ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΑ για τους νοσταλγούς της πρώιμης μεταπολίτευσης (κι ακόμα πιο πίσω ίσως) ήταν η χθεσινή, αφού η τηλεόραση (ειδικά η κρατική) θύμισε εποχές σκληρής ΥΕΝΕΔ – τότε που κάθε κλάδος των ενόπλων δυνάμεων είχε την δική του εκπομπή – με την πολύωρη και γεμάτη εθνικές τυμπανοκρουσίες κάλυψη της τελετουργικής άφιξης της υπερσύγχρονης φρεγάτας «Κίμων». Όσο και να προσπαθήσει κανείς, είναι αδύνατο να φανταστεί ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή (ή και άλλη) χώρα. («Οι άλλοι όμως δεν έχουν την Τουρκία», όπως μας λένε, και τώρα και πάντα). Η πίεση να νιώσει ξαφνικά ρίγη συγκίνησης και ευφορίας το πανελλήνιο και να ξεχάσει τα πεζά και άδοξα προβλήματά του, ήταν αβάσταχτη.
Μετά από αυτή την γερή δόση εθνικής υπερηφάνειας και στρατιωτικής υπεροπλίας, τα κανάλια επέστρεψαν στο τυπικό ειδησεογραφικό τους πρόγραμμα, όπου το λεγόμενο «αστυνομικό δελτίο» έχει πάντα τη μερίδα του λέοντος, παρέχοντας ένα σωρό κοινωνικές προεκτάσεις προς συζήτηση, με την συμμετοχή ενός επίλεκτου θιάσου οριακά αρμόδιων και εντελώς αναρμόδιων στα διάφορα ενημερωτικά βαριετέ της πρωινής, μεσημεριανής και απογευματινής ζώνης. Αυτές τις μέρες, το κυρίαρχο θέμα είναι η «εξαφάνιση» (ή η απόδραση) της 16χρονης από την οικογενειακή της εστία στην Πάτρα και το θρίλερ της περιπλάνησής της στην Αθήνα, όπου έχει θεαθεί αλλά δεν έχει ανακαλυφθεί, μέχρι τούτη τη στιγμή τουλάχιστον.
Το σφίξιμο που νοιώθεις πριν μπεις στον διερχόμενο συρμό και συνεχίσεις τη ζωή σου είναι διαφορετικό σε καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις. Στην περίπτωση των ηλικιωμένων ξέρεις ότι κατά κανόνα είναι άνθρωποι που χάθηκαν στην ομίχλη της άνοιας και ενδεχομένως βολοδέρνουν ακόμα σαν την άδικη κατάρα, μέσα στο ανώνυμο πλήθος της μεγαλούπολης.
Κάθε φορά που μπαίνω στο μετρό, όπως και οι περισσότεροι επιβάτες, ρίχνω μια φευγαλέα και αφηρημένη ματιά στο Amber Alert που εμφανίζεται στην οθόνη, ανακοινώνοντας άλλη μια εξαφάνιση ανηλίκου ή ηλικιωμένου («Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε;»). Το σφίξιμο που νοιώθεις πριν μπεις στον διερχόμενο συρμό και συνεχίσεις τη ζωή σου είναι διαφορετικό σε καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις. Στην περίπτωση των ηλικιωμένων (οι οποίοι είναι πάσας προέλευσης) ξέρεις ότι κατά κανόνα είναι άνθρωποι που χάθηκαν στην ομίχλη της άνοιας και ενδεχομένως βολοδέρνουν ακόμα σαν την άδικη κατάρα, μέσα στο ανώνυμο πλήθος της μεγαλούπολης. Για τα παιδιά όμως, η σκέψη πάει πάντα στο χειρότερο. Πριν από λίγες μέρες, στις 13 Ιανουαρίου, συμπληρώθηκαν τριάντα ακριβώς χρόνια από την απαγωγή της εννιάχρονης Άμπερ Χάγκερμαν στο Άρλινγκτον των ΗΠΑ, η υπόθεση της οποίας υποκίνησε την δημιουργία της υπηρεσίας που πήρε το μικρό της όνομα, που ως ακρωνύμιο (AMBER) σήμαινε America’s Missing: Broadcast Emergency Response.
Θα πρέπει να ήταν η δεύτερη μέρα της «εξαφάνισής» της όταν είδα τη φωτογραφία και τα στοιχεία της 16χρονης στην οθόνη του μετρό. Δεν γνώριζα ακόμα τίποτα περισσότερο, αλλά και μόνο το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα μη «αλλοδαπό» (με την ξενοφοβική έννοια του όρου) παιδί, όπως είναι τα περισσότερα που βλέπει κανείς σε τέτοιες ανακοινώσεις, μου κράτησε λίγο παραπάνω την περιέργεια και δεν ένιωσα έκπληξη όταν το θέμα έγινε «πρωτοσέλιδο». Την σκέφτομαι εδώ και λίγες μέρες να περιφέρεται κάπου εδώ κοντά (Ζωγράφου, Αμπελόκηποι, Γουδή), σύμφωνα με τις μαρτυρίες, και το παρήγορο είναι ότι δεν φαίνεται να διατρέχει άμεσο κίνδυνο. Μακάρι να είναι καλά, μακάρι να βρει τον δρόμο της, που δεν χρειάζεται απαραίτητα να οδηγεί πίσω στο πατρικό της.