ΣΤΗΝ ΕΠΙ ΜΗΝΕΣ κατειλημμένη, «αυτοδιαχειριζόμενη» πλατεία Συντάγματος των μαζικών αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων του ’11-’12 –γεγονότα που μπορεί να μην είχαν ως αποτέλεσμα την έξοδο από τα μνημόνια «με έναν νόμο σε ένα άρθρο», όπως αφελώς υποσχόταν ο πρώην πρωθυπουργός, άλλαξαν όμως θεαματικά το πολιτικό σκηνικό, εξ ου και το άσβεστο «μίσος» της κυβερνώσας, μετά την «παλινόρθωση» του ’19, συντηρητικής παράταξης και των συμμάχων της για τις πλατείες, και ειδικά αυτές όπου συχνάζουν νεολαίοι–, είχε ανάμεσα στις άλλες δημιουργηθεί και μια «Ομάδα Ψυχραιμίας». Στόχος της ήταν να εκτονώνει αντιπαραθέσεις, να λειτουργεί πυροσβεστικά σε διαφωνίες ή καβγάδες προωθώντας τον διάλογο και τη συνύπαρξη, να παίζει, κοντολογίς, ρόλο «κυανόκρανων».

 

Μιλάμε πάντα για την «κάτω πλατεία», που το κυρίαρχο αφήγημα προσπάθησε έκτοτε, με κάθε τρόπο, να αμαυρώσει ως εγχείρημα και που, παρά τις αδυναμίες του, είχε κάνει την ειδοποιό διαφορά στο ετερόκλητο, συγκυριακό εν πολλοίς, πλήθος των τότε «Αγανακτισμένων». 

 

Από όσο θυμάμαι, η Ομάδα εκείνη δεν τα είχε πάει και άσχημα, παρά το δούλεμα μερικών, και παρατηρώντας τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών, με το κοινωνικοπολιτικό σκηνικό να κινδυνεύει πλέον να εκτροχιαστεί σε ένα κρεσέντο βίας, μισαλλοδοξίας και αυταρχισμού, καταμεσίς μιας πανδημίας που δεν σταμάτησε να δείχνει τα δόντια της –κάθε άλλο–,  ίσως θα έπρεπε να την ανασυστήσουμε!

 

Η πρώτη βέβαια που θα όφειλε να μπει σε πρόγραμμα «ασκήσεων ψυχραιμίας» είναι η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που μοιάζουν να τα έχουν χαμένα, όπως επιβεβαίωσε το πρωθυπουργικό διάγγελμα, εξ αφορμής των επεισοδίων της Νέας Σμύρνης. Ένα διάγγελμα πομπώδες, αλαζονικό, επιθετικό, μονόπλευρο και ακραία διχαστικό, παρότι τον κοινωνικό διχασμό ήθελε, υποτίθεται, να καταδικάσει.

 

Το «πήξιμο», η απραξία, η ανέχεια των επιδομάτων (όταν υπάρχουν) και η ψυχολογική κόπωση ενός ολόκληρου χρόνου σε ρυθμούς λοκντάουν, η αγανάκτηση που προκαλεί ο επιδεικτικός αυταρχισμός και η κακοδιαχείρηση της πανδημίας, η έλλειψη εμπιστοσύνης συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα (92%, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο της Κομισιόν για το ’20) δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που ελλείψει ενός συλλογικού οράματος και σε εποχές ιδεολογικής σύγχυσης είναι απρόβλεπτο πού μπορεί να διοχετευθεί και με τι αποτελέσματα.

 

Αναφέρθηκε εκτενώς μεν στον ξυλοκοπημένο αστυνομικό που κείτονταν στο έδαφος – μια καταδικαστέα ενέργεια που προβλήθηκε, εντούτοις, πολύ περισσότερο από δεκάδες αντίστοιχες των τελευταίων μόνο ετών με θύματα πολίτες και θύτες, εποχούμενους και μη αστυνομικούς–, δεν άρθρωσε όμως ούτε μισή λέξη για τους προκλητικούς ελέγχους που πυροδότησαν το σκηνικό, τα χημικά, τις κρότου-λάμψης, τις συλλήψεις και τους ξυλοδαρμούς ανθρώπων στον σωρό. Ούτε φυσικά για τη «νύχτα τρόμου» που έζησε η Νέα Σμύρνη εκείνο το βράδυ από αφηνιασμένους ένστολους οι οποίοι, όπως επιβεβαιώνουν πλήθος μαρτυρίες και βίντεο, μάλλον σαν χούλιγκαν και στρατός Κατοχής λειτουργούσαν ξανά παρά σαν δημόσιοι υπάλληλοι επιφορτισμένοι με την προστασία και την ασφάλεια των πολιτών που τους μισθοδοτούμε.

 

Ούτε μισή συγνώμη δεν εκστόμισε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, την ολοένα κλιμακούμενη καταστολή που δεν κρατά πια μήτε τα προσχήματα και θέλει έπειτα να παριστάνει τον εγγυητή της ενότητας, της ασφάλειας και της ευημερίας – αναμενόμενη η ψυχρολουσία του τσουνάμι αρνητικών σχολίων που εισέπραξε στα σόσιαλ μίντια, ένα τοπίο που η κυβέρνηση ελέγχει πολύ λιγότερο από αυτό των συστημικών ΜΜΕ, άσχετα που κι εκεί ευδοκιμούν εσχάτως κάτι μυστήριοι αλγόριθμοι.

 

Έλα όμως που το αφήγημα ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν απλώς με περισσότερες απαγορεύσεις και περισσότερη αστυνομία δεν φαίνεται να περπατάει πια ούτε στους υποστηρικτές της κυβέρνησης, οι οποίοι δεν τρελαίνονται στην ιδέα να την έχουν ξαφνικά απρόσκλητο μουσαφίρη στο σπίτι τους, όπως στην περίπτωση Ινδαρέ, να πουλάει τσαμπουκά σε οικογένειες ολόκληρες στο πάρκο της γειτονιάς τους ή να ξυλοφορτώνει τα παιδιά τους στην παρακάτω πλατεία επειδή «συνωστίζονται».

 

Και είναι αυτοί ακριβώς οι φιλήσυχοι πολίτες που γίνονται έως και αδίστακτοι, αν νιώσουν να απειλείται η τσιχλόφουσκα κανονικότητας στην οποία ζουν –και η οποία λόγω πανδημίας έχει ήδη φουσκώσει οριακά–, που ανεβοκατεβάζουν δημοσκοπήσεις και κυβερνήσεις μέχρι να πεις κύμινο. Αν έχεις καταφέρει να βάλεις απέναντι τη νεολαία αφενός –ακόμα και την απολίτικη–, τον μέσο πολίτη αφετέρου, κάτι δεν κάνεις καθόλου καλά, και όχι, δεν φταίει γι' αυτό καμία αντιπολίτευση. Την οποία άλλωστε η πλειοψηφία των παραπάνω την έχει επίσης γραμμένη και που είναι πολύ αμφίβολο ότι μπορεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την αναταραχή, όπως συνέβη το ’15.

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι για τον κίνδυνο δημοκρατικών εκτροπών με πρόσχημα την πανδημία έχουν προειδοποιήσει κορυφαίοι επιστήμονες που κάθε άλλο παρά αμφισβητούν τη σοβαρότητά της, ανάμεσά τους οι δικοί μας Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, Νικόλας Χρηστάκης και Ιωσήφ Σηφάκης, δεν είναι δηλαδή ένα ιδεολόγημα κάποιων εξτρεμιστών.

 

Στην τελική, αν θέλει η κυβέρνηση να περιορίσει τις διαδηλώσεις για καθαρά υγειονομικούς λόγους, ας μην παραβαίνει τους νόμους που η ίδια θεσπίζει, όπως στην περίπτωση του γνωστού απεργού πείνας, κι ας τρενάρει άκαιρα, αμφιλεγόμενα νομοσχέδια που προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. 

 

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΒΕΒΑΙΑ και στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, η οποία δείχνει να έχει επίσης ξεφύγει, και μάλιστα σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο χρονικά, με τους αργόσυρτους εμβολιασμούς να μην επαρκούν για την αντιστροφή του κλίματος, αν δεν αναθεωρηθούν πλάνα, σχεδιασμοί και στρατηγικές, αν δεν επικρατήσει λογική και σύνεση, που να υπερβαίνει την αποστειρωμένη εκδοχή τους από ανθρώπους που μπορεί να είναι εξπέρ στον τομέα τους αλλά ελάχιστη επαφή διατηρούν με την πραγματική κοινωνία ή που κατανοούν μεν το πρόβλημα αλλά που δεν τολμούν ή δεν θέλουν να το θέσουν.

 

Εντάξει, το καταλάβαμε, στους περιορισμούς, τις καραντίνες και τις απαγορεύσεις έχει η κυβέρνηση των αρίστων άριστο «know how», ίσως επειδή συμβαδίζουν με την ιδεολογία της. Επειδή όμως τα παραπάνω είναι μέτρα επικουρικά, που οφείλουν να αξιολογούνται κατά περίσταση, και όχι η κύρια στρατηγική διαχείρισης μιας υγειονομικής κρίσης, μήπως να αλλάξει έγκαιρα τροπάρι, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να παραδεχτεί αστοχίες, αμέλειες και ολιγωρίες που συγκαλύπτει επισείοντας διαρκώς την ατομική ευθύνη; Που σημαίνει, μεταξύ άλλων, περισσότερη συνέπεια και σοβαρότητα από τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη καταρχήν, περισσότερη διαφάνεια και αναλυτική αιτιολόγηση του τι και γιατί αποφασίζεται κάθε φορά, εξορθολογισμός και δικαιότερος επιμερισμός των λαμβανόμενων μέτρων, έμφαση στην ιχνηλάτιση και τα στοχευμένα τεστ, ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ, έστω τώρα, αλλά και σοβαρά μέτρα στήριξης μικρών επιχειρήσεων, εργαζομένων και ανέργων.   

 

Ψυχραιμία οφείλει να επιδείξει και η αντιπολίτευση, που σε μεγάλο βαθμό αντιδρά σπασμωδικά και ευκαιριακά, δίχως να πείθει ότι θα τα κατάφερνε πολύ καλύτερα με την πανδημία και τη διαχείρισή της σε υγειονομικό, πολιτικοκοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η συμπόρευση με το λαϊκό αίσθημα δεν αρκεί, χρειάζεται και καλή ανάγνωση της πραγματικότητας. Κάτι που ισχύει και για το ανταγωνιστικό κίνημα – μπορεί ο κίνδυνος μετάδοσης του Covid σε εξωτερικούς χώρους να εμφανίζεται πολύ μειωμένος, δεν παύει όμως να είναι υπαρκτός και δεν ξέρω πόσο το κάλεσμα σε καθημερινές διαδηλώσεις, όπου η πλειοψηφία πορεύεται σφιχταγκαλιασμένη, εφαρμόζοντας τουλάχιστον πλημμελή μέτρα προφύλαξης, είναι η καλύτερη ιδέα. H επανάσταση μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα κι όσο κι αν προκαλεί μια κυβέρνηση με τη στάση της, μια πραγματικά συνετή και κοινωνικά αλληλέγγυα στάση απαιτεί μια κάποια υπευθυνότητα που να προστατεύει εμάς, τους συντρόφους, τους οικείους και τις εν γένει συναναστροφές μας.

 

Ούτε μπορεί κανείς να εμπιστεύεται άκριτα ευκαιριακές «συμμαχίες», είτε με λογής ψεκασμένους είτε με χώρους προβληματικούς και εθισμένους στην τυφλή βία όπως των χούλιγκαν π.χ. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι πρέπει κανείς να μένει απαθής όταν κινδυνεύουν ζωές και καταστρατηγούνται στοιχειώδη δικαιώματα, γιατί απλώς δεν γίνεται.

 

Είναι άνοιξη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η δεύτερη κιόλας στη σειρά σε καραντίνα. Η πανδημία βρίσκεται στο «κόκκινο»  –την Τετάρτη είχαμε 3.633 νέα κρούσματα, 479 διασωληνωμένους ασθενείς, 43 θανάτους, ελεύθερη ΜΕΘ στην Αττική ψάχνεις πια με το κιάλι–, η ανεργία κινείται κοντά στο 20%, η ύφεση, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, έφτασε πέρσι το 8,2% –αναμενόταν χειρότερη αλλά κι αμελητέα σίγουρα δεν τη λες–, κατά 7.9% υποχώρησε το ΑΕΠ το τελευταίο τετράμηνο του ’20.

 

Το «πήξιμο», η απραξία, η ανέχεια των επιδομάτων (όταν υπάρχουν) και η ψυχολογική κόπωση ενός ολόκληρου χρόνου σε ρυθμούς λοκντάουν, η αγανάκτηση που προκαλεί ο επιδεικτικός αυταρχισμός και η κακοδιαχείρηση της πανδημίας, η έλλειψη εμπιστοσύνης συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα (92%, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο της Κομισιόν για το ’20) δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, που ελλείψει ενός συλλογικού οράματος και σε εποχές ιδεολογικής σύγχυσης είναι απρόβλεπτο πού μπορεί να διοχετευθεί και με τι αποτελέσματα. Οπότε η ψυχραιμία είναι, θαρρώ, το πρώτο ζητούμενο στην παρούσα φάση.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.