ΠANTA BΡΙΣΚΕΙ ΤΡΟΠΟΥΣ να εισβάλλει πανηγυρικά στην επικαιρότητα η αβάσταχτα παρακμιακή (πλην όμως πεισματικά δημοφιλής διεθνώς, ας όψεται και το καταραμένο The Crown) βρετανική μοναρχία και οι παραφυάδες της. Όπως συνέβη χθες με τελετουργικό τρόπο κατά τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος της Νταϊάνα παρουσία των δύο γιων της που συναντήθηκαν, όπως διαβάσαμε, μετά από πολύ καιρό (νομίζω ότι προτιμώ τελικά τον θεσμικό μοιρολάτρη Γουίλιαμ από τον υπονομευτή, και καλά, του θρόνου Χάρι που ζήτησε πολιτικό άσυλο στο Χόλιγουντ). 

 

Η εκδήλωση έγινε ανήμερα των γενεθλίων της αδικοχαμένης «θλιμμένης πριγκίπισσας» η οποία θα έκλεινε τα 60 αν ζούσε, στο μπρούτζινο και υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα όμως που αποκαλύφτηκε χθες μοιάζει για πάντα νέα (παρότι φορά μια διαχρονικά στεγνή και συντηρητική ενδυμασία) ενώ πλαισιώνεται από τρία παιδάκια (για κάποιο περίεργο λόγο το ένα εξ αυτών είναι κρυμμένο πίσω της και δεν διακρίνεται εύκολα). Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση του παλατιού, τα παιδιά «αντιπροσωπεύουν το οικουμενικό αντίκτυπο του φιλανθρωπικού έργου της Πριγκίπισσας».  

 

Οι Τάιμς του Λονδίνου βαθμολόγησαν το άγαλμα με δύο (στα πέντε) αστέρια παραλληλίζοντάς το με τα φτηνά σουβενίρ της συχωρεμένης που πουλάνε οι μικροπωλητές, ενώ σύμφωνα με τον Telegraph πρόκειται για περίπτωση «αγνού κιτς» με μια υφή «σοβιετικού vibe».

 

Η εντύπωσή μου ήταν ότι η όλη σύνθεση μοιάζει σα να κρέμεται κάπου ανάμεσα σε θρησκευτική απεικόνιση (η Παναγία με φούστα-μπλούζα) και σε παιδαγωγικό μνημείο σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Μου θύμισε λίγο και «το μνημείο του Έλληνα δασκάλου» εδώ κοντά στην Μιχαλακοπούλου πίσω από το Χίλτον, όπου συνωστίζονται τέσσερις μικροί μαθητές οι οποίοι ατενίζουν με προσήλωση την κεντρική φιγούρα της σύνθεσης, έναν άνδρα με κοστούμι που στο ένα χέρι κρατά ένα σχολικό εγχειρίδιο και με το άλλο δείχνει μια επιγραφή: «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής μέσα σου να λαχταρίζη κάθε είδος μεγαλείου». 

 

Θα προτιμούσα σίγουρα ένα μνημείο της Νταϊάνα που να μπορούσε με κάποιον τρόπο να μεταφέρει σε γλυπτό άγαλμα εκείνη την διάσημη «παπαρατσική» φωτογραφία που την έδειχνε από μακριά με μαγιό να απολαμβάνει επιτέλους την ζωή καθισμένη στην άκρη του βατήρα της θαλαμηγού του Ντόντι, αλλά κατανοώ ότι πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες δεν είναι αυτή η εικόνα που θα επιθυμούσαν να διαιωνιστεί μέσω ενός μπρούτζινου μνημείου τα παιδιά της και το Παλάτι.   

 

Οι κριτικές των επιφανών βρετανικών εφημερίδων υπήρξαν αμείλικτες πάντως. Οι Τάιμς του Λονδίνου βαθμολόγησαν το άγαλμα με δύο (στα πέντε) αστέρια παραλληλίζοντάς το με τα φτηνά σουβενίρ της συχωρεμένης που πουλάνε οι μικροπωλητές, ενώ σύμφωνα με τον Telegraph πρόκειται για περίπτωση «αγνού κιτς» με μια υφή «σοβιετικού vibe». Πιο σκληρός όλων όμως ήταν ο τεχνοκριτικός του Guardian, Τζόναθαν Τζόουνς ο οποίος έγραψε ότι το άγαλμα «στέκει σε μια αμήχανη, άκαμπτη, άψυχη πόζα και έχει ένα πρόσωπο που είναι πιο ανδροπρεπές από αυτό που θυμάμαι» και χαρακτηρίζεται από έναν «επίπεδο, επιφυλακτικό ρεαλισμό και μια άγαρμπη απόπειρα οικειότητας».  

 

Πέρα από τις γλαφυρές κακίες για το συγκεκριμένο άγαλμα όμως, το κείμενο του Τζόουνς στον Guardian επιχειρεί να θίξει κι ένα ζήτημα που μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον και καίριο και έχει να κάνει με μια έξαρση παγκοσμίως – και ενώ ο κόσμος κυριολεκτικά καίγεται –  των αγαλμάτων, των προτομών και των πάσης φύσεως μνημείων αμφιλεγόμενης ιστορικής αξίας και μηδενικού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος: 

 

…Από την άλλη, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα περισσότερα αγάλματα που αναγείρονται στις μέρες μας είναι καλύτερα απ’ αυτό. Έχουμε κολλήσει άσχημα με αυτή την αρχαϊκή μορφή τέχνης… Απαιτούμε αγάλματα για τους καλούς και τους άξιους, δυστυχώς όμως η τέχνη εδώ και έναν αιώνα περίπου έχει ξεχάσει πώς να τα δημιουργεί. Αν μπορούσαμε μόνο με κάποιον τρόπο να επικοινωνούσαμε με τον Τζαν Λορέντζο Μπερνίνι στη Ρώμη του 17ου αιώνα και να του ζητούσαμε να δημιουργήσει κάτι τόσο θερμό και ζωντανό σαν την προτομή της ερωμένης του Κονστάντζα Μποναρέλι… Αυτό πραγματικά θα ήταν το εικαστικό αντίστοιχο του Έλτον Τζον να τραγουδά το Candle in the Wind. Αντιθέτως, έχουμε αυτό το απαίσιο μνημείο που μαζί με όλους τους μπρούτζινους ποδοσφαιριστές θα υπενθυμίζει στις μελλοντικές γενιές ότι στις αρχές του 21ου αιώνα οι άνθρωποι ξόδευαν χρήμα, κόπο και ατέρμονες συζητήσεις γύρω από ανόητα, αποστειρωμένα, ασήμαντα έργα τέχνης.