ΜΕ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ – έστω και μόνο «έξω», έστω και χωρίς μουσική υπόκρουση – μοιάζει να έφτασε στο τέλος του ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαια / απότοκα  αυτής της απίθανης ιστορίας που ζούμε τόσο καιρό: η εκ των συνθηκών (επανα)σύνδεση μας, ως πλάσματα της πόλης, με τον δημόσιο χώρο της. Με τα πάρκα, τις πλατείες και τις πάσης φύσεως «καβάτζες» που είδαμε με άλλο μάτι, χωρίς τραπέζια και καθίσματα και χωρίς service, πέρα από το self-service του take away με το πλαστικό στο χέρι.

  

Ήταν ένα βραχύβιο ειδύλλιο που θα μείνει μόνο ως μια προσφιλής ανάμνηση από μια παράξενη, δυσοίωνη και εξωπραγματική εποχή;  Ή θα μας αφήσει κάποια μόνιμη επιθυμία αναζήτησης της κοινωνικότητας και της συνύπαρξης πέρα από τα όρια ενός μαγαζιού εστίασης και ψυχαγωγίας; Ειδικά μάλιστα, από την ώρα που αποδείχτηκε ότι το «έξω» ήταν το σωτήριο όσον αφορά στη μεταδικότητα του ιού, και όχι το «μέσα». 

 

Δεν είδα πουθενά να γίνεται χαμός αλλά μπορεί να ήταν και συμπτωματικό, δεν ξέρω. Εκείνα τα τρελά σενάρια πάντως, του τύπου «θα πρέπει να κλείσεις τραπέζι μια εβδομάδα πριν ακόμα και σε καφετέρια» δεν επαληθεύτηκαν (αντιθέτως, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, ήδη είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις δωμάτιο σε οποιοδήποτε νησί τον Αύγουστο). 

 

Για πρώτη φορά ίσως νιώσαμε όλοι την ευρύτερη σημασία της φράσης «ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος» - και το νιώσαμε μέσα στον χειμώνα. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που δήλωσαν μέσα στην βδομάδα που πέρασε ότι, παρότι έσπευσαν με ενθουσιασμό να στηρίξουν το άνοιγμα της εστίασης επιζητώντας να ξαναβιώσουν το συναίσθημα του να τρως και να πίνεις παρέα με φίλους στα στέκια τα οικεία, κάποια στιγμή ένιωσαν ένα πιάσιμο και μια καταπίεση στα στενά όρια του τραπεζιού. Σα να τους έλειψε η ευελιξία κινήσεων και το «ανέστιο» πνεύμα της προηγούμενης κατάστασης.   

 

Δεν είδα πουθενά να γίνεται χαμός αλλά μπορεί να ήταν και συμπτωματικό, δεν ξέρω. Εκείνα τα τρελά σενάρια πάντως, του τύπου «θα πρέπει να κλείσεις τραπέζι μια εβδομάδα πριν ακόμα και σε καφετέρια» δεν επαληθεύτηκαν (αντιθέτως, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, ήδη είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις δωμάτιο σε οποιοδήποτε νησί τον Αύγουστο). 

 

Ίσως έχει να κάνει και με την απουσία της μουσικής που για πολλούς καθιστά αυτομάτως πολύ λιγότερο ελκυστική την ιδέα της εξόδου. Και σίγουρα, πολύς κόσμος, περιμένει να προχωρήσει κι άλλο η διαδικασία του εμβολιασμού πριν εξορμήσει (ή πριν εγκλωβιστεί) στα κέντρα εστίασης. Πολλοί όμως κατάφεραν να συνδυάσουν και τα δύο – και την εστίαση και τη δόση του εμβολίου – αυτές τις μέρες. Ανάμεσά τους κι εγώ, εμμέσως έστω στην δεύτερη περίπτωση. 

 

Το Σάββατο που μας πέρασε κατάφερα να έχω και τις δύο εμπειρίες – της εστίασης και του εμβολιασμού –  μέσα σε διάστημα μερικών ωρών. Νέες συνθήκες, νέες τελετουργίες. Πρώτα τραπέζωμα στην Κυψέλη και κατόπιν μετάβαση στο Περιστέρι ως (εύθυμη) συνοδεία ατόμου που είχε κλείσει να κάνει την πρώτη δόση στο μεγάλο τοπικό εμβολιαστικό κέντρο στις δέκα παρά τη νύχτα. Ίσα που προλάβαμε. Παρά την «μαζικότητα» του χώρου, η διαδικασία ήταν σύντομη και πέρασε σαν ένα ηπίως αλλόκοτο όνειρο. Η μικρή ουρά απ’ έξω με τους φίλους και συγγενείς (σαν τις Πανελλήνιες εξετάσεις), οι αναγγελίες του «τελάλη» κάθε τόσο («δέκα παρά είκοσι, άλλος κανείς;», «Πφάιζερ; Άστρα Ζένεκα;»), ο Γιάννης Αντετοκούνμπο στην οθόνη, οι φαντάροι, το σλόγκαν «Επιχείρηση Ελευθερία» να δεσπόζει στην είσοδο… 

 

Ο κόσμος πάντως έμοιαζε συγκινημένος από τον (πρωτόγνωρα) συνοπτικό, ανώδυνο, και ευεργετικό χαρακτήρα που είχε αυτή η υγειονομική «συναλλαγή» του με το ελληνικό δημόσιο. Στην επιστροφή προλάβαμε και λίγη εστίαση ακόμα, χωρίς αλκοόλ όμως για την εμβολιασμένη. Όπως μας είπε η ίδια, ήταν η μόνη κουβέντα που της είπε ο νοσηλευτής μόλις της έκανε το εμβόλιο: «Όχι αλκοόλ απόψε». Ή μήπως «όχι άλλο αλκοόλ απόψε;». Δεν ήταν σίγουρη. Όλα καλά πάντως. Άλλο ένα σουρεάλ – και αξέχαστο – σαββατόβραδο μέσα στην πανδημία. Αυτά θα θυμόμαστε.