Πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '70. Η χώρα μπορεί να δονείται από το έπος του Γουέμπλεϊ (όπως έλεγαν οι μεγάλοι) και να υπνωτίζεται τα βράδια στους καναπέδες μπροστά στον «Άγνωστο Πόλεμο», αλλά εμείς, τα κορίτσια της Α' Γυμνασίου, είχαμε άλλους καημούς τότε. 

 

Ούτε τον Πούσκας ξέραμε ούτε την Έβερτον και τον Ερυθρό Αστέρα, κι ούτε μας ένοιαζαν ο  Άγιαξ με τον Κρόιφ και ο Δομάζος με τον Αντωνιάδη. 

 

Όσο για τον Βαρτάνη, τον Ψάχο, την Γκέλυ Μαυροπούλου, που όλο έκλαιγε, και τη φωσκολική αντίληψη περί πατριωτισμού και αντικατασκοπείας, μας άφηναν παγερά αδιάφορες. 

 

Στις οικογενειακές γιορτές, που οι γονείς μας γλεντούσαν με τραγούδια του Καλδάρα, του Χιώτη, του Ζαμπέτα, του Τσιτσάνη και του Παπαϊωάννου και σιγοντάριζαν αγκαλιασμένοι τη Μοσχολιού, τον Καζαντζίδη, τη Διαμάντη, τον Μπιθικώτση, τον Διονυσίου και τον Μητροπάνο, εμείς πηγαίναμε στα δωμάτιά μας, κλείναμε τις πόρτες και βάζαμε στα πικάπ Beatles και Τάμμυ και Rolling Stones και Doors και Animals και Poll και Al Bano.

 

Εμείς, όσα γνωρίζαμε για την εποχή μας, τα παρακολουθούσαμε στα τηλεοπτικά «Επίκαιρα» ή σπανίως στην «Ηχώ των Γεγονότων», όσα ξέραμε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ τα ξέραμε από την Τζέιν Φόντα και την Τζόαν Μπαέζ, στα περιοδικά. Όσο για κάποιους συγγενείς και οικογενειακούς φίλους, που χάνονταν ξαφνικά σε εξορίες, οι γονείς έλεγαν συνωμοτικά, για να μην καταλαβαίνουμε, πως... παραθέριζαν στα νησιά.

 

Δεν είχαμε πάρει μυρωδιά τις δισκογραφικές επαναστάσεις του «Αγίου Φεβρουαρίου» του Μούτση, ούτε «Της γης το χρυσάφι» του Χατζιδάκι, ούτε τον «Μπάλλο» του Σαββόπουλου και βέβαια δεν είχαμε την παραμικρή επαφή με τον «Αραμπά» της Κωχ.

 

Εμείς, όσα γνωρίζαμε για την εποχή μας, τα παρακολουθούσαμε στα τηλεοπτικά «Επίκαιρα» ή σπανίως στην «Ηχώ των Γεγονότων», όσα ξέραμε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ τα ξέραμε από την Τζέιν Φόντα και την Τζόαν Μπαέζ, στα περιοδικά. Όσο για κάποιους συγγενείς και οικογενειακούς φίλους, που χάνονταν ξαφνικά σε εξορίες, οι γονείς έλεγαν συνωμοτικά, για να μην καταλαβαίνουμε, πως... παραθέριζαν στα νησιά.

 

Οι δικές μας αγωνίες τότε, στα 12, στα 13 και στα 14, ήταν ποια αγόρια θα μας κοιτούσαν με νόημα στον δρόμο, πόσα ραβασάκια θα μας άφηναν από το γειτονικό Γυμνάσιο Αρρένων στερεωμένα με σελοτέιπ στα κάγκελα, ποια θα μάθει πρώτη απ' έξω τα λόγια του τραγουδιού του Τζορντανέλι «Το κορίτσι του φίλου μου» και πόση εντύπωση θα κάνουμε στα λευκώματα! Σε αυτό το πρώιμο χειροποίητο, χάρτινο Facebook που είχαμε επινοήσει για να επικοινωνούμε και βεβαίως, όπου μας έπαιρνε, να φλερτάρουμε.

 

Λάκης Τζορντανέλι - «Το κορίτσι του φίλου μου»

 

Σε αυτό το συνήθως 100φυλλο τετράδιο, που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, απαντούσαμε όλοι οι «χρήστες», με στιλό ή μολύβι, σε συγκεκριμένα καυτά ερωτήματα και όταν το τετράδιο γέμιζε με την κοσμοθεωρία μας, δρομολογούσαμε τη δημιουργία του Λευκώματος Νο 2, 3, 4 κ.λπ.

 

Ποιες ήταν οι ερωτήσεις; Εδώ δες ποικιλία:

 

«Τι εστί έρως», «τι εστί φιλία», «ποιον αγαπάς», «ποια η γνώμη σου για την κτήτορα», «ποιον τραγουδιστή θαυμάζεις», «είσαι ερωτευμένος», «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις», «ζωγράφισε κάτι», «ποιο είναι το ίνδαλμά σου», «τι εστί λεύκωμα», «τι εστί ανήρ», «τι εστί γυνή»... 

 

Κάποιοι/-ες απαντούσαν με σνομπισμό και υπεροψία, που πέρναγε πολύ στις ηλικίες μας, άλλοι πονηροί είχαν... διπλό προφίλ και απαντούσαν με διαφορετικά ψευδώνυμα, διαφοροποιώντας κάπως και τον γραφικό τους χαρακτήρα, ενώ οι πιο ρομαντικοί απαντούσαμε με ποιήματα και αποφθέγματα τύπου:

 

Αγάπη είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τ’ άστρα.

Η αγάπη είναι ένα γυαλί που δύσκολα ραγίζει και όσα χτίζει το φιλί, το δάκρυ τα γκρεμίζει...

Η ζωή είναι ένα λουλούδι κι ο έρωτας το μέλι του.

Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα 'ταν όλα αληθινά.

 

Κάποιες φορές χόντραινε το παιχνίδι με ερωτήσεις του τύπου «ποια είναι η διεύθυνση του σπιτιού σου», «γράψε το τηλέφωνό σου», «έχεις φιληθεί;», «ποια η γνώμη σου για το σεξ», τις οποίες βέβαια η/ο κτήτωρ που σεβόταν το κοινό του τις έσβηνε με γόμα ή με μουτζούρα. (Στο δικό μου λεύκωμα, πάντως, στο οποίο, όταν δεν υπέγραφα ως κτήτωρ, ήμουν η Sylvie, δεν λογόκρινα κανέναν, εξού και το σουξέ του!)

 

Απλά τα συστατικά ενός δημοφιλούς λευκώματος: πάθος, ευρηματικότητα, θάρρος και enter!

 

Η λιακάδα της εφηβείας στα '70s

 

ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ

Το σπίτι μας στο νούμερο 21 της οδού Φιλίππων βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής αποκεί όπου κάποτε έκανε βόλτες ο Πλάτωνας. Η Ακαδημία Πλάτωνος ήταν η γειτονιά μου. Φαντασιωνόμουν, λοιπόν, πως ο Πλάτωνας ήταν ακόμη εδώ, γείτονας, και μπορεί εκεί, πίσω από την οδό Επιδαύρου, να έπλεκε ακόμα το εγκώμιο του έρωτα, στο Συμπόσιο, όπως παλιά, κάπου μεταξύ 385 και 370 π.Χ.

 

semina digeni
Σεμίνα Διγενή

Η εφηβεία στο μεταξύ επελαύνει μέσα στην πιο πολύχρωμη και παράξενη δεκαετία, τη γεμάτη απίστευτες εκπλήξεις, όνειρα και συγκινήσεις και δεν σταματά να γεμίζει λευκώματα. Καρδιοχτυπά στα μαθητικά πάρτι, όπου οι παλμοί σ' εκείνα τα πρώτα μπλουζ του Δάκη και του Ανταμό παίζουν ταμπούρλο. Αστειεύεται μιμούμενη την Αλίκη στην ταινία «Ένα αστείο κορίτσι» και, φυσικά, σε κάθε στοχευμένο αγόρι ελπίζει να συναντήσει τον Νίκο Γαλανό.

 

Το χαρτζιλίκι που κατάφερνα να μαζέψω το κατέθετα στα περιοδικά. Στο ψιλικατζίδικο ο κυρ-Στέλιος πάντα μου φύλαγε το περιοδικό «Φαντάζιο» (ανησυχούσα μην εξαντληθεί και δεν προλάβαινα να το διαβάσω) και κάποιες φορές το «Πρώτο». Από τα υπόλοιπα, κρυφοκοίταζα μόνο τις συμβουλές των ειδικών στα αισθηματικά προβλήματα των αναγνωστριών. 

 

Εκεί γύρω στα 13 οι φίλες μου κι εγώ συνειδητοποιούμε ότι είμαστε πανέτοιμες να ερωτευτούμε. Προσωπικά, επειδή είχα δει πολύ σινεμά, είχα την πεποίθηση πως ήμουν ικανή και ώριμη να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις ενός μεγάλου έρωτα. Γνώριζα πώς πρέπει να φερθεί ένα κορίτσι που πολιορκείται αλλά και με ποια κόλπα γοητεύεις κάποιον. Τα είχα δει αυτά στο σινεμά, με τη Νόρα Βαλσάμη, την Ελένη Προκοπίου, τη Μαριάννα Κουράκου, τη Βουγιουκλάκη εννοείται, ήξερα πολύ καλά πώς γίνεται η διαχείριση αυτών των ζητημάτων.

 

Ως εκ τούτου, αν και με κολακεύει πολύ που ένας νεαρός με ξανθά μακριά μαλλιά και μηχανάκι, ο Μανώλης, περνάει συνέχεια κάτω από το σπίτι μου και πετάει στο μπαλκόνι μας του πρώτου ορόφου μπαλίτσες τσίχλας με χαρτάκια μέσα που γράφουν «σ’ αγαπώ» κι ένα λουλούδι στερεωμένο, εγώ συμπεριφέρομαι σαν τη Μαίρη Χρονοπούλου (και την Μπέτυ Αρβανίτη μαζί) στον Γεωργίτση – αφ' υψηλού. Όταν τον βλέπω από μακριά να έρχεται, κλείνω τα παντζούρια και βάζω στο πικάπ την Τάμμυ στη διαπασών: «Γλυκό μου αγόρι, πριν να χωριστούμε, θυμήσου μόνο και μην ξεχνάς…». Βγαίνω έξω να μαζέψω την τσίχλα με το λουλούδι, μόνο όταν βεβαιωθώ ότι έχει φύγει. Κατακόκκινη όμως...

 

Τάμμυ - «Αγόρι μου»

 

Τα βράδια οι συμμαθήτριές μου κι εγώ ονειρευόμαστε, κοιτώντας το ταβάνι, ότι πρωταγωνιστούμε σε λαμπερές διαφημίσεις, ότι έχουμε γαλάζια σκιά στα βλέφαρα και μια καρδούλα κάτω από το αριστερό μάτι, ότι από κάπου ακούγεται το «σε συνάντησα στην πλαζ και φορούσες τιρκουάζ…» με την Έλενα και τότε οι τοίχοι των εφηβικών δωματίων γίνονται τεράστιες οθόνες και αρχίζουν να προβάλλουν εικόνες που συνδέονται με την πιο όμορφη αφέλεια και υπερβολή της διαφημιστικής φαντασίας. 

 

«Σε περιμένω τ' άλλο καλοκαίρι» - Έλενα 

 

Ζούμε για λίγο, μέχρι να μας πάρει ο ύπνος, σε ένα μαγικό δωμάτιο-πολυτηλεόραση! 

 

Έναρξη με το γκρο-πλαν του αναψυκτικού Τam-Τam, «της χαράς της ζωής», τον πρόγονο της Κόλα.

 

Ύστερα έρχεται η κρέμα Τοκαλόν που «κάνει θαύματα, εξαφανίζοντας μπιμπίκια και κοκκινίλες», αλλά και το αποσμητικό Bac, με το οποίο φωτογραφίζεται η Άννα Αδριανού στο καμαρίνι της. 

 

Οι κολόνιες Aramis και Brut και Aqua Velva, που φοράνε τα αγόρια στα πάρτι, το Λαχείο Συντακτών, που «είναι σωσίβιον» και που το παίρνει και η μαμά μου, τα «φερμουάρ της τεχνικής τελειότητος» ΖΑΜΑ, τα εσώρουχα ΑΤΘΙΣ, τουτέστιν «κομψότης, υγεία, άνεσις», τα τσιγάρα Αντινικότ 22 και Έθνος Εξαιρετικά (η μυρωδιά των οποίων με στοιχειώνει ακόμη, αφού καπνίζονταν ασύστολα από τους γονείς μου και σε όλα τα συρτάρια του σπιτιού υπήρχε απόθεμα για την επόμενη δεκαετία), το «αρωματώδες και εύγευστον» Μπυράλ, που πίναμε στο σινεμά, τα ψυγεία Κelvinator, που «εξασφαλίζουν την ευτυχία του σπιτιού», τα Δάνεια Καταναλωτικής Πίστεως, που είναι κατάλληλα «για τα νέα ζευγάρια με προβλήματα νοικοκυριού», η «Παιχνιδούπολη» του Μινιόν, όπου έπρεπε οπωσδήποτε να πάμε, το απορρυπαντικό Κλιν με το δώρο-έκπληξη, τα παπούτσια του Σεβαστάκη που προμοτάριζε η Αλίκη, οι ποπλίνες Πειραϊκής Πατραϊκής, από τις οποίες φτιάχνονταν οι σχολικές ποδιές μας, τα Μπισκότα Παπαδοπούλου, που είχαμε στις τσάντες μας, το Alka Seltzer και το Καλμόλ, που «ανακουφίζουν από τον πόνο», το υπερωκεάνιον Ολυμπία για «Καναδάν και Αμερικήν», τα Πετρογκάζ, που είναι «η χαρά της νοικοκυράς», η ρετσίνα Μαλαματίνα που διαφήμιζε ο Σταυρίδης, οι σερβιέτες Camelia, που «προσφέρουν το αίσθημα της αυτοπεποιθήσεως», η λανολίνη Μελπάν «διά την άνοιξιν της επιδερμίδος», η Ιζόλα, η «πρώτη ελληνική βιομηχανία ηλεκτρικών συσκευών», οι ραπτομηχανές Singer, το σαπούνι V82, που «όλο του το παίρνουν» και, τέλος, το View-Master, που «μαγεύει την οικογένεια» και μας έδειχνε όλο τον κόσμο.

 

 
 

 

Αυτές οι όμορφες ευτυχισμένες ξανθιές, που τα απολάμβαναν όλα αυτά, αποφασίζαμε πως ήμασταν εμείς κι αυτά τα όμορφα αγόρια δίπλα τους ξέραμε πως κάποτε θα εμφανίζονταν ξαφνικά, όταν θα σχολούσαμε, και θα μας ερωτεύονταν, σίγουρα, κεραυνοβόλα. Μετά θα τα παντρευόμασταν, θα ζούσαμε σε αυτά τα τέλεια σπίτια που έδειχναν οι διαφημίσεις, θα κάναμε ξανθά μωρά που όλο θα γελούσαν και μετά θα καθόμασταν όλοι γύρω από ένα στολισμένο τραπέζι με εντυπωσιακά φαγητά και γλυκά και θα τσουγκρίζαμε κρυστάλλινα ποτήρια.

 

Μέχρι να συμβεί όμως όλη αυτή η υπερπαραγωγή, ζούσα τον πρώτο μου μεγάλο πλατωνικό έρωτα, που ήταν οι εξής τρεις: ο λεπτεπίλεπτος Νίκος Παπανικολάου (που πηγαίνει Α' Γυμνασίου) με μια μαμά ίδια η Χέντι Λαμάρ, ο γήινος εκ Τρικάλων Νίκος Πλιάτσικας (που είναι μεσήλιξ, σχεδόν δεκαοκτώ) και ο τρίτης ηλικίας (τουλάχιστον 25) Γιώργος Γκρίζης (από το Αιγάλεω;), που η παρουσία του κάνει την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Φέρνει λίγο στον Βαγγέλη Σειληνό, στο πιο αγριεμένο. 

 

Ο πρώτος ακούει Τομ Τζόουνς και Έγκελμπερτ Χάμπερτινγκ. Ο δεύτερος, Γιώργο Ταλιούρη (τρελαίνεται για το «Στολίδι είσαι μόνη σου») και Φωτεινή Μαυράκη (ψιθυρίζει συνέχεια το «Δε θέλω να κλαις») και ο τρίτος, λάτρης του Μανώλη Αγγελόπουλου, μου απευθύνει τον λόγο και τρέμω σύγκορμη. Μου λέει «γεια σου, μικρό» και πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι μου. Τον κοιτάζω όλο νόημα, όπως στις ταινίες, αλλά χαμπάρι δεν παίρνει. (Μα όταν το έκανε η Λάσκαρη, γιατί έπιανε πάντα;)

 

Γιώργος Ταλιούρης - «Στολίδι είσαι μόνη σου»

 

Όταν προκύπτει αυτό το τριπλό κου ντε φουντρ είμαι γύρω στα  δώδεκα-δεκατρία, αλλά περνιέμαι άνετα για δεκαπέντε. 

 

Η αλήθεια είναι πως υπήρξε στην πορεία κι ένας τέταρτος, ο τρίτος Νίκος, Καραγιάννη τον έλεγαν, Μαθουσάλας αυτός, σίγουρα γύρω στα είκοσι πέντε, που είχε κατάστημα υφασμάτων στη Μητροπόλεως. Αυτός με εντοπίζει όταν περνάω καθημερινά από μπροστά του για να πάω στο 1ο Γυμνάσιο της Πλάκας. Ένα απόγευμα παίρνουμε το ίδιο λεωφορείο της επιστροφής και διαπιστώνουμε ότι τα σπίτια μας σχεδόν γειτονεύουν. Εκείνος Ναυπλίου, εγώ Φιλίππων. Μιλάμε κάθε φορά που συναντιόμαστε στο λεωφορείο. Είμαι επισήμως δεκατριών, πάω Α' Γυμνασίου και όταν με ρωτάει την ηλικία μου του λέω δεκαεφτά. Το όνομά μου; Sylvie. Όπως η Βαρτάν. Τις επόμενες δύο χρονιές που με βλέπει να εξακολουθώ να πηγαίνω σχολείο, με ρωτάει αν έμεινα στην ίδια τάξη. Του λέω την αλήθεια, είμαι δεκαπέντε και πάω Γ' Γυμνασίου, μη με περάσει και για ντουβάρι. Εξαφανίζεται! 

 

Ό,τι απέμεινε απ' αυτόν είναι ένα δισκάκι με το «La Βambola» με Patty Pravo, που του είχα πει ότι μου άρεσε και μου το χάρισε στη γιορτή μου.

 

Patty Pravo - «La Βambola»

 

Εκείνη την εποχή αρχίζουν να διαφοροποιούνται κάπως τα γούστα της κοριτσοπαρέας στην οποία ανήκα.

 

Το «Σαν με κοιτάς» του Γ. Σπανού με τον Φέρτη και τη Μάνου από το φιλμ «Εκείνο το καλοκαίρι» φέρνει τα πάνω-κάτω και γίνεται για πολύ καιρό το τραγούδι όλων μας. Τα αγόρια των ονείρων μας είναι πλέον πιστά αντίγραφα του Λάκη Κομνηνού και όλες θέλουμε να γίνουμε σαν την Έλενα Ναθαναήλ.

 

Ο κραταιός στην καρδιά μας και στα λευκώματα Αλ Μπάνο, παρέα με τη Ρομίνα Πάουερ, οι ταινίες τους που βλέπαμε και ξαναβλέπαμε στο Σινέ Πλάτων και όλη η δισκογραφία τους, που έχουμε λιώσει, παραμερίζονται! Τώρα το θέμα είναι ο Κομνηνός (της πρώτης περιόδου φυσικά, πριν καταντήσει ναζί ή κομιτατζής στις επόμενες ταινίες). Έτσι είναι η ζωή, ανελέητη, «Δεν υπάρχει ευτυχία που να κόβεται στα τρία», το είχε επισημάνει άλλωστε, ακριβώς τότε, η πάνσοφη Λίτσα Διαμάντη.

 

Μέχρι το φθινόπωρο του 1973, που οι συμμαθήτριές μου στην Ακαδημία Πλάτωνος κι εγώ μεγαλώσαμε ξαφνικά, σκέφτομαι πως αν η εφηβεία μας ήταν τραγούδι, θα ήταν το «Parole parole» στην εκδοχή με Μina - Celentano. 

 

Mina - Adriano Celentano, «Parole Parole»

 

Αποκεί και μετά θα ίσχυε το «Changes» του Bowie.

 

David Bowie - Changes

 

 

Η λιακάδα της εφηβείας στα 70s

 

*  Στο άρθρο περιλαμβάνεται απόσπασμα του βιβλίου της Σεμίνας Διγενή «Κίτρινο Υποβρύχιο» των εκδόσεων Πατάκη.