ΔEN ΜΠΟΡΕΙ ΠΑΡΑ ΝΑ
να συμβαίνει κάποια θερινή σύναξη αστεριών αυτές τις μέρες. Φαίνεται πως κάθε Ιούλιο, από κάπου, κάποιος απευθύνει προσκλητήριο και αποχωρούν υπάκουα τα μέλη μιας μεγάλης καλλιτεχνικής παρέας που ανυπομονεί να επανασυναρμολογηθεί.

 

Φεύγουν βιαστικά μην τυχόν αργήσουν στο παράξενο ραντεβού και παρεξηγηθούν από τους υπόλοιπους. 

 

Σύμφωνα με αυτούς που ξέρουν όσα δεν λέγονται και όσα δε φαίνονται, κάποιον μακρινό Ιούλιο, εκεί μετά τον ορίζοντα των γεγονότων, άνοιξε ξανά το «Dada», το θρυλικό πρώτο μπαρ των Εξαρχείων. Σ’ αυτό λοιπόν, πρέπει να γίνεται η σύναξη που λέγαμε. Η ιδέα είναι πιθανότατα του Κουν και της Μερκούρη, γιατί και οι δυο σύχναζαν σε εκείνο το μπαρ και γιατί τους λείπουν οι φίλοι τους και άλλοι, που θα ’θελαν να έχουν φίλους. 

 

Μόλις προχθές προσκλήθηκε η Μάγια Λυμπεροπούλου (22.7.2021). Έφυγε με το χαρακτηριστικό περήφανο και αέρινο περπάτημά της, έχοντας γλιτώσει, ακριβώς όπως επιθυμούσε, την ξεφτίλα μιας αρρώστιας. Τρεις μέρες πριν είχαν φτάσει ήδη ο Τόλης Βοσκόπουλος (κρατώντας το πρώτο του μπουζούκι, που του είχε χαρίσει ο Κώστας Χατζηχρήστος), η Γκέλυ Μαυροπούλου με την ίδια ακριβώς θλίψη στο βλέμμα που είχε και στον «Άγνωστο Πόλεμο» και ο πρωτοπόρος των εταιρικών θιάσων Τάσος Παπαδάκης (19.7.2021). Ο Γιώργος Μεσσάλας, ο ιδρυτής του Μοντέρνου Θεάτρου, πήγε στο ραντεβού την επομένη. Ευθυτενής και γελαστός (20.7.2021). Σίγουρα επί της υποδοχής θα ήταν ο Νίκος Καρούζος. Αυτοδικαίως. Εξάλλου σύχναζε κι αυτός εκεί, Ιούλιος ήταν ο μήνας που τον γέννησε, γι’ αυτό έγραψε και του αφιέρωσε τον «Αλλόφρονα Ιούλιο».

 

Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο 
που αναβλύζει δονούμενος 
από φευγαλέα φωνήματα κληματαριάς
τι άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα 
λουσμένο μουσείο
Οπού ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

 

Κάποτε, που ο Γιώργος Σκούρτης και ο Μπάμπης Τσικληρόπουλος με μυούσαν σε σαγηνευτικά ξενύχτια, γωνία Μπενάκη και Αραχώβης, είχα την τύχη να τον γνωρίσω. Ο μέγας Καρούζος ξενυχτούσε κι έπινε μαζί μας. Εκεί ανάμεσα σε καπνούς (... και σε βρισιές ενίοτε), σε συναρπαστικές φιλοσοφίες της μπάρας και των γερών ποτηριών, όπου ο καθένας μας βολόδερνε για τους δικούς του λόγους, ο μοναχικός και αθυρόστομος ποιητής της Αθήνας περίμενε σκυθρωπός να ξημερώσει για να φύγει. Λάτρευε τη νύχτα: «Πρωί δεν αντικρίζεται ο ήλιος, όταν έχεις ξενυχτήσει», έλεγε. Αποφάσισε να πεθάνει στα εξήντα πέντε του. Στην ίδια ηλικία που πέθαναν οι αγαπημένοι του Ηράκλειτος, Μπαχ και Μαρξ. Στο νέο, ανακαινισμένο από τον Γιάννη Τσαρούχη (20.7.1989) «Dada», όπου παίζει μουσικές από τα «Μυστικά του δρόμου» ο Γιάννης Σπάθας (6.7.2019), θα υποδέχτηκε τους πέντε καινούργιους, λέγοντάς τους στην είσοδο το γνωστό: «Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας».

 

Ύστερα θα οδήγησε την Αηδόνα των «Ορνίθων», την όμορφη Μάγια, κατευθείαν στον Κουν και τον Τσαρούχη, τον Τόλη στην Αλίκη Βουγιουκλάκη (23.7.1996), την Γκέλυ στην παλιά της κινηματογραφική αδελφή στη «Θεία απ’ το Σικάγο» Τζένη Καρέζη (27.7.1992), τον Γιώργο στην Πάστα Φλώρα που θαύμαζε, τη Μαίρη Αρώνη (16.7.1992), και τον Τάσο στον Σταύρο Τσιώλη (23.7.2019), να μιλήσουν πάλι για σινεμά και συνδικαλιστικά. Θα έχουν όλοι ξεχάσει την «κατάρα των σταρ» που πεθαίνουν αυτόν τον μήνα και αφού «… ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση», το μόνο που οφείλουν πλέον να κάνουν είναι να διασκεδάσουν με την ψυχή τους (όση απέμεινε να σπαρταράει).

ΣΤΗ ΝΕΦΕΛΟΚΟΚΚΥΓΙΑ ΤΟΥ DADA

Στην μπάρα και στα γύρω τραπέζια δεκάδες αναχωρητές του Ιουλίου πίνουν, μιλάνε, γελάνε και φλερτάρουν. Η Έιμι Γουαϊνχάουζ (23.7.2011), η έξι φορές νικήτρια των βραβείων Γκράμι, εξομολογείται τις πιο ευτυχισμένες, τις πιο παράξενες και τις πιο σκοτεινές στιγμές της στον μαέστρο Ένιο Μορικόνε (6.7.2020), για τον οποίον ο Κουέντιν Ταραντίνο είχε πει πως «ήταν πιο προικισμένος με ταλέντο από τον Μότσαρτ και τον Μπετόβεν». Τον ρωτάει αν βρίσκει σωστό που η μαμά της, η κ. Τζάνις Γουαϊνχάουζ Κόλινς, ετοιμάζει ένα νέο ντοκιμαντέρ με αφηγήτρια την ίδια και τίτλο «Reclaiming Amy». Θα γίνει με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από τον θάνατό της και, μεταξύ άλλων, θα αναφέρεται στη μάχη της με τους εθισμούς και θα περιλαμβάνει βίντεο με οικογενειακές στιγμές. Ο συνομιλητής της δεν απαντάει. Της βάζει ένα ποτό ακόμη.

 

Ο Τζιάνι Βερσάτσε (15.7.1997) κάθεται επιτέλους μαζί με τον Ομάρ Σαρίφ (10.7.2015), που πάντα θαύμαζε και στο σινεμά ‒ιδιαίτερα στον «Δόκτορα Ζιβάγκο»‒ και για τις επιδόσεις του στο επαγγελματικό μπριτζ. Τον ρωτάει γιατί αποσύρθηκε. Τότε εκείνος του λέει: «Αποφάσισα πως δεν ήθελα να είμαι σκλάβος πια κανενός πάθους, εκτός από τη δουλειά μου. Είχα πολλά πάθη, μπριτζ, άλογα, τζόγο. Επιθυμώ να ζήσω ένα άλλο είδος ζωής, να είμαι περισσότερο με την οικογένειά μου».  

 

Πιο δίπλα, ο Τζέιμς Στιούαρτ (2.7.1997) προσπαθεί να καταλάβει το χιούμορ του Μπρους Λι (20.7.1973), που του αναπτύσσει γελώντας όλες τις θεωρίες συνωμοσίας για τον θάνατό του. Ότι δηλαδή τον σκότωσε η ιταλική (ή η κινεζική;) μαφία, ότι τον καθάρισαν οπαδοί των πολεμικών τεχνών, ότι τον δηλητηρίασε η σύντροφός του και ότι τον μαχαίρωσε μια ιερόδουλη. Ο Στιούαρτ, ο τρίτος στη λίστα με τους είκοσι πέντε μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών, σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, παρακολουθεί άναυδος το σόου του 33χρονου, παράξενου συναδέλφου του. Σώζεται όμως από τον ερχομό του Άλαν Πάρκερ (31.7.2020) στο τραπέζι τους. Καταφθάνει με τον Χουάν Περόν (1.7.1974). Έχουν να συζητήσουν το ενδεχόμενο μιας ταινίας με θέμα τη ζωή του, αλλά επιλέγουν να προηγηθεί η γνωριμία με τον θρυλικό Μπρους Λι. 

 

Κι ενώ όλα κυλούν ονειρικά, ξαφνικά τινάζονται στον αέρα με την εμφάνιση του Μάρλον Μπράντο (1.7.2004). Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται και όλοι γυρίζουν προς το μέρος του. Μπαίνει δυνατά η μουσική, ξεκινάει ο χορός, είναι απανωτοί οι γύροι των ποτών, πηγαινοέρχονται τσιγάρα κάθε είδους, παντού φιλιά, αγκαλιές και γέλια. 

 

Μόνο ο Καρούζος και η Καρέζη κάθονται παράμερα, παρατηρώντας τους θαμώνες αφηρημένα. Τότε εκείνος ψιθυρίζει στο αυτί της:

 

Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας.

 

Εκείνη τον αγκαλιάζει και επιστρατεύει την «Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου» του Φ. Γκ. Λόρκα, κοιτώντας πότε τη Μάγια πότε την Έιμι:

 

Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν 
στον λαιμό των βοδιών.
Πού πας, ομορφούλα μου, 
Χιονούλα και ήλιε;
Πάω στις μαργαρίτες 
του πράσινου λιβαδιού.
Δε φοβάσαι 
που αλαργεύεις μόνη;
Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος
φοβίζουν τον έρωτα.
Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου, 
χιονάτη κόρη.
Έχει φύγει η καρδιά μου, 
για πάντα.

 

Μετά, η Τζένη πιάνει το χέρι της Αλίκης και της τραγουδάει: 

 

Ποια είσαι, λευκή κόρη, 
κι από πού έρχεσαι;
Γυρίζω από τους έρωτες 
κι από τις κρήνες.
Τι λεν τα μαύρα μάτια σου, 
σοβαρό και βαθύ;
Τη σκληρή απελπισιά μου 
που πάντα πληγώνει.
Αντίο, δέσποινα μου, 
κοιμισμένο ρόδο, εσύ πας στον έρωτα 
κι εγώ πάω στο θάνατο.


 

Η ΔΥΣΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ

Πρώτος ο Καρούζος σήκωσε την αυλαία αυτού του άρθρου. Τώρα θα τη ρίξει, γράφοντας:

 

«Θα πεθάνω ζητώντας έναν ήλιο στα μεγάλα χρονικά μυστήρια κομματιάζοντας τη νύχτα μ’ ένα σμήνος γαλαξίες αιωρούμενος δίχως τη μητρυιά μας την αλύγιστη βαρύτητα δίχως τα δάκρυα που μας επιβάλλει η Ελλάδα τούτ’ η χώρα που παιδεύει τα δροσερά Ελληνόπουλα κι ανεμίζει τους αμέτρητους γραικύλους».

 

Κάθε φορά που περνάω από την παλιά γειτονιά μου, τα Εξάρχεια, εκεί όπου βρισκόταν το Dada, όλο νομίζω πως βλέπω τον Καρούζο να στέκεται με το ποτό και το τσιγάρο στο χέρι και να νουθετεί μ’ εκείνο το ψαρωτικό του ύφος: «Μη γίνεσ’ ένα μ’ αυτά τα καθιστόζωα, που σοφάρουν εξουθενωμένα και δένονται στ’ αυτοκίνητα»

 

Ευτυχώς, γλίτωσα. Δεν έμαθα ποτέ να οδηγώ. Σας ευχαριστώ που μου αποκαλύψατε σήμερα πως το Dada υπάρχει και είναι γεμάτο.