ΟΣΟΙ ΕΞ ΗΜΩΝ υποστηρίζουμε παιδιόθεν την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας, είτε επειδή είχαμε καταπιεί αμάσητους και σε τρυφερή ηλικία διάφορους ωραίους μύθους περί βρετανικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας είτε από μαζοχισμό και ροπή στο μελόδραμα (πώς γίνεται να επιμένεις να υποστηρίζεις μια ομάδα που διαρκώς σπάει τα μούτρα της με τόσο θεαματικό πλην όμως προβλέψιμο τρόπο;) είτε εξαιτίας κάποιας άλλης παθολογίας που δεν έχει επαρκώς αναλυθεί, βρισκόμαστε αυτές τις μέρες σε μια εξαιρετικά άβολη και περίεργη θέση.

 

Η ομάδα κατάφερε να φτάσει μετά από 55 ολόκληρα χρόνια στον τελικό μιας μεγάλης διοργάνωσης, κι όμως δεν επιτρέπεται να χαρεί όσο θα ήθελε. Κι αυτό γιατί είναι σα να άλλαξε ξαφνικά κατηγορία και είδος αυτό το προβληματικό brand που συμπαθούσαμε για τις ρωγμές και τις πεισματικές ψευδαισθήσεις του. Είναι σα να μετακόμισε ξαφνικά η Εθνική Αγγλίας από την περιοχή του αμφιλεγόμενου και του cult στο καθεστωτικό mainstream. Και μάλιστα στον ρόλο του κακού.

 

Η Αγγλία που νίκησε τη συμπαθή σε όλους Δανία (που βάδιζε με ένα ηθικό πλεονέκτημα μετά το συγκλονιστικό περιστατικό με τον Έρικσεν) με αμφισβητούμενο πέναλτι, η Αγγλία του Brexit και του Μπόρις, η Αγγλία που παίζει εντός έδρας ενώπιον χιλιάδων μεθυσμένων οπαδών της, που κουτρουβαλιάζονται και ενδεχομένως διασπείρουν πρόσφατες μεταλλάξεις του ιού, η Αγγλία που όσο καλά και αποτελεσματικά κι αν παίζει δεν μπορεί να ικανοποιήσει τα εκλεκτικά γούστα όσων ανέκαθεν την αντιπαθούν.

 

Προφανώς δεν συμπάθησε ποτέ κανείς την Αγγλία επειδή ήταν η «Βραζιλία της Ευρώπης», όπως η Ολλανδία, ή επειδή ικανοποιούσε κάποια στρατόκαβλα ένστικτα περί επιμονής και τελικής επικράτησης, όπως η Γερμανία, ή επειδή υπήρξε εντυπωσιακό αουτσάιντερ, όπως διάφορες «μικρότερες» ποδοσφαιρικές δυνάμεις κατά καιρούς.

 

Εκεί φτάσαμε λοιπόν. Η ομάδα που με εξαίρεση εκείνο το προϊστορικό σχεδόν Παγκόσμιο του 1966 (που κατέκτησε στον ίδιο χώρο όπου θα αγωνιστεί μεθαύριο, απέναντι στον μπάρμπα Κιελίνι και τους φτερωτούς του κάγκουρες) έχει συνδεθεί αποκλειστικά με δράματα, αποτυχίες, κλάματα, ματαιώσεις, ματωμένους παίκτες και ματωμένους οπαδούς (οι τελευταίοι συχνά λόγω βλακείας, μέθης και φαρσικών αυτοτραυματισμών), βρίσκεται ξαφνικά στον απεχθή ρόλο του ισχυρού που διαθέτει τα μέσα, παρότι, δυο μέρες πριν από τον τελικό του Euro, μια χώρα όπως η Ελλάδα έχει ένα τρόπαιο περισσότερο.

 

Θα γίνει ένας χαμούλης στο Νησί αν το πάρει η Αγγλία; Προφανώς, και γιατί όχι δηλαδή;

 

Θα το εκμεταλλευτεί μέχρι αηδίας και σκασμού ο Μπόρις και σύσσωμο το πολιτικό κατεστημένο της χώρας; Θέλει και ρώτημα; 

 

Η εθνική ομάδα της Αγγλίας όμως –όπως και κάθε «αντιπροσωπευτικό» συγκρότημα– δεν αντιπροσωπεύει ούτε την κυβέρνηση της χώρας ούτε το Brexit ούτε καν την ίδια την αφηρημένη ιδέα του έθνους στην πραγματικότητα, παρά μόνο εμμέσως. Αντιπροσωπεύει πρώτα τον εαυτό της και ακολούθως την ιστορία της. Μια ιστορία, εν προκειμένω, γεμάτη κωμικοτραγικές παθογένειες εξόχως βρετανικές.

 

Η μακροχρόνια και συνεπής υποστήριξη της Εθνικής Αγγλίας, ειδικά από μη Βρετανούς οπαδούς, αποτελεί περισσότερο «συλλογική» παρά «εθνική» προτίμηση. Προφανώς δεν συμπάθησε ποτέ κανείς την Αγγλία επειδή ήταν η «Βραζιλία της Ευρώπης», όπως η Ολλανδία, ή επειδή ικανοποιούσε κάποια στρατόκαβλα ένστικτα περί επιμονής και τελικής επικράτησης, όπως η Γερμανία, ή επειδή υπήρξε εντυπωσιακό αουτσάιντερ, όπως διάφορες «μικρότερες» ποδοσφαιρικές δυνάμεις κατά καιρούς.

 

Μακάρι να σηκώσει κάτι επιτέλους, αλλά τότε θα έχει αλλάξει αμετάκλητα η φυσιογνωμία της. Win-win ούτως ή άλλως, είτε ως μισητή νικήτρια είτε ως αιώνια χαμένη.