Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας» Facebook Twitter
Η Λούλα Αναγνωστάκη στο σπίτι της για το περιοδικό 01, Νοέμβριος 1995. Φωτο: Σπύρος Στάβερης

Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας»

0

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Στην Αγία Σοφία. Τότε που άνθιζε ο πόλεμος. Πολύ μικρή, αλλά τον θυμάμαι. Tον Eμφύλιο τον έζησα, μεγάλωσα μέσα από αυτόν. Σχολείο πήγα εκεί. Ήμουν καλή, αλλά όχι πρώτη μαθήτρια. Πέρασα Νομικά στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα με τίποτα να γίνω δικηγόρος. Πήρα το πτυχίο, πήρα και το χαρτί από τον Άρειο Πάγο, έτσι, για να μη λένε. Μου φαινόταν σαχλό σκηνικό το δικαστήριο. Όλη αυτή η σοβαροφάνεια, το να φορέσεις καλό σακάκι, αυτό, το άλλο. Γελούσα με κάτι τέτοια, ενώ οι συμφοιτητές μου το έβρισκαν φυσικό.

• Παντρεύτηκα στην Αθήνα κι έμεινα εκεί. Αλλά τότε δεν λογάριαζα πόλεις ή πού θα μείνω. Απλώς επέλεξα την Αθήνα. Μετά την ανακάλυψα σιγά σιγά και μου άρεσε πάρα πολύ.

• Στην οικογένεια γράφαμε πάντα κρυφά ο ένας από τον άλλο. Ο γιος μου ο Θανάσης μόνο δημοσιευμένα τα δείχνει. Το ίδιο έκανε και ο αδερφός μου, ο Μανόλης. Περίεργος άνθρωπος ο Μανόλης. Είχε έναν κρυμμένο δυναμισμό. Τον έπιανε ο ενθουσιασμός, αλλά τον τραβούσε η γυναίκα του πίσω. Άλλα πράγματα ήθελε από τη ζωή του. Δεν ήθελε να έχει παντρευτεί, ήθελε να πάει στον ένοπλο αγώνα. Ο άντρας μου, ο Γιώργος ο Χειμωνάς, μου τα έδειχνε πριν δημοσιευτούν. Αλλά σαν τελειωμένα. Εγώ τα έδειχνα στον Γιώργο. Ήθελα τη γνώμη του. Μου έλεγε πάντα ότι ήταν ωραία, πράγμα που δεν ξέρω καθόλου αν ήταν αλήθεια.

Οι χαρακτήρες που με τραβούσαν ήταν αυτοί που στο τέλος σκοτώνονταν. Εγώ τους κάνω υπερβολικούς τους Έλληνες. Δεν είναι. Είναι αδικημένος λαός. Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας.

• Ήθελα να γίνω γνωστή. Όχι μετά μανίας, αλλά ήθελα. Να, βλέπετε, είμαι ειλικρινής. Τον Χειμωνά δεν τον ζήλευα καθόλου. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε αυτός. Τον θαύμαζα. Ήταν εξαιρετικός. Η σωστή λέξη είναι αεικίνητος. Τον γνώρισα σχεδόν ταυτόχρονα με το έργο του. Είχα διαβάσει ένα νεανικό του, τον Πεισίστρατο, αλλά φαινόταν όλο το ταλέντο του. Δεν το κατάλαβα και πολύ. Όλα τα έργα του ήταν εξαιρετικά. Και ο θαυμασμός μου εμένα ήταν αληθινός και όχι επειδή ήταν κι ένας κούκλος. Δεν θυμάμαι να τον έχω βάλει σε κάποιο θεατρικό, επειδή απλά μπορεί να τον έχω βάλει και σε όλα. Ο Θανάσης, από την άλλη, δεν διάβαζε καθόλου. Όλη την ώρα στην τηλεόραση. Και με τον Ολυμπιακό. Ήμουν κι εγώ Ολυμπιακός, παρακολουθούσα πολύ την ομάδα και θύμωνα και με όσους δεν ήταν Ολυμπιακοί.

• Είχα άγχος για τη δουλειά μου, αλλά είναι πιο εύκολο να είσαι απλός στη ζωή παρά στο γράψιμο. Αφιερωνόμουν πολύ σε αυτό. Αλλά έγραφα γρήγορα. Πολύ το γούσταρα. Οι λέξεις είναι ωραίες. Δεν με δυσκόλεψε κανένα έργο. Πήγαινε σερί το γράψιμο. Την Παρέλαση την έγραψα αμέσως. Είχε δύο μονόπρακτα ο Κουν που δεν του πήγαιναν και μου είπε «γράψε μου ένα έργο». Γύρισα σπίτι και το έγραψα σ' ένα βράδυ. Τώρα μου έρχονται ιδέες, αλλά τις διώχνω. Άλλοτε τις περίμενα να έρθουν, τώρα μου έρχονται χωρίς να τις αποζητώ.

• Στις πρόβες πήγαινα, αλλά όχι με πάθος. Ντρεπόμουν. Οι παρεμβάσεις μου ήταν μυστικές και μόνο στον σκηνοθέτη. Αν είχα πολύ θάρρος, στον ηθοποιό. Αλλά πολύ διακριτικά. Ήθελα πάρα πολύ να γίνουν αυτές οι αλλαγές, αλλά δεν επέμενα. Ήμουν φρόνιμη. O Koυν με ρωτούσε πάντα και μόλις του έλεγα κάτι, ορμούσε στους ηθοποιούς. «Κάνε το αλλιώς, ηλίθιε». Ήταν πολύ αγχώδης, αλλά είχε ένα άγχος που πήγαινε μαζί με τη ζωή του. Συνεχώς σκεφτόταν το έργο που έκανε εκείνη την ώρα. Τίποτε άλλο. Τουλάχιστον όταν ήταν μαζί μου. Με τους δικούς του, δεν ξέρω.

• Οι χαρακτήρες που με τραβούσαν ήταν αυτοί που στο τέλος σκοτώνονταν. Εγώ τους κάνω υπερβολικούς τους Έλληνες. Δεν είναι. Είναι αδικημένος λαός. Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας.

Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας» Facebook Twitter
Έχω να δω έργο μου δέκα χρόνια. Δεν έχω καμιά περιέργεια. Μου έχει φύγει πια. Όχι, ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Δεν θέλω να βγαίνω έξω. Παλιά έβγαινα κάθε βράδυ. Φωτο: Σπύρος Στάβερης

• Παρά τα όσα γίνονται, δεν νιώθω την ανάγκη να πω κάτι. Η πολιτική, όπως και στα έργα μου, γίνεται ενώ εμείς ζούμε την καθημερινή μας ζωή. Την παράγουμε κι εμείς, ακολουθώντας τη σειρά. Δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες πια που συμβαίνουν τα πράγματα. Παλιά έψαχνα. Και τσακωνόμουν για την πολιτική. Σήμερα, ας πούμε, δεν νομίζω ότι έγιναν λάθη όσον αφορά τον Εμφύλιο. Αυτό που έγινε τώρα είναι λάθος. Θα σας πω την άποψή μου λιγάκι χονδροειδώς. Πιστεύω ότι όλες οι πληγές του παρελθόντος πέρασαν. Αυτό που δεν θα περάσει είναι αυτό που γίνεται με το Μνημόνιο.

• Ήθελα να παίξω στο Ο ουρανός κατακόκκινος. Αλλά θα ήταν εκκεντρικό νομίζω. Ήταν ιδέα της Μαλβίνας. «Παίξ' το», μου λέει, «είναι ευκαιρία. Θα χαλάσει κόσμο». Αλλά δεν το έπαιξα. Τώρα μπορεί και να το έχω μετανιώσει που δεν το έκανα.

• Θύμωνα με τις κακές κριτικές, για μια μέρα όμως μόνο. Eίχα πάρει μια φορά τον Γεωργουσόπουλο τηλέφωνο και μου είχε πει «α, εσείς είστε, αριστούργημα το έργο σας» κ.λπ. και του απαντώ, «μα, πώς γίνεται, αφού εσείς το βρίζετε». Είναι περίεργοι άνθρωποι οι κριτικοί. Δεν πιστεύω σε αυτούς. Περισσότερο, δηλαδή, απ' ό,τι πιστεύω στους ανθρώπους.

• Έχω να δω έργο μου δέκα χρόνια. Δεν έχω καμιά περιέργεια. Μου έχει φύγει πια. Όχι, ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Δεν θέλω να βγαίνω έξω. Παλιά έβγαινα κάθε βράδυ. Εδώ, στο Κολωνάκι. Σινεμά στο Έμπασσυ, καθόμουν με τις ώρες στη Βιβλιοθήκη. Είναι ένα καφέ όπου τρώει και πίνει κανείς. Πάνε τσόκαρα, πάνε καθηγήτριες, πάνε όλοι. Τελευταία φορά βγήκα πριν από τρία χρόνια, να πάω στον οδοντογιατρό. Μου αρέσει εδώ που κάθομαι. Έρχονται εδώ άνθρωποι που θέλω, που έχω κάτι να συζητήσω μαζί τους. Βλέπω τηλεόραση, αλλά δεν διακρίνω τα γράμματα. Πολλά ελληνικά έργα, συζητήσεις και ειδήσεις. Ευτυχώς που δεν πάω θέατρο πια. Μαρτύριο είναι το θέατρο. Μαρτύριο, επειδή γράφω θέατρο.

• Ό,τι ώρα θέλω ξυπνάω, ό,τι ώρα θέλω κοιμάμαι, Ό,τι θέλω κάνω. Κάνω έναν περίεργο ύπνο, που είναι ταυτόχρονα ελαφρύς και βαθύς. Βλέπω φοβερά όνειρα. Αυτό είναι το μόνο ανεξήγητο. Βλέπω όνειρα τα οποία δεν έβλεπα παλιά. Πρόσωπα περίεργα, δρόμους περίεργους. Τρομερούς, μεγάλους δρόμους που ξαφνικά στενεύουν και στη στροφή βλέπω μία τρομερή μορφή. Αλλά ξυπνάω πολύ ήσυχη. Ξανακοιμάμαι και ξαναβλέπω το ίδιο όνειρο να συνεχίζεται. Αλλά αυτό δεν γινόταν ποτέ. Σηκώνομαι, ανάβω το φως, το σβήνω, ξανά το ίδιο όνειρο. Ανεβαίνω σκάλες, σκάλες. Δρόμους. Απαίσιους δρόμους. Σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο κι εγώ να προχωρώ ανάμεσα.

• Όλοι με κατηγορούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά. Δεν μαγείρεψα ποτέ. Είχα κόμπλεξ με αυτό και το έκρυβα. Ζήλευα, όχι όμως παθολογικά. Δεν νιώθω καθόλου εκκεντρική. Αυτό που ζω τώρα, βέβαια, είναι εκκεντρικό, αλλά εγώ το βρίσκω φυσιολογικό. Επίσης, τι θα πει πνευματικός άνθρωπος; Σαχλαμάρα. Είναι μόνο αυτοί που κάθονται και σκέφτονται ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας ή γενικότερα; Λένε «πνευματικός» και εννοούν από καθηγητές πανεπιστημίου μέχρι τυχάρπαστους ηθοποιούς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΙΣ 19.4.2012

Οι Αθηναίοι
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που έδωσε ποτέ η Λούλα Αναγνωστάκη- στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Θέατρο / Αυτή είναι η πρώτη συνέντευξη που έδωσε ποτέ η Λούλα Αναγνωστάκη- στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Η σημαντικότερη ελληνίδα θεατρική συγγραφέας δεν έδινε ποτέ συνεντέυξεις, μέχρι που πείσθηκε να δημοσιευτεί αυτό το κέιμενο στη «Γυναίκα» το 1999 με τίτλο «Η Μεγάλη Σιωπηλή».
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγος

Οι Αθηναίοι / Δηώ Καγγελάρη: «Η γενιά μου δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο»

Η διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μιλά στη LiFO για τα παιδικά χρόνια στον «χαμένο παράδεισο» του Μεταξουργείου, για «το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα» που υπήρξε, τους σημαντικούς δασκάλους του θεάτρου που γνώρισε, τη δύσκολη περίοδο του MeToo και την τραυματική αποχώρηση του Γιώργου Λούκου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Οι Αθηναίοι / DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Θυμάται τον παππού του να τον πηγαίνει περίπατο με τις ώρες στο κέντρο της Αθήνας. Κατάλαβε από νωρίς πως με δύο πικάπ μπορούσε να μιξάρει πολύ ωραίους ήχους. Πιστεύει πως η ευκολία του ΑΙ εκτός από τυχάρπαστους που θα φέρει, θα δώσει και τεχνικές σε ταλαντούχους ανθρώπους. Ο θρυλικός DJ της ελληνικής τέκνο σκηνής αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT
Θωμάς Ζάμπρας: «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κάνεις κάτι που δεν θέλεις»

Οι Αθηναίοι / Θωμάς Ζάμπρας: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η αδιαφορία»

Από τα παιδικά χρόνια στα Τρίκαλα και τη μετακόμιση στην Αθήνα στα 18 του, μέχρι την ανακάλυψη του stand-up, τις πρώτες παραστάσεις και τη διαδρομή του στην κωμωδία, o Θωμάς Ζάμπρας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για τις επιλογές που τον διαμόρφωσαν, την Αθήνα, τις σχέσεις, την ψυχοθεραπεία και όλα όσα έμαθε μεγαλώνοντας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Οι Αθηναίοι / Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Από το Παλαιό Ψυχικό και τα φοιτητικά χρόνια στη Γερμανία ως τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα και τη σημερινή Αθήνα. Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για την αρχιτεκτονική, τις πόλεις, την ομορφιά και όλα όσα κάνουν έναν κόσμο πραγματικά ανθρώπινο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ