Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΣΤΟ ΚΙΝ.ΑΛ.
ήταν το γεγονός που κυριάρχησε στην πολιτική επικαιρότητα των προηγούμενων ημερών και εξακολουθεί να κυριαρχεί, καθώς αυτή θα ολοκληρωθεί την προσεχή Κυριακή με τη διεξαγωγή του δεύτερου γύρου μεταξύ του Νίκου Ανδρουλάκη, που βγήκε πρώτος με μεγάλη διαφορά στον πρώτο γύρο, και του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου, που βγήκε δεύτερος. Τα μέλη και οι ψηφοφόροι του ΚΙΝ.ΑΛ. που πήγαν στις κάλπες την περασμένη Κυριακή με μια ιδιαίτερη αισιοδοξία μετά από πολύ καιρό προέκριναν με την ψήφο τους την πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για ανανέωση και ενότητα, καθώς δεν βρήκαν και τόσο ελκυστικές, απ’ ό,τι φάνηκε, τις υποψηφιότητες που ήταν ταυτισμένες με το παρελθόν και ζητούσαν δικαίωση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 

 

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, με τον χαρακτήρα της προεκλογικής του καμπάνιας, πρόταξε την ενότητα του κόμματος, η οποία αποτελεί ζητούμενο για την επόμενη μέρα στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, και ταυτόχρονα απευθύνθηκε σε όσους, όπως είπε, πλήγωσαν το ΠΑΣΟΚ τα προηγούμενα χρόνια, δεσμευόμενος ότι οι κακές πρακτικές του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν. Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου κατέδειξε ότι αυτά τα δύο πολύ απλά πράγματα βρήκαν απήχηση και έπεισαν την πλειοψηφία ότι θα είναι ο καταλληλότερος για να τα υπερασπιστεί. Αντίθετα, τα χαρακτηριστικά των άλλων δύο διεκδικητών, του Παπανδρέου και του Λοβέρδου, δεν έπεισαν ότι μπορούσαν να εγγυηθούν την ενότητα την επόμενη μέρα, ενώ απέφυγαν την ουσιαστική αυτοκριτική, παρότι υπήρξαν από τους πρωταγωνιστές την περίοδο της πτώσης του ΠΑΣΟΚ, οπότε και το τιμώρησαν οι ψηφοφόροι του εγκαταλείποντάς το. Επιπλέον, ο Παπανδρέου και ο Λοβέρδος δεν κατάφεραν να πείσουν ότι σε προσωπικό επίπεδο δεν βρίσκονται πιο κοντά ο ένας με τον ΣΥΡΙΖΑ και ο άλλος με τη Νέα Δημοκρατία.  

 

Ο πρώην πρωθυπουργός, πάντως, πηγαίνει στον δεύτερο γύρο με πολύ πιο επιθετική καμπάνια, προβαίνοντας ακόμα και σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον του αντιπάλου του, ακολουθώντας μια κλασική επικοινωνιακή τακτική που λέει ότι ο δεύτερος που πάει για να χάσει έχει ελπίδες μόνο αν προκαλέσει, ενώ ο πρώτος δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα πέρα από το να αποφύγει τα λάθη.

 

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δέχτηκε κι αυτός επίμονα ερωτήσεις σχετικά με το «με ποιον θα πάει την επόμενη μέρα των εκλογών», αλλά απάντησε, μάλλον πιο πειστικά, αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου, ότι ο στόχος του είναι η αυτόνομη πορεία και αυτά θα τα κρίνουν η λαϊκή εντολή και η δημοκρατική διαδικασία. Απέφυγε έτσι να πέσει στην παγίδα ενός αρχηγικού ύφους που συχνά επιλέγουν οι πολιτικοί, νομίζοντας ότι τους κάνει να μοιάζουν ισχυροί. Δεν εμφανίστηκε ως ο «αρχηγός» που αποφασίζει μόνος του για όλα, περιφρονώντας τις δημοκρατικές διαδικασίες και λαμβάνοντας τις αποφάσεις ερήμην του κόμματος και της βάσης του.

 

Το ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, όλα αυτά τα χρόνια, παρά την εκλογική πανωλεθρία που υπέστη, απέδειξε ότι ήταν ένα κόμμα ριζωμένο στην ελληνική κοινωνία (με τα θετικά και τα αρνητικά που μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο). Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από την τοπική αυτοδιοίκηση, για παράδειγμα, όπου ακόμα και σήμερα έχει περισσότερες δυνάμεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει μεγαλύτερα εκλογικά ποσοστά, όπως και από τον συνδικαλισμό, που εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ελέγχεται από το παλιό ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αλματώδη μεγέθυνση το 2012 και το 2015, δεν κατάφερε να γίνει το μαζικό κόμμα που ήταν το ΠΑΣΟΚ. Ακόμα και σήμερα το ΚΙΝ.ΑΛ. αριθμεί περισσότερα από 100.000 μέλη, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά από καμπάνια δύο ετών, με διακηρυγμένο στόχο να αυξήσει τα μέλη του ανάλογα με την εκλογική του δύναμη, μόλις που ξεπερνάει τα 50.000 μέλη. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι που τροφοδοτούν και την αισιοδοξία αρκετών στο ΚΙΝ.ΑΛ. ότι μπορούν να κερδίσουν το στοίχημα της επανόδου. Κανένας πολιτικός αναλυτής, ωστόσο, δεν το θεωρεί δεδομένο αυτό, καθώς οι μαζικές μετακινήσεις ψηφοφόρων παρατηρούνται συνήθως σε περιόδους πολιτικών κρίσεων και οι σημερινές συνθήκες δεν έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. «Παρά τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια από το ΚΙΝ.ΑΛ./ΠΑΣΟΚ για να πάρει πίσω τους παλιούς του ψηφοφόρους που απογοήτευσε την περασμένη δεκαετία», διαπιστώνουν οι περισσότεροι αναλυτές, χωρίς να θεωρούν ότι είναι εύκολο να γίνει.    

 

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, αν εκλεγεί την Κυριακή, όπως προεξοφλούν οι περισσότεροι με βάση τα δεδομένα, έχει τις προϋποθέσεις να κρατήσει το κόμμα ενωμένο και να μην αφήσει τις παλιές πληγές να εξαπλωθούν. Αυτά ήταν και τα δυνατά του σημεία, εκεί που φάνηκε να υπερτερεί των αντιπάλων του. Το αδύναμο σημείο του όμως είναι οι όχι και πολύ καλά επεξεργασμένες θέσεις του για πολλά μεγάλα θέματα, όπως αυτά της εξωτερικής πολιτικής, του μεταναστευτικού και της οικονομίας. Ο ίδιος είπε ότι πολλά ιδεολογικά και πολιτικά θέματα θα ξεκαθαριστούν στην πορεία μέσα από τις συλλογικές κομματικές διαδικασίες, οι οποίες και θα καθορίσουν τη νέα πολιτική γραμμή. Θεαματικές αλλαγές στην κεντρική πολιτική γραμμή δεν αναμένονται, αν κερδίσει τελικά ο Νίκος Ανδρουλάκης. Ούτε και ο ίδιος επιδιώκει κάτι τέτοιο. Ο στόχος του είναι να κάνει το ΚΙΝ.ΑΛ. (το οποίο θα είναι κάπως πιο «ΠΑΣΟΚ», σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αλλά δεν ξεκαθάρισε ακόμα με ποιον τρόπο) ένα σημερινό ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ούτε μεγάλα σχέδια ούτε ανατροπές, αλλά κυρίως επιστροφή σε μια κανονικότητα «του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος», όπως υποστηρίζει ένας συνεργάτης του. 

 

Ο 42χρονος Νίκος Ανδρουλάκης άκουσε πολλές φορές από τους αντιπάλους του για την προεδρία του ΚΙΝ.ΑΛ. και κυρίως από τον 69χρονο Γιώργο Παπανδρέου ότι η ανανέωση δεν είναι μια ηλικιακή υπόθεση. Ο ίδιος απάντησε ότι η ανανέωση δεν είναι μόνο ηλικιακή υπόθεση, συμφωνώντας ότι πρέπει να έχει και πολιτικά χαρακτηριστικά, αλλά επιμένοντας ότι πρέπει να αναδειχθούν νέα στελέχη, κάτι που, όπως φαίνεται, σκοπεύει να κάνει αν κερδίσει. Το πρώτο σήμα θα δοθεί με τον ορισμό του βουλευτή που θα εκπροσωπεί το ΚΙΝ.ΑΛ. στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αφού ο ίδιος ο Ανδρουλάκης θα είναι στην Ευρωβουλή και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που οι αντίπαλοί του ανέδειξαν ως αδυναμίες. Οι συνεργάτες του και ο ίδιος ανέφεραν ότι πρόκειται για κάτι που έχει συμβεί και συμβαίνει και σε άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα. 

 

Ο Γιώργος Παπανδρέου δέχτηκε παροτρύνσεις από κάποιους βουλευτές να αποσυρθεί από τον δεύτερο γύρο και να αναγνωρίσει τον Νίκο Ανδρουλάκη ως νικητή, αλλά αρνήθηκε. Αντίθετος με αυτό όμως ήταν και ο ίδιος ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα υποβάθμιζε τη δημοκρατική διαδικασία και θα υποτιμούσε τη νίκη του. Ο πρώην πρωθυπουργός, πάντως, πηγαίνει στον δεύτερο γύρο με πολύ πιο επιθετική καμπάνια, προβαίνοντας ακόμα και σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον του αντιπάλου του, ακολουθώντας μια κλασική επικοινωνιακή τακτική που λέει ότι ο δεύτερος που πάει για να χάσει έχει ελπίδες μόνο αν προκαλέσει, ενώ ο πρώτος δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα πέρα από το να αποφύγει τα λάθη. 

 

Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ από το 2004 ως το 2012 και πρωθυπουργός από το 2009 ως το 2011 κατηγόρησε τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι ως γραμματέας του ΠΑΣΟΚ από το 2013 ως το 2015 ευθύνεται για τη νομή της εξουσίας με τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά. Ο ίδιος το διέψευσε εντόνως. Επικαλέστηκε ομιλίες του εκείνης της περιόδου που υπάρχουν σε βίντεο και με τις οποίες τα είχε καταγγείλει όλα αυτά, ενώ είχε ζητήσει να μην είναι στα όργανα του κόμματος όποιος είχε κυβερνητική θέση, κάτι που είχε ενοχλήσει τότε τον Ευάγγελο Βενιζέλο, καθώς έπληττε συνεργάτες του. Βουλευτής που στηρίζει τον Νίκο Ανδρουλάκη επισήμανε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν εκείνος που τηλεφώνησε τότε στον Αντώνη Σαμαρά και παρέδωσε την εξουσία που του είχαν δώσει οι ψηφοφόροι τους και αυτό είναι κάτι που όλοι γνωρίζουν, αλλά «ο Ανδρουλάκης δεν θα βγει να κατηγορήσει ποτέ κανέναν, γιατί έχει αποφασίσει να μην ακολουθήσει αυτή την τακτική».

 

Το πολιτικό παιχνίδι στο ΚΙΝ.ΑΛ. έχει αγριέψει τις τελευταίες μέρες και το χαρακτηριστικό αυτής της εβδομάδας ήταν τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, ενώ ανησυχία, λόγω του ενδιαφέροντος που προκάλεσε η διαδικασία, υπάρχει στη Νέα Δημοκρατία και, κυρίως, στον ΣΥΡΙΖΑ που φοβάται μη χάσει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ. Η ανάδειξη του νέου προέδρου του ΚΙΝ.ΑΛ. αναμένεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό των κομμάτων, ειδικά όσον αφορά τη διεκδίκηση του κεντρώου χώρου, αλλά και να δημιουργήσει νέα κινητικότητα –μικρή ή μεγάλη, θα δείξει– στην κεντροαριστερά.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.