ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΣΤΕΙ οδυνηρά σαφές, το ριάλιτι του lockdown δεν θα λήξει πολύ σύντομα και σίγουρα δεν θα έχει ξεκάθαρο και οριστικό φινάλε. Οπότε συνεχίζουμε να την παλεύουμε όπως μπορούμε και με όποια, κατά περίπτωση, βοηθήματα. Τουλάχιστον υπάρχει η παρηγοριά ότι αντιμετωπίζουμε όλοι την ίδια συνθήκη, δεν είναι και λίγο, και ενδεχομένως αυτό θα είναι το μόνο που θα μας λείψει όταν φτάσουμε στο μετά. 

 

Προς το παρόν, προσπαθούμε να ανανεώνουμε τις μεθόδους διαχείρισης του εγκλεισμού (του αποκλεισμού μάλλον) για να μη σαλτάρουμε πριν από την ώρα μας.

 

Προσωπικά, βρίσκω πολύ χαλαρωτικές, ειδικά τις μικρές ώρες που η ησυχία απ’ έξω γίνεται απόκοσμη, κάποιες αφηρημένες ασκήσεις μυθοπλασίας με το μισό μυαλό σβηστό, όπου επιχειρώ να διανοηθώ τι μπορεί να απέγιναν αγαπημένοι χαρακτήρες της λογοτεχνίας και του σινεμά μετά το τέλος του βιβλίου ή της ταινίας. Αφηρημένες ιδέες για πιθανά σίκουελ που δεν θα γραφτούν και δεν θα γυριστούν ποτέ. Όπως φερ' ειπείν για τις παρακάτω ελληνικές ταινίες, που έχω δει τόσες πολλές φορές ώστε η συναισθηματική σύνδεση με τον κεντρικό χαρακτήρα να μου δίνει το δικαίωμα να φανταστώ τη μοίρα του μετά τους τίτλους τέλους.    

 

Αφηρημένες ιδέες για πιθανά σίκουελ που δεν θα γραφτούν και δεν θα γυριστούν ποτέ.

 

Μια ζωή την έχουμε

Όπως γνωρίζουμε, στο τέλος της ταινίας ο Κλέων φεύγει για πάντα από αυτόν το μάταιο και αχάριστο τόπο μ’ ένα υπερωκεάνιο και τελικό προορισμό το Κολοράντο όπου ζει η αδελφή του με τον άντρα της. Του έγραψε άραγε ποτέ η Μπιμπή; Ίσως. Ξεκίνησε μόνη της να πάει να τον βρει στην άλλη άκρη του κόσμου; Χλωμό. Καλύτερα στην επισφάλεια της Αθήνας ως «κοκοτίτσα πολυτελείας», με τις γνωριμίες όμως από το Κολέγιο και με ύστατη καβάτζα τον μαυραγορίτη Ντάογλου, παρά νοικοκυρά στο πουθενά της Αμερικής (χάθηκε κι αυτός να πάει στη Νέα Υόρκη, ας πούμε;). Ξαναφτιάχνει άραγε τη ζωή του ο Κλέων; Αλλάζει προσωπικότητα; Ή μένει για πάντα στοιχειωμένος από την φράση που ο ίδιος είχε πει στον συνάδελφό του στην Εμποροπιστωτική; «Δεν υπάρχουν τα Κύθηρα, Μανώλη».  

 

Της κακομοίρας (ή Ο μπακαλόγατος)

μπακαλόγατος

 

Το έργο τελειώνει με τον Ζήκο να μένει μπουκάλα, όπως και το αφεντικό του, ο μεγαλομπακάλης Παντελής Σκουφάντερος (ο ορίτζιναλ «κυρ Παντελής»). Είναι πλέον καταδικασμένοι να βαδίσουν μαζί, πυξ λαξ, προς το ηλιοβασίλεμα; Πώς όμως θα συνεχίσει να ζει στην ίδια γειτονιά με τη Φιφίκα τώρα που την έχασε για πάντα; Πόσο θα τον συντηρεί η τρέλα του; Κι αν επιδεινωθεί; Γυρίζει πίσω στο Καρπενήσι να παριστάνει τον τρελό του χωριού διά παντός ή τον κλείνουν στο Δαφνί; Ή μήπως βρίσκει το ψυχικό σθένος να περιμένει να τα τινάξει ο κυρ Παντελής για να πάρει ο ίδιος το μαγαζί; Εκείνη η κουβέντα που είχε πει –ότι του ρίχνει λίγο παραθείο κάθε μέρα στον καφέ–  μπορεί να μην ήταν και τόσο κακή ιδέα τελικά.  

 

Δεσποινίς Διευθυντής

Δεσποινίς Διευθυντής

 

Μετά από διάφορες σπαρταριστές παρεξηγήσεις, η Λίλα Βασιλείου καταλήγει τελικά στην αγκαλιά του Αλέκου Σαμιωτάκη, πόσο σίγουροι όμως μπορούμε να είμαστε για τη μακροημέρευση αυτής της σχέσης που φούντωσε μέσα από μια σύγκρουση χαρακτήρων που παραλίγο να εξελιχθεί σε μάχη των φύλων; Θα επιμείνει η Λίλα στην παραίτησή της από τον Οργανισμό; Θα τον παντρευτεί τον Αλέκο, που εκτός από άστατος, ήταν και μαμάκιας; Θα κάτσει σπίτι να μεγαλώσει τα παιδιά ή θα τα παρατήσει όλα για κάτι άλλο, για μια πανεπιστημιακή καριέρα ίσως; Είναι πιθανό να τη βρίσκει η εξέγερση του Πολυτεχνείου καθηγήτρια στο ίδρυμα (στο πλευρό των φοιτητών φυσικά), ενώ εκείνο το επεισοδιακό πάρτι στο σπίτι του Ναυάρχου Γελεμπουρδέζου δεν είναι πια παρά μια μακρινή ανάμνηση.      

 

Το τελευταίο ψέμα

το τελευταίο ψέμα

 

Το απολυτρωτικό φινάλε βρίσκει την πρώην κακομαθημένη Χλόη να εκπληρώνει η ίδια το τάμα της νεκρής υπηρέτριάς της, πηγαίνοντας το άρρωστο παιδί της στην Τήνο τον Δεκαπενταύγουστο. Και μετά τι; Το μεγαλώνει η ίδια; Εγκαταλείπει οριστικά την κοσμική ζωή; Ξεχνά για πάντα και τον γοητευτικό (πλην μπατίρη, σχετικώς) αντικέρ Γαλανό και τον ξενέρωτο πλούσιο Δρίτσα; Το ρίχνει στη θρησκεία και στον πνευματισμό; Γίνεται η πρώτη νεορθόδοξη Κολωνακιώτισσα στα χρονικά; Ποτέ δεν θα μάθουμε. Μπορούμε όμως να κάνουμε υποθέσεις μεταξύ αϋπνίας και λήθης στις τρεις το πρωί.