ΤIΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ
, που έχει σημάνει το καμπανάκι του κινδύνου για τη μετάλλαξη Δέλτα, το ζήτημα του εμβολιασμού επανήλθε δριμύτερο στην ημερήσια ατζέντα συζήτησης. Κάποιοι καλλιτέχνες, κυρίως δημοφιλείς τραγουδιστές του «λαϊκού» πενταγράμμου (Βέρτης, Μάστορας, Κιάμος, Σαρρή), πήραν με παρρησία θέση υπέρ του εμβολιασμού για επιστροφή στην κανονικότητα της διασκέδασης και όχι μόνο. Η τοποθέτησή τους αλλά και οι οργισμένες αντιδράσεις που δέχτηκαν στα social media από στρατευμένους αντιεμβολιαστές έφεραν στην επιφάνεια το ζήτημα του ποιος επηρεάζει την κοινή γνώμη προς ποια κατεύθυνση και κυρίως το γεγονός ότι ο λαλίστατος για κοινωνικοπολιτικά ζητήματα καλλιτεχνικός κόσμος έχει μείνει σχετικά σιωπηλός ως προς την αναγκαιότητα του εμβολιασμού.

 

Δεν είναι πολύ μακριά, άλλωστε, δηλώσεις εκπροσώπων της καλλιτεχνικής «ποιοτικής» μουσικής σκηνής που αμφισβητούσαν ανοιχτά τη σοβαρότητα της πανδημίας του Covid-19 και στοιχίζονταν εμμέσως πλην σαφώς υπέρ θεωριών συνωμοσίας (π.χ. Θαλασσινός, Μάλαμας, Μπαλάφας). Ηγετικό ρόλο στα social media ανέλαβε ο ημιεπιτυχημένος παίχτης μουσικού ριάλιτι Γρηγόρης Πετράκος, με ρεπερτόριο στο λαϊκό έντεχνο τραγούδι, όπου ανέλαβε να αποδομήσει τραγελαφικά τα επιστημονικά επιχειρήματα προστασίας απέναντι στην πανδημία.

 

Η υπεραξιοδότηση των «ανθρώπων του πολιτισμού» στην Ελλάδα, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, έχει να κάνει όχι τόσο με το έργο τους όσο με μια δηλωμένη ή άδηλη ιδεολογική ταυτότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολύ συχνά προκύπτει η προσδοκία από αυτούς τους ανθρώπους να μιλήσουν δημόσια για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.

 

Είναι πανθομολογούμενο ότι ο χώρος της διασκέδασης είναι αυτός που έχει πληγεί περισσότερο από κάθε άλλον την περίοδο της πανδημίας. Η δυσφορία των ανθρώπων που δουλεύουν στην ψυχαγωγική βιομηχανία είναι απολύτως εύλογη. Ακόμη περισσότερο και τα παράπονά τους για κάποιες κυβερνητικές παλινωδίες όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να ακολουθούνται στους τόπους διασκέδασης.

 

Επίσης, είναι κατανοητή η δυσκολία τους να διαχωρίσουν το κοινό τους σε εμβολιασμένους και μη. Αυτό που δεν είναι εύλογο είναι γιατί δεν προκρίνουν δημόσια, με κάθε τρόπο, τη μόνη δυνατή επιλογή επιστροφής στο παρελθόν, τον μόνο τρόπο επαναφοράς του τομέα της ψυχαγωγίας σε κάποια ομαλή λειτουργία, δηλαδή τον καθολικό εμβολιασμό.

 

Γνωρίζουμε ότι η υπεραξιοδότηση των «ανθρώπων του πολιτισμού» στην Ελλάδα, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, έχει να κάνει όχι τόσο με το έργο τους όσο με μια δηλωμένη ή άδηλη ιδεολογική ταυτότητα. Γι’ αυτό, άλλωστε, πολύ συχνά προκύπτει η προσδοκία από αυτούς τους ανθρώπους να μιλήσουν δημόσια για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.

 

Ειδικά ο χώρος του «ποιοτικού» τραγουδιού, με ροκ ή έντεχνες αποχρώσεις, έχει συνυφανθεί από τη δεκαετία του ’70 με έναν κοινωνικοπολιτικό ή υπαρξιακό ριζοσπαστισμό. Από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα, οπότε σημειώνεται η αποστράτευση της ελληνικής μουσικής από το πολιτικό τραγούδι, και μέχρι την έλευση της οικονομικής κρίσης, αυτός ο ιδεολογικός μανδύας της εγχώριας σκηνής μουσικής «ποιότητας» έπαψε να είναι προφανής.

 

Όμως, λίγο-πολύ, τόσο οι καλλιτέχνες που ανήκαν σε αυτόν τον κύκλο όσο και οι θαυμαστές τους, ακόμη και αν δεν το γνώριζαν, ανήκαν σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «πολιτισμική αριστερά», η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ την εμβέλεια της κομματικά οριοθετημένης αριστεράς (και η οποία έθετε καλλιτεχνικούς κανόνες και αποκλεισμούς).

 

Η οικονομική κρίση επαναφέρει όχι τόσο την κοινωνικοπολιτική στιχουργία, όπως θα ανέμενε κανείς, όσο τις δημόσιες παρεμβάσεις καλλιτεχνών και κυρίως μουσικών. Η πλειονότητα αυτών που συντάσσονται με τα «ποιοτικά» είδη είχε συνταχθεί με την αντιμνημονιακή λογική. Άλλοτε με εθνικολαϊκιστικές κορόνες (Σταμάτης Κραουνάκης), άλλοτε με επίκληση φαντασιώσεων νέων δικτατοριών (Βασίλης Παπακωνσταντίνου), άλλοτε με απλές αναπολήσεις μιας αριστερής υπερβατικής παράδοσης αντίστασης (Νατάσσα Μποφίλιου), άλλοτε με αναρχικές διαθέσεις (Στάθης Δρογώσης), η οικονομική κρίση αποτέλεσε την ιδανική ευκαιρία επανατοποθέτησης των ελληνικού «ποιοτικού» τραγουδιού στις ιδεολογικές ράγες επαναστατικότητας, όχι τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο σε επίπεδο πολιτικών δηλώσεων.

 

Ενδιαφέρον είχε ότι, με εξαίρεση ακραίες περιπτώσεις, όπως αυτή του φιλοναζισμού του Νότη Σφακιανάκη, οι μουσικοί και τραγουδιστές που συγκαταλέγονται στην ποπ ή λαϊκή σκηνή είτε απέφυγαν να πάρουν ξεκάθαρη θέση, είτε τοποθετήθηκαν ανοιχτά υπέρ του φιλοευρωπαϊκού μετώπου (Σάκης Ρουβάς), είτε εναντιώθηκαν έμπρακτα στην εγχώρια λαϊκιστική μισαλλοδοξία (Δέσποινα Βανδή).

 

Υπήρξαν, άλλωστε, και σημαντικές εξαιρέσεις από την «ποιοτική» μουσική σκηνή, που αρνήθηκαν ανοιχτά να μπουν στον κυρίαρχο διχαστικό λόγο και έτυχαν έντονης διαδικτυακής και πολιτικής αποδοκιμασίας (Νίκος Πορτοκάλογλου).

 

Τα τραύματα της προηγούμενης δεκαετίας, μιας σχεδόν εμφυλιοπολεμικής ατμόσφαιρας στους καλλιτεχνικούς και άλλους δημιουργικούς χώρους, δεν έχουν επουλωθεί πλήρως, ακόμα κι αν γίνονται προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Ίσως σε αυτή την τραυματική εμπειρία θα πρέπει να αναζητήσουμε σημαντικό μερίδιο εξήγησης για τη σχετική σιωπή γύρω από το θέμα του εμβολιασμού. Όπως και τη μεταστροφή ορισμένων καλλιτεχνών, που συντάσσονται άλλοτε με πολιτικοποιημένες αναγνώσεις της σημερινής πραγματικότητας (π.χ. Μάλαμας) άλλοτε με περισσότερο επιστημονικές προσεγγίσεις (π.χ. Δρογώσης).

 

Δεν είναι δηλαδή μόνο η εγγενής τάση για την καλλιέργεια μιας μόδας ριζοσπαστικότητας στους εγχώριους καλλιτεχνικούς, και ιδίως μουσικούς κύκλους, και η επιθυμία τους να επικοινωνούν και να καθιστούν την αντισυμβατικότητα επιδραστική και κατά συνέπεια να κλείνουν το μάτι σε «αντισυστημικές» θεωρήσεις της πραγματικότητας αλλά και η πρόσφατη διχόνοια που προκάλεσε η οικονομική κρίση που τους κάνει να αποφεύγουν δημόσιες τοποθετήσεις περί εμβολιασμού.

 

Αν και έχουμε μπει στην εποχή των influencers, στην εποχή του εκδημοκρατισμού της επιρροής της κοινής γνώμης και του συνεχούς ανακατέματος της τράπουλας των επιδραστικών μέσων, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζητήματα που αφορούν τη δημόσια υγεία έχουν επαναφέρει την ανάγκη για εξειδικευμένο και τεκμηριωμένο λόγο, την επικαιροποίηση της επιστημονικής αυθεντίας.

 

Κατά συνέπεια, θα ήταν προτιμότερο ίσως να αναζητήσουμε ευθύνες στο πρόβλημα της απροθυμίας σημαντικού τμήματος του πληθυσμού να εμβολιαστεί όχι τόσο στις δηλώσεις ορισμένων καλλιτεχνών και στη σιωπή άλλων όσο στην πολυγλωσσία και στα αντιφατικά μηνύματα που συχνά εκπέμπουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι. Άλλωστε, είναι κοινό μυστικό ότι ο εμβολιασμός υποσκάπτεται έμπρακτα από εκπροσώπους ιατρικών επαγγελμάτων, οι οποίοι καλλιεργούν υπόγεια την επιφυλακτικότητα ή τη σύγχυση στους πελάτες τους για το τι πρέπει να κάνουν και πότε.

 

«Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα», λοιπόν, όχι μόνο οι καλλιτέχνες και αν συνεχίσουμε χωρίς αξιόπιστες πηγές γνώσεις, εφόσον επιβιώσουμε, σίγουρα δεν θα έχουμε ούτε για νοίκι.