Όταν ένα σύνθημα που χρησιμοποιεί η αριστερά μπορεί να υιοθετηθεί άνετα (και υιοθετείται) από την ακροδεξιά, τότε ξέρεις ότι είναι λάθος. Αυτό ήταν αυτονόητο κάποτε, όχι πολύ παλιά. Τότε που αναγνώριζες αμέσως ένα αριστερό σύνθημα, γιατί ήξερες ότι δεν θα μπορούσε να προέρχεται από κανέναν άλλον πολιτικό χώρο. Τότε που όλα τα συνθήματα της αριστεράς είχαν πολιτικό και ταξικό πρόσημο. Κάτι που εξακολουθεί να ισχύει π.χ. για το ΚΚΕ. Φαίνεται όμως, ότι η όσμωση ενός τμήματος της αριστεράς με ακροδεξιούς τα τελευταία χρόνια, διαμόρφωσε μία νέα πολιτική ηθική. 

 

Όταν ο Πάνος Καμμένος φώναζε στη Νέα Δημοκρατία και στο ΚΙΝΑΛ “στα τέσσερα εσείς” και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ χειροκροτούσαν, έπρεπε μάλλον να αναμένει κανείς ότι αυτό θα είχε συνέχεια. Και την είδαμε στην πορεία, όταν πολύ συχνά την πολιτική αντιπαράθεση με επιχειρήματα, έστω και με κατηγορίες, αντικαθιστούσε ένα τοξικό μείγμα αυριανισμού και ακροδεξιάς ρητορικής.

 

Πριν από λίγες μέρες ξεκίνησε στο τουίτερ μία επικοινωνιακή καταιγίδα που αγκαλιάστηκε από το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και από επώνυμα στελέχη, με χάσταγκ ένα οπαδικό υβριστικό σύνθημα για τον πρωθυπουργο, ενώ λίγες μέρες μετά προστέθηκε, για να τρεντάρει κι αυτό, άλλο ένα -ομοφοβικό αυτή τη φορά-  εναντίον της κυβέρνησης. Πολλοί είναι αυτοί που τα έχασαν όταν είδαν (αυτοαποκαλούμενους) αριστερούς να επιδοκιμάζουν τα υβριστικά συνθήματα εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων.

 

Όταν ο Πάνος Καμμένος φώναζε στη Νέα Δημοκρατία και στο ΚΙΝΑΛ “στα τέσσερα εσείς” και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ χειροκροτούσαν, έπρεπε μάλλον να αναμένει κανείς ότι αυτό θα είχε συνέχεια.

 

Η μεγάλη κληρονομιά της αριστεράς ήταν το πολιτικό ήθος των αγωνιστών της, από τον Πλουμπίδη και τον Μπελογιάννη μέχρι τον Μανώλη Γλέζο και τον Γιάννη Μπανιά. Ολοι τους συγκρούονταν με τον πολιτικό και ταξικό εχθρό σε πολύ άγριες συνθήκες έντονης πολεμικής, αλλά πάντα πολιτικά. Ακόμα και όταν είχαν απέναντι τους χουντικούς και δικτάτορες. Η αντιπαράθεση ήταν πάντα πολιτική.

 

Σήμερα ένα τμήμα μιας αριστεράς που έχει χάσει προ πολλού το ηθικό πλεονέκτημα, υιοθετεί μεθόδους αντιπαράθεσης που θυμίζουν ακροδεξιές τακτικές. Μήπως σώθηκαν τα πολιτικά επιχειρήματα; Μήπως δεν υπάρχουν πεδία κριτικής εναντίον του πρωθυπουργού και δεν έμειναν παρά μόνο οι ύβρεις για να τον αντιμετωπίσουν; Αντιθέτως. Δύο χρόνια μετά, υπάρχουν πλέον πάρα πολλά στα οποία θα μπορούσε κανείς να ασκήσει σφοδρή κριτική και να αντιπαραθέσει τις πολιτικές του θέσεις. Εκτός εάν δεν έχει ουσιαστικές πολιτικές διαφορές, οπότε δεν του μένουν άλλα όπλα, πλην των ύβρεων και της απολίτικης  τυφλής οργής.

 

Είναι εύκολο να διαπιστώσει ο καθένας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να υποδαυλίσει την οργή, γιατί όπως εκτιμούν και λένε οι ίδιοι, η κανονικότητα δεν τους ευνοεί. Νομίζουν λοιπόν, ότι αν βρίζουν κάποιοι τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση με αυτόν τον τρόπο, θα καλλιεργήσουν ένα κλίμα λαϊκής αγανάκτησης. Η οργή αυτή που ενθαρρύνεται όμως, δεν έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Είναι μια απολίτικη οργή που μόνο την ακροδεξιά θα ενισχύσει. 

 

Αλλά ούτε τον Κυριάκο Μητσοτάκη βλάπτουν με το να τον βρίζουν, αντί να του ασκούν πολιτική κριτική. Οι ύβρεις εκθέτουν αυτούς που τις χρησιμοποιούν και τις ενθαρρύνουν. Μπορεί να φανατίζουν ένα κοινό που έτσι κι αλλιώς δεν θα τον ψήφιζε ποτέ, αλλά διώχνουν μετριοπαθείς,  σκεπτόμενους, κεντρώους και γενικά το κοινό που θέλουν να προσεγγίσουν. Οπότε, η υιοθέτηση τέτοιων ύβρεων μάλλον δίνει πλεονέκτημα στον αντίπαλο. Αν θέλουν να τον βοηθήσουν, ας συνεχίσουν να τον βρίζουν, αλλά ας έχουν υπόψη ότι η ακροδεξιά αυτό ξέρει να το κάνει καλύτερα. Αν θέλουν όμως να αντιμετωπίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ας το κάνουν με πολιτικά μέσα, αφού πρώτα αφουγκραστούν τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Ετσι πολιτευόταν πάντα η αριστερά. Κι “Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει “.

 

 Η επικοινωνία της τυφλής οργής και ο ακροδεξιός κίνδυνος