αύριο».

«Κυρά Ματούλα, να σε ρωτήσω κάτι;»

Κοίτα να δεις, λέω, που θα με ρωτήσει πώς να βάλει την καπότα και θα τον διαολοστείλω.

«Μου φτάνουν τόσα για “γυναίκα”;»

«Βρε απαράδεκτε, εμένα βρήκες να ρωτήσεις πόσα παίρνει η πουτάνα; Τράβα ρώτα τον πατέρα σου».

«Πού να τον βρω στον Κορυδαλλό να τον ρωτήσω;»

«Ρώτα έναν άντρα, εμένα βρήκες; Άντε στο καλό, και πέρνα αύριο».

Τι να έκανα, 14 χρονών παιδί, του τα ’δωσα βερεσέ, από το να το αφήσω να κολλήσει καμιά παλιοαρρώστια. Την επόμενη μέρα, ίδια ώρα, να σου πάλι ο Ηρακλής με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Βγάζει ένα δεκάευρο και μου λέει:

«Ακριβή είσαι, κυρα-Ματούλα, στο σούπερ-μάρκετ τα πουλάνε μισή τιμή».

Άσ’ το, λέω από μέσα μου, μην τον ξεσυνερίζεσαι, μικρός είναι και δεν μπορεί να κουμαντάρει τα ντουζένια του.

«Με πέντε ευρώ στο πάρκο Φιξ έκανα και τη “δουλειά” μου, εσύ είσαι πιο ακριβή και απ’ τις πουτάνες».

«Βρε πανάθεμα το κεφάλι σου», του λέω.

«Σ’ τα χαρίζω και σε καλή μεριά, αλλά όχι και να με δουλεύεις ψιλό γαζί».

Κι όμως μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι, και μάλιστα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Πήγε στην πιάτσα, διάλεξε όποια ήθελε, της έδειξε τα φραγκοδίφραγκα, αλλά ήταν λίγα. Επέμενε αυτός, λέει, και τελικά τον πήρε μέσα στο παρκάκι. Στα όρθια και πίσω από τους θάμνους. Αλλά τον πήρε. Κι όταν ήρθε μια φιλενάδα της, δεν την έδιωξε, έπιασαν την κουβέντα μπροστά στον Ηρακλή. Κι αυτός απτόητος. Ασταμάτητος.

«Άντε βρε, σ’ τα κερνάω για να μην έχεις παράπονο, και να προσέχεις».

Βγαίνει ο Ηρακλής, μπαίνει μέσα η Λαουάλ με μια σακούλα γεμάτη μπουκάλια μπίρες, ένα μωρό στην αγκαλιά κι άλλα δύο να κρέμονται από τη ζακέτα της. Πάγωσε ο μικρός. Είχε κοκαλώσει και μας κοιτούσε έξω από την τζαμαρία.

Έτσι έμαθε τον έρωτα ο Ηρακλής, με καπότες βερεσέ και στα όρθια, και τώρα περνάει με τη μηχανάρα του και ούτε που γυρίζει να κοιτάξει. «Κατάλαβες, αγόρι μου; Δεν είσαι αγόρι; Α πα πα! Σε πέρασα για άντρα, κοπέλα μου».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οπτική Γωνία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νησιά στο κόκκινο: Οι βιολογικοί καθαρισμοί στα όριά τους

Ρεπορτάζ / Νησιά στο κόκκινο: Οι βιολογικοί καθαρισμοί στα όριά τους

Τι καταλήγει, τελικά, στη θάλασσα όταν ο υπερτουρισμός, τα προβληματικά δίκτυα των αστικών λυμάτων και η έλλειψη τεχνικού προσωπικού στους μικρούς νησιωτικούς δήμους πιέζουν τις υποδομές αυτές;
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Αριστερά και δεξιά: Ποιος θυμάται πια τι σημαίνουν;

Οπτική Γωνία / Αριστερά και δεξιά: Ποιος θυμάται πια τι σημαίνουν;

Οι παλιές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές, ο λαϊκισμός και η νέα πολιτική γεωγραφία. Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας Κωνσταντίνος Σαραβάκος αναλύουν τι σημαίνει σήμερα να είσαι αριστερός ή δεξιός.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Στο τραπέζι λύση για το Σινά;

Ρεπορτάζ / Το θολό και δύσκολο μέλλον της Μονής Σινά

Μια λύση με επώδυνους όρους αλλά και κρίσιμες εγγυήσεις βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ιερά Μονή του Σινά, μετά τα δυσμενή δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
«Μ’ αγαπάει ή όχι;»: Γιατί ρωτάμε το ChatGPT για τις σχέσεις μας

Οπτική Γωνία / Μ’ αγαπ(AI) δεν μ' αγαπ(ΑΙ); Γιατί ρωτάμε το ChatGPT για τις σχέσεις μας

Γιατί εμπιστευόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη για τα πιο προσωπικά μας ζητήματα; Τι αναζητούμε πραγματικά όταν τη ρωτάμε αν ταιριάζουμε με τους συντρόφους μας ή αν η σχέση μας έχει μέλλον; Η ψυχολόγος Αντιγόνη Γινοπούλου απαντά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Σκοντάφτοντας στον δρόμο προς το αυθεντικό: Η Gen Z και τα πανηγύρια

Ιλεκτρίσιτυ / Γιατί η Gen Z γλεντά με τους παππούδες της στα πανηγύρια;

Νέοι τρόποι προσέγγισης της μουσικής, νέοι χοροί, νέες ιδέες περί ξεφαντώματος, διαφορετικές διαγενεακές και έμφυλες σχέσεις τέμνονται σε κάτι που δεν είναι ακριβώς το παραδοσιακό πανηγύρι, αλλά αναπτύσσει και αναζωογονεί αυτή την πολιτισμική μορφή.
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ