ΣE MIA ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ενόψει του επικείμενου ντοκιμαντέρ για τους Velvet Underground που γύρισε ο Τοντ Χέινς, ο ένας εκ των δύο επιζώντων του μυθικού γκρουπ, ο Τζον Κέιλ, ανακαλεί με γλαφυρό τρόπο την ατμόσφαιρα (την καθημερινή ρουτίνα βασικά) στο Factory του Άντι Γουόρχολ, εκεί όπου γεννήθηκε το συγκρότημα που διαμόρφωσε όσο κανένα άλλο τη λεγόμενη «εναλλακτική» αντίληψη στη σύγχρονη ροκ κουλτούρα – μουσικά, αισθητικά και με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο: 

 

«… Ο Άντι να υποδέχεται στην αυλή του διάσημα πρόσωπα που το μόνο που έκαναν ήταν να ποζάρουν αμήχανα στην κάμερά του, γυμνοί άνθρωποι να καταπίνουν χάπια για να παραμείνουν λεπτοί, μοναχικοί τύποι να αγκιστρώνονται στους ατμούς των άλλων, ελπίζοντας να τους δουν κι εκείνους για πρώτη φορά». 

 

Πολλοί έκτοτε επιχείρησαν να δώσουν στο δικό τους εγχείρημα κάτι από εκείνη την παρακμιακή αίγλη που χαρακτήριζε τις μέρες και τις νύχτες στο στούντιο του Γουόρχολ, χρησιμοποιώντας το εμβληματικό όνομα του χώρου. Όπως η ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Factory από το Μάντσεστερ, που έμελλε μεταξύ άλλων να συστήσει στον κόσμο τους Joy Division (και αργότερα τους Happy Mondays), και η πολυτάραχη και περιπετειώδης ιστορία της αποθεώθηκε στη μεγάλη οθόνη μέσω της απολαυστικής ταινίας του Μάικλ Γουίντερμποτομ, 24 Hour Party People (2002). 

 

Ο Άλαν ΜακΓκί αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε όμως επίσης τα ναρκωτικά και το χρήμα, κάποτε όμως κατέρρευσε εξαιτίας των καταχρήσεων και όλα τα χρήματα του κόσμου δεν ήταν αρκετά για να τους διώξουν την κατάθλιψη (τελικά συνήλθε).

 

Σε ανάλογο καλούπι περίπου –χωρίς να είναι τόσο καλή, αυτό πρέπει να το αποδεχτούμε εξαρχής–  κινείται και η ταινία «Creation Stories», που έκανε την εμφάνισή της πριν από μερικές μέρες και αφηγείται την εξίσου περιπετειώδη πορεία της Creation, της επίσης θρυλικής δισκογραφικής εταιρείας από τη Γλασκόβη, και του ιδρυτή της και δαιμόνιου μάνατζερ και indie «μεγιστάνα» Άλαν ΜακΓκί, ο οποίος μας χάρισε λατρεμένα συγκροτήματα όπως οι Primal Scream, οι Teenage Fan Club και οι My Bloody Valentine (και πολλά, πολλά άλλα) μέχρι που έπιασε για πάντα την καλή με τους Oasis.

 

«Σου ’χω μια καινούρια μπάντα που θα γίνει μεγαλύτερη κι από τους U2»… Μ’ αυτή την ατάκα «πουλούσε» πάντα τα συγκροτήματά του ο ΜακΓκί, ώσπου στο τέλος το παραμύθι έγινε πραγματικότητα.    

 

Γιούεν Μπρέμερ και Σούκι Γουότερχαους
Γιούεν Μπρέμερ και Σούκι Γουότερχαους σε σκηνή από την ταινία.

 

Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο ηθοποιός, κατά κανόνα, Νικ Μοράν, ο οποίος επιχείρησε (και πέτυχε σε έναν βαθμό) να δώσει σ’ αυτήν τη βιογραφική μυθοπλασία κάτι από την πυροτεχνική λάμψη, τον φρενήρη ρυθμό και τις σουρεάλ αποχρώσεις του Trainspotting –  διόλου τυχαίο, από τη στιγμή που στο σενάριο της ταινίας συναντάμε το όνομα του Ίρβιν Γουέλς, ενώ στον ρόλο του ΜακΓκί πρωταγωνιστεί μια από τις χαρακτηριστικές «μούρες» εκείνης της ταινίας, ο Γιούεν Μπρέμερ.   

 

Από τους Television Personalities (το απόλυτο αισθητικό υπόδειγμα «εναλλακτικού» γκρουπ, σύμφωνα με τον ΜακΓκί, και όχι μόνο) μέχρι τα γκρουπ που σημάδεψαν την εξέλιξη της Creation, στην ταινία εμφανίζονται σε «δραματοποιημένη» μορφή διάφοροι εκπρόσωποι του indie πανθέου με τη μορφή ηθοποιών που τους μοιάζουν (όπως ήταν στα ‘80s και στα ‘90s).

 

Ο Άλαν ΜακΓκί αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε όμως επίσης τα ναρκωτικά και το χρήμα. Κάποτε κατέρρευσε εξαιτίας των καταχρήσεων και όλα τα χρήματα του κόσμου δεν ήταν αρκετά για να του διώξουν την κατάθλιψη (τελικά συνήλθε). Στην πορεία υπήρξε και ένα ευκαιριακό ειδύλλιο με το (Νέο) Εργατικό Κόμμα (New Labour) του Τόνι Μπλερ, ο οποίος στην ταινία παρουσιάζεται ως υστερόβουλη και ανειλικρινής προσωπικότητα.

 

Ήταν οι μέρες «κρασιού και ρόδων» (ή μάλλον σαμπάνιας και οροσειρών κόκας) κατά την ακμή της Britpop, πολλά χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα που ο ΜακΓκί είχε δει (κόκαλο) να εμφανίζεται ως όραμα ενώπιον του σε μια άθλια τουαλέτα ο περιβόητος Άγγλος αποκρυφιστής Άλιστερ Κρόουλι (στην ταινία έχει πάρει τη μορφή του Στίβεν Μπέρκοφ) και να του δείχνει τον δρόμο για την αυτοπεποίθηση, την επιτυχία και την υπέρβαση, λέγοντάς του: «Οι ιδέες είναι παντού, το μόνο που έχει να κάνει κάποιος είναι να απλώσει το χέρι και να τις αρπάξει».