ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση (οι άδειοι δρόμοι, η φλατ σοπράνο και η μάταιη επίκλησή της στο συναίσθημα, τα άλογα της παρέλασης που πήγαιναν τούκου-τούκου σαν τα γαϊδουράκια, τόσο, που ευχήθηκα να κάνουν την έκπληξη και να αφηνιάσουν με κάναν Μακεδονομάχο πάνω), ένιωσα πως έβλεπα κάτι βαθιά αμήχανο.

 

Όχι πως αυτό θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη. Τον Οκτώβριο είχε κυκλοφορήσει το πρώτο βίντεο εορτασμού, μια βιντεο-χορογραφία με μουσική υπόκρουση το «Ας αρχίσουν οι χοροί» του Διονύση Σαββόπουλου. Το θέαμα, χορευτές ντυμένοι στα άσπρα και στα μαύρα μέσα στο φωτισμένο Καλλιμάρμαρο, θα έπρεπε να είναι απλό.

 

Η ειρωνεία ανθεί σε πλούσιες κοινωνίες με λυμένα θέματα, όπου ο κόσμος βαριέται. Σε εποχές έντονης πολιτικοποίησης και αλλαγής η κυνική βαρεμάρα τελειώνει. Ζούμε, πια, το απολύτως αντίθετο του κυνικού μηδενισμού που είχαμε συνηθίσει.

 

Δεν ήταν απλό, ήταν μια κυριολεκτική μετάφραση του τραγουδιού: Ο «Άκης ο μικρός μας» (ένα παιδάκι που τρέχει χαρούμενο στη μέση του σταδίου), «το ροκ του μέλλοντός μας» (πολλά παιδάκια που τρέχουν στη μέση του σταδίου), «ο ουρανός είναι φωτιές» (οι κερκίδες γίνονται κόκκινες), «ο Αχιλλέας με τη Ζωή μπρος στην Πολαρόιντ κοιτούν γελαστοί» (δυο νέοι ποζάρουν στην κάμερα, ακούγεται μάλιστα και το κλικ). Η «Έλενα η χορεύτρια» ήταν πράγματι μια χορεύτρια (θα μπορούσε να φοράει και μια πινακίδα στον λαιμό που να λέει ΕΛΕΝΑ Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ για να είμαστε 100% σίγουροι πως είναι αυτή).

 

Φαντάζομαι πως αν είχαν χορογραφήσει την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» (Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης / μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού / γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις ψηλά στους βασιλιάδες τ’ ουρανού) θα βλέπαμε έναν υπόκωφα φωτισμένο τοίχο από μεγάφωνα, μικρόφωνα και ντουντούκες και μια γυναίκα με μακριά μαλλιά να αιωρείται ανάμεσα σε ηθοποιούς ντυμένους με στολές βασιλιά, νοικιασμένες από βεστιάρια.

 

Αναρωτιέμαι: πότε γίναμε τόσο κυριολεκτικοί σε όλα; 

 

 

Το 1993 ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, ο σύγχρονος θρύλος της αμερικανικής λογοτεχνίας που αυτοκτόνησε το 2008 σε ηλικία 46 ετών, έγραψε ένα δοκίμιο στο οποίο ανέλυε γιατί η μεταμοντέρνα ειρωνεία και ο κυνισμός της τηλεόρασης καταστρέφουν τη λογοτεχνία. Σε αυτό το δοκίμιο, λοιπόν, με τίτλο E unibus pluram, o Γουάλας μιλούσε και για τη σύγχρονη ειρωνεία. Το επιχείρημά του ήταν πως ο μεταμοντέρνος ειρωνικός λόγος διαβρώνει και διαλύει τα πάντα, χωρίς να χτίζει τίποτα.

 

Σε μεγάλο βαθμό το κείμενό του ήταν προφητικό, τουλάχιστον πολιτιστικά, για μια γενιά που ενηλικιώθηκε στο Ίντερνετ, ανταλλάσσοντας inside jokes και αναφορές από την ποπ κουλτούρα, και αποθέωσε τον χιπστερισμό, κάνοντας κιτς δώρα και νοσταλγώντας το παρελθόν που δεν έζησε ποτέ. Το χειρότερο πιθανόν να ήταν ο «κοινωνικός τουρισμός» (υπήρχε κόσμος που ισχυριζόταν πως πήγαινε στα μπουζούκια «για πλάκα»), κάτι που ουσιαστικά έκρυβε τη ροπή μας στο απόλυτο πασοκικό σκουπιδαριό με το οποίο μεγαλώσαμε.

 

Μπορούσαμε να μοιραστούμε πράγματα, αναλύοντας το απόλυτο τίποτα: τρας τσιφτετέλια, freak-show σε μικρά τηλεοπτικά κανάλια και σκηνές από τις χειρότερες ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη τη δεκαετία του ’70 (νικούσε πάντα η σκηνή από την Αγάπη μας, εκεί που τραγουδάει κλαίγοντας «Ποιος μου κλείνει το σπιτικό μου» και μετά, εξουθενωμένη, ξεσπά σε ντελίριο ανάμεσα στα κίτρινα μαλλιά της: «Να ξαναγίνουμε οι φασουλήδες σας, τα καραγκιοζάκια σας. Να φορέσω τo χάρτινο, το ψεύτικο χαμόγελο της ευτυχίας και να πασαλειφτώ με καινούργιες μπογιές θριάμβου, αφού ΑΥΤΑ ΘΕΛΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ».

 

679
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Η εποχή αυτή έχει τελειώσει. Η ειρωνεία ανθεί σε πλούσιες κοινωνίες με λυμένα θέματα, όπου ο κόσμος βαριέται. Σε εποχές έντονης πολιτικοποίησης και αλλαγής η κυνική βαρεμάρα τελειώνει. Ζούμε, πια, το απολύτως αντίθετο του κυνικού μηδενισμού που είχαμε συνηθίσει: όλα πρέπει να είναι κυριολεκτικά πια και να αναβλύζουν ειλικρίνεια, να λέει κανείς αυτό ακριβώς που εννοεί και τίποτε άλλο σε ατάκες πενήντα χαρακτήρων που καταναλώνονται σε δευτερόλεπτα με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια.

 

Ποστ, όπως το ακόλουθο, έχουν 300.000 likes και 7.000 σχόλια: «Ομορφιές μου, με ρωτήσατε τόσες πολλές γι’ αυτό το ακρυλικό τσίτι, που αποφάσισα να σας το χαρίσω για να το ευχαριστηθείτε κι εσείς. ΠΟΙΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΤΥΧΕΡΕΣ; ΤΡΙΑ ΒΗΜΑΤΑ  1.Κάντε follow @str8acting25 και @monoadynatoi32 2.Βρείτε ένα λάμα και φωτογραφηθείτε μαζί του 3.Ταγκάρετε τρεις φιλενάδες σας στα σχόλια». 


Το μεγάλο καινούργιο μας πρόβλημα δεν είναι η κυνική ειρωνεία αλλά η φρικιαστική έλλειψη φαντασίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.