ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ
από την προσωρινή χαλάρωση των μέτρων προκειμένου «να σωθούν τα Χριστούγεννα», προέκυψε με πολύ πιο επιτακτικό τρόπο η επιθυμία να μην χαθεί και φέτος το «Πάσχα στο χωριό», ό,τι κι αν σημαίνει για τον καθένα αυτή η παράδοση: Επαφή με την φύση, επαφή με τους συγγενείς, επαφή με την υποβλητική τελετουργία της Μεγάλης Εβδομάδας, ταλαιπωρία, απόδραση από την πόλη, ανοιξιάτικες διακοπές, οξυγόνο, συναισθηματική διέγερση, ψυχαναγκασμό.  

 

Εξαιτίας όμως των περιστάσεων που όλοι γνωρίζουμε, το «Πάσχα στο χωριό» απέκτησε φέτος ανεξέλεγκτες και αμφίσημες διαστάσεις ως συλλογικό αίτημα, σλόγκαν, σύνθημα, hashtag, κωδικός, αντικείμενο χλεύης και αντιδικίας, συνώνυμο (ακόμα και εγκληματικής) επιπολαιότητας. Είναι το σίριαλ, το αποκούμπι και ο αντικατοπτρισμός των ημερών. Εάν και πώς και πού και πότε θα μπορέσει κανείς να φύγει μακριά από την Αθήνα για να ξεσκάσει ή/και να δει μετά από πολύ καιρό αγαπημένα πρόσωπα, με σάρκα και οστά, πρόσωπα που ενδεχομένως δεν θα έχει πολλές ευκαιρίες να ξαναδεί. «Σβήνει η φλόγα για… ‘Πάσχα στο χωριό’» ήταν ένας χαρακτηριστικός τίτλος ενημερωτικού μέσου σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το ζήτημα των διαπεριφερειακών μετακινήσεων ενόψει των πασχαλινών διακοπών. 

 

Αθήνα και πάλι Αθήνα, λίγοι και καλοί, κατσικάκι, κρασάκι και συμπάθεια, ατομική υπέρβαση. Το Πάσχα – και ειδικά η Ανάσταση – ως διαδικασία αυτοπραγμάτωσης. Ή ως τελευταία ευκαιρία αυτοσυγκέντρωσης πριν από το μπάχαλο και το «φτου ξελευτερία» που θα ακολουθήσει.

 

Ξεχνάμε ίσως ότι και πέρσι είχε «φάει» άκυρο (για πρώτη φορά στην ιστορία) το «Πάσχα στο χωριό», πέρσι όμως ήταν αλλιώς καθώς τελούσαμε υπό την υπνωτική επήρεια μιας πρωτόγνωρα απειλητικής επιδημικής-μολυσματικής συνθήκης. Η ατμόσφαιρα ήταν έτσι κι αλλιώς απόκοσμη μέσα στον παράξενο νεωτερισμό της υποχρεωτικής απομόνωσης, συνεπώς δεν είχαμε πρόβλημα να ξεχάσουμε για μια φορά τις μαζικές εξόδους και τις συλλογικές τελετουργίες, αρκούμενοι σ’ εκείνες τις στιγμές υπέρβασης όταν βγήκαμε με τα κεριά στα μπαλκόνια μας τα μεσάνυχτα της Ανάστασης. 

 

Ένα χρόνο μετά, ελάχιστοι έχουν διάθεση για τέτοιες υπερβατικές καταστάσεις και ό,τι κι αν ισχύσει τελικά, το βέβαιο είναι ότι πολλοί άνθρωποι που ήταν πέρσι την Ανάσταση στο μπαλκόνι τους, δεν θα είναι εκεί φέτος. Ακόμα κι αν δεν επιτραπούν τελικά οι μακρινές μετακινήσεις (με ή χωρίς τεστ), όπως είναι και το πιο πιθανό, εξαιτίας του δυσβάσταχτου μεγέθους του επιδημιολογικού φορτίου και της μετάθεσης όλων των μεγάλων «ανοιγμάτων» για «μετά το Πάσχα», μπορεί να βρίσκονται στο περίβολο κάποιας εκκλησίας (αν καταστεί δυνατή η ασφαλής λειτουργία των εκκλησιών τη Μεγάλη Εβδομάδα και το βράδυ της Ανάστασης, όπως είναι το πλάνο) ή σε κάποιο από τα κοντινά στην πόλη θέρετρα που είναι βέβαιο ότι θα αναστενάξουν από κόσμο εκείνες τις άγιες μέρες. 

 

Υπάρχει πάντα βέβαια και το περσινό μοντέλο διαχείρισης της γιορτής. Αθήνα και πάλι Αθήνα, λίγοι και καλοί, κατσικάκι, κρασάκι και συμπάθεια, ατομική υπέρβαση. Το Πάσχα – και ειδικά η Ανάσταση – ως διαδικασία αυτοπραγμάτωσης. Ή ως τελευταία ευκαιρία αυτοσυγκέντρωσης πριν από το μπάχαλο και το «φτου ξελευτερία» που θα ακολουθήσει. Ένα από τα κείμενα που μνημονεύονται τις ημέρες του Πάσχα – όπως ο στίχος «Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο» του Ν. Καρούζου ή το ποίημα «Πάσχα στον φούρνο» της Κ. Δημουλά – είναι και η νουβέλα «Πάσχα στο χωριό» του Αντώνη Σουρούνη, ο οποίος σε μεταγενέστερη έκδοση του βιβλίου, το προλόγιζε κάπως έτσι:  

 

«...Πάσχα στο χωριό δε σημαίνει αναγκαστικά άσπρες λαμπάδες, κόκκινα αβγά και σουβλιστό αρνί την εποχή που βγαίνουν οι παπαρούνες. Ούτε και σταυρωτά φιλιά. Παπαρούνες μπορούν ν' ανθίσουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν' αναστηθεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το καταλάβει όταν ασπαστεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο και μόνοι μας φεύγουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν' αναστηθούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολομόναχοι. Για να μην υπάρχουν μάρτυρες και να μην το πιστεύει κανείς. Έτσι ώστε να είμαστε συνεχώς αναγκασμένοι να πράττουμε για να μας πιστέψουν οι άλλοι κι όχι συνεχώς να μιλάμε».