ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 19 Ιουνίου, έγινε γνωστή η απώλεια τριών ανθρώπων, τριών δημιουργών. Σχεδόν ταυτόχρονα διαβάζαμε για τους θανάτους του κιθαρίστα και τραγουδιστή του συγκροτήματος Σπυριδούλα, Νίκου Σπυρόπουλου, του σκηνοθέτη, ποιητή και συγγραφέα Λευτέρη Ξανθόπουλου και της ηθοποιού Άννυς Πασπάτη.

 

Κάθε ένα πρόσωπο απ' αυτά τα τρία, στον τομέα του, υπήρξε σημαντικό, αφήνοντας έργο, που εκτιμήθηκε και αναγνωρίστηκε. Το ίδιο βεβαίως θα συμβεί και στο μέλλον, απ' όσους νεότερους θελήσουν να έλθουν σ' επαφή με την προσφορά τους. Εμείς, που ζήσαμε παράλληλα με τους συγκεκριμένους δημιουργούς, απολαμβάνοντας σε πρώτο χρόνο όλα εκείνα που μας άφησαν, έχουμε την υποχρέωση (με τη σωστή έννοια της λέξης, με την έννοια του καθήκοντος δηλαδή) να γράψουμε ορισμένα λόγια, τιμώντας τώρα την μνήμη τους.

 

ΝΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Νίκος Σπυρόπουλος υπήρξε μέλος του συγκροτήματος Σπυριδούλα – μιας μπάντας που σφράγισε το ελληνικό ροκ στα δεύτερο μισό του '70 και στις αρχές του '80, εξακολουθώντας να βρίσκεται στο πάλκο ή και τη δισκογραφία μέχρι και τα πιο πρόσφατα χρόνια.

 

Βασικά το συγκρότημα στηριζόταν σ' έναν πολύ γερό πυρήνα, που τον αποτελούσαν τα αδέλφια Σπυρόπουλοι, ο κιθαρίστας Βασίλης και ο τραγουδιστής, κιθαρίστας, κιμπορντίστας και percussion player ακόμη Νίκος. Δεν θα ήταν υπερβολή ή έξω από την πραγματικότητα, αν υποστηρίζαμε πως ο Νίκος Σπυρόπουλος ήταν βασικά η «εικόνα» της Σπυριδούλας.

 

Χωρίς την παρουσία και την δημιουργική προσέγγιση του γκρουπ τα τραγούδια του Παύλου Σιδηρόπουλου στο ιστορικό άλμπουμ «Φλου» δεν θα είχαν την πληρότητα, με την οποίαν εμφανίστηκαν στο βινύλιο, περνώντας από 'κει στην Ιστορία.

 

Η προσφορά του συγκροτήματος και κατ' επέκτασιν του ίδιου του Νίκου Σπυρόπουλου είναι δεδομένη. Χωρίς την παρουσία και την δημιουργική προσέγγιση του γκρουπ τα τραγούδια του Παύλου Σιδηρόπουλου στο ιστορικό άλμπουμ «Φλου» [Harvest, 1979] δεν θα είχαν την πληρότητα, με την οποίαν εμφανίστηκαν στο βινύλιο, περνώντας από 'κει στην Ιστορία.

 

Και ήταν προς τιμήν του Παύλου Σιδηρόπουλου, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ, τον Οκτώβριο του 1982, όταν ρωτήθηκε για το αν η συμμετοχή της Σπυριδούλας στο «Φλου» ήταν μόνον εκτελεστική, να αναγνωρίσει την γενικότερη προσφορά του συγκροτήματος. Όπως είχε πει ο Σιδηρόπουλος:

 

«Όχι (σ.σ. δεν ήταν μόνον εκτελεστική η συνεισφορά τους). Με τα παιδιά είχαμε πολύ φιλικές σχέσεις, τη βρίσκαμε μαζί και δουλεύαμε και δικές τους ιδέες πάνω στα κομμάτια».

 

Σ' εκείνη τη συνέντευξη ο Παύλος Σιδηρόπουλος απεκάλυπτε, επίσης, ποιος ήταν ο λόγος που τον είχε κάνει να χωρίσει λίγο αργότερα με το γκρουπ:

 

«Τα παιδιά στη Σπυριδούλα είχαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Θέλαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Ο δικός μου μαρξισμός είναι όσο ο φροϋδισμός μου, ο ναζισμός μου, κάθε άποψη που μπορεί να κουβαλάω μέσα μου. Τα παιδιά θέλαν ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δεν συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε».

 

Στις αρχές του '80 υπήρχε η αγωνία ή έστω η απορία, ας το πούμε έτσι, στους φαν του ελληνικού ροκ, σε σχέση με το αν η Σπυριδούλα θα μπορούσε να υπάρξει σαν γκρουπ, μακριά από τον Παύλο Σιδηρόπουλο και το ρεπερτόριό του. Φυσικά, τα παιδιά σαν εκτελεστές ήταν μουσικάρες, αλλά το θέμα ήταν αν θα μπορούσαν να διακριθούν και με δικό τους υλικό.

 

Αυτό αποδείχτηκε το 1982, όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ της Σπυριδούλας «Νάυλον Ντέφια και Ψόφια Κέφια» [EMI / Columbia, 1982], που έκανε τότε μεγάλη εντύπωση και που βρισκόταν σε μια δημιουργική κόντρα με το LP του Παύλου Σιδηρόπουλου και των Απροσάρμοστων «Εν Λευκώ» [EMI / Columbia, 1982], που είχε βγει κι εκείνο την ίδιαν εποχή. Στο «Νάυλον Ντέφια και Ψόφια Κέφια» η συμμετοχή του Νίκου Σπυρόπουλου ήταν αποφασιστική.

 

Ο δίσκος της Σπυριδούλας μπορεί να είχε «χρώμα» παλαιού ροκ, ή ροκ εν ρολ, όπως το έλεγαν και τότε (το ίδιο συνέβαινε και με το «Εν Λευκώ» εξάλλου), αλλά στη θεματολογία του ήταν πολύ σύγχρονος. Μιλούσε δηλαδή για πράγματα της εποχής, που αφορούσαν τους πάντες. Για καταστάσεις που βίωνε όλος ο κόσμος, εννοούμε, εκείνα τα χρόνια. Μπορεί να υπήρχαν και πιο προσωπικά κομμάτια (του Νίκου και άλλων), αλλά και αυτά είχαν να κάνουν με περισσότερους (κι ας ήταν πιο προσωπικά). Ένα από τα θέματα που «χτυπούσε» το LP ήταν και η ρεμπετοαναβίωση, που έδινε κι έπαιρνε στις αρχές των 80s. Έλεγε σχετικά ο Νίκος Σπυρόπουλος σε μια συνέντευξη του γκρουπ επίσης στη ΜΟΥΣΙΚΗ (Αύγουστος 1982):

 

«Εμάς μας αρέσει το ρεμπέτικο. Αυτό που δεν μας αρέσει είναι η ταχυδακτυλουργική του μεταφορά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σήμερα. Το ρεμπέτικο ήταν η μουσική κάποιων περιθωριακών στρωμάτων και αναπτύχθηκε μέσα σε υπόγεια καπηλειά και ταβέρνες. Τι σχέση μπορεί να έχει με την σημερινή κατάσταση; Ποιοι είναι οι σημερινοί ρεμπετόπληκτοι; Πρώην αριστεριστές, πρώην ντισκόβιοι, πρώην και νυν "προοδευτικοί" φοιτητές, ακόμη και πρώην ροκάδες. Δεν έχουν σχέση (όλοι αυτοί) με την ιστορία του ρεμπέτικου, ούτε θα μπορούσε να έχουν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων».

 

Φυσικά η Σπυριδούλα, με την πάντα σταθερή παρουσία του Νίκου και του Βασίλη Σπυρόπουλου, συνέχισε να υπάρχει, έστω και με ένα άλλο όνομα στην αρχή (ως Συμμορία τυπώθηκε ένας δίσκος στην Ano Kato Records το 1989), μα και ως Σπυριδούλα ξανά, από το 1994 και μετά, όταν με τρία ακόμη άλμπουμ, τα «Ταξίδι στο Κέντρο της Πόλης» [Harvest, 1994], «Σε Τροχιά με Απόκλιση» [Δίσκοι ΕΜΕΠ, 1997] και «Το Βλέμμα των Ανθρώπων» [EMEΠ Records, 2006], κατάφερε να αγαπηθεί και από τα πιο νέα ακροατήρια του ελληνικού, ελληνόφωνου, ροκ.

 

Εννοείται πως οι παρουσίες του Νίκου Σπυρόπουλου στις σκηνές της Αθήνας, μα και έξω απ' αυτήν, υπήρξαν συνεχείς, ενώ πολύ συχνά τον ακούγαμε τα τελευταία χρόνια και σε σχήμα ντούο μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο (αν και, κάποιες φορές, συνέπρατταν μαζί τους και άλλοι μουσικοί, όπως ο Βασίλης Σπυρόπουλος ή ο Alex K). Το ρεπερτόριο; Απ' όλα. Ροκ, blues, ρεμπέτικα, προσωπικές συνθέσεις κ.λπ.

 

O θάνατος του Νίκου Σπυρόπουλου, στα 63 χρόνια του, αποτελεί μια ισχυρή απώλεια για το ελληνικό ροκ.

 

 

Μού 'πες θα φύγω - ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

Γνωστός σκηνοθέτης, ποιητής μα και συγγραφέας, ερευνητής κ.λπ. ο Λευτέρης Ξανθόπουλος έφυγε κι αυτός από τη ζωή στα 75 χρόνια του.

 

Ο Ξανθόπουλος έγινε γνωστός ως σκηνοθέτης βασικά, παρότι η πρώτη έξοδός του προς το κοινό έγινε με ποιητικό βιβλίο. Λέμε για τη συλλογή Αντίψυχα του 1972.

 

Ήταν λοιπόν τα ντοκιμαντέρ του από τα μέσα του '70 εκείνα που έκαναν για πρώτη φορά γνωστό το όνομά του ευρύτερα. Λέμε για τα: Ελληνική Κοινότητα Χαϊδελβέργης (1976), Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα (1978) και Στα Τουρκοβούνια (1982). Και τα τρία ντοκιμαντέρ είχαν για θέμα τους την μετανάστευση – τους Έλληνες που ζούσαν στην τότε Δυτική Γερμανία τα δύο πρώτα (στο εξωτερικό ζούσε και ο Ξανθόπουλος εκείνη την εποχή) και τους εσωτερικούς μετανάστες, το τρίτο.

 

Τα ντοκιμαντέρ αυτά τα είχα δει, και τα τρία μαζί, σε μια εκδήλωση στο Goethe-Institut, τον Οκτώβριο του 1995 και από το σχετικό πρόγραμμα αντιγράφω λίγα λόγια, για καθένα απ' αυτά.

 

Νίκος Σπυρόπουλος, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Άννυ Πασπάτη: Αποχαιρετισμός
Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος γύρισε μία ταινία μεγάλου μήκους, που είχε τίτλο «Ο Δραπέτης» (1991), με τους Κώστα Καζάκο, Γιώργο Νινιό κ.ά., αποσπώντας τρία βραβεία στο 32ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου.

 

Ελληνική Κοινότητα Χαϊδελβέργης

«Οι Έλληνες μετανάστες στην περιοχή της Χαϊδελβέργης, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συνειδητοποιώντας ότι η υπεράσπιση των συμφερόντων τους και η διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας στη Γερμανία μπορεί να επιτευχθεί ομαδικά και όχι ατομικά, αποφασίζουν την ίδρυση της Ελληνικής Κοινότητας Χαϊδελβέργης.


Για την πλατύτερη δημοσιότητα των προβλημάτων, που αντιμετωπίζουν οι ξένοι εργάτες στη Γερμανία, η γενική συνέλευση της κοινότητας αποφασίζει την άνοιξη του 1976 τη δημιουργία μιας ταινίας, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο. Η παραγωγή χρηματοδοτείται από τους Έλληνες της περιοχής. Το συνεργείο εργάζεται χωρίς αμοιβή».

 

Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα

«Με αφορμή την καθημερινότητα του Γιώργου από το χωριό Σωτηριάνικα της Μάνης –επιτυχημένου έλληνα μετανάστη στη Γερμανία– η ταινία επιχειρεί να καταγράψει τις διάφορες όψεις τού μύθου της Ρωμιοσύνης, προσεγγίζοντας τους ανθρώπους που η μοίρα της προσφυγιάς τους έχει μεταμορφώσει σε προϊόντα ενός χώρου ολότελα ξένου γι' αυτούς, στον οποίον, όμως, θέλοντας και μη είναι αναγκασμένοι να ζήσουν».

 

Στα Τουρκοβούνια

«Στην ψηλότερη κορυφή (338 μ.) της λοφοσειράς των Τουρκοβουνίων στην Αθήνα εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '50 τα πρώτα αυθαίρετα κτίσματα. Με τον καιρό οι λόφοι κατοικήθηκαν από οικογένειες εσωτερικών μεταναστών και η περιοχή μετονομάστηκε το 1964 από τους ίδιους τους οικιστές σε "Συνοικισμό Γεωργίου Παπανδρέου"».

 

Όλες οι ταινίες υπήρξαν βραβευμένες (σε Ελλάδα και εξωτερικό) αποτελώντας την «τριλογία της μετανάστευσης» του Ξανθόπουλου, με διάφορες επιμέρους πρωτιές (ας το πούμε κι έτσι). Για παράδειγμα, η σκηνή του καπνίσματος χασίς στο Γιώργο από τα Σωτηριάνικα αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, την πρώτη (αληθινή) σχετική κινηματογράφηση, σε ελληνικό ντοκιμαντέρ (και ταινία γενικότερα).

 

Στα μέσα του '80, στο 27ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη (29 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου 1986) προβάλλεται η καλύτερη ταινία μεγάλου μήκους του Λευτέρη Ξανθόπουλου, που είχε τίτλο Καλή Πατρίδα, Σύντροφε / Beloiannisz, λαμβάνοντας τα βραβεία Μουσικής (Ελένη Καραΐνδρου) και Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη (Λευτέρης Ξανθόπουλος). Επίσης, η ταινία είχε αποσπάσει ειδική τιμητική διάκριση στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ του Λοκάρνο, την ίδια χρονιά.

 

«Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ουγγαρία έχτισαν το 1950, κοντά στη Βουδαπέστη, το "Ελληνικό Χωριό", όπως αρχικά ονομάστηκε, και 1800 περίπου απ' αυτούς εγκαταστάθηκαν τα πρώτα χρόνια εκεί. Ο "Μπελογιάννης", όπως μετονομάστηκε το 1952, αδειάζει την εποχή της κινηματογράφησης (1985). Οι πρώην πολιτικοί πρόσφυγες και τα παιδιά τους επιστρέφουν στην πατρίδα μετά από 35 χρόνια αναγκαστικής προσφυγιάς. Η ταινία αρχίζει και τελειώνει στον "Μπελογιάννη" απ' αυτό ακριβώς το σημείο. Οι πρωταγωνιστές του δράματος είναι οι ίδιοι οι κάτοικοι του ελληνικού χωριού της Ουγγαρίας».

 

Νίκος Σπυρόπουλος, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Άννυ Πασπάτη: Αποχαιρετισμός
Από την ταινία του Λευτέρη Ξανθόπουλου «Καλή Πατρίδα, Σύντροφε / Beloiannisz» (1986)

 

Όπως είχε πει ο Λευτέρης Ξανθόπουλος, μιλώντας για την ταινία του, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό ΟΘΟΝΗ (#27, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1986):

 

«Η ταινία κατ' αρχάς είναι ένας ποιητικός κινηματογράφος. Αξίζει να επισημανθεί η ιδιότητά μου: πρώτα υπήρξα ποιητής και υπάρχω ως ποιητής – δημοσιεύω πάνω από 20 χρόνια. Η πρωτογενής λοιπόν σχέση μου είναι με την ποίηση και δευτερευόντως υπάρχω μέσα στο σινεμά. Πολλές φορές την ιδιότητά μου αυτή δεν την ξεχωρίζω εύκολα. Σε περιόδους πυρετικής δημιουργίας μπορεί να απατηθώ και να μην ξέρω αν κάνω σινεμά ή ποίηση.(...)


Εκτός από το ότι είναι ένα δείγμα ποιητικού κινηματογράφου, η ταινία είναι κι ένα δείγμα του fiction documentary, γιατί το ντοκυμαντέρ το δικό μου έχει φτάσει στο μάξιμουμ, δεν παίρνει άλλη ανάπτυξη – σε σχέση με αυτό που παρουσίασα στα πρώτα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Το πρωτογενές ντοκιμαντερίστικο υλικό δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο και μοιραία πια οδηγούμαστε προς την καθαρή φιξιόν. Παράλληλα είναι και μια ταινία διαδρομής. Εν τέλει, νομίζω, ότι οι περισσότερες ταινίες που έχω κάνει είναι ταινίες διαδρομής. Έχουν μια κίνηση μέσα, είτε είναι επίγεια είτε είναι υπόγεια: κάπου οδηγεί και υπάρχει και μία λύση, μία κατάληξη».

 

Στην ταινία Καλή Πατρίδα, Σύντροφε / Beloiannisz πρωταγωνιστούσε η Athina Papadimitriu (ηθοποιός, τραγουδοποιός κ.λπ., ελληνικής καταγωγής φυσικά, γεννημένη στην Ουγγαρία), ενώ εξαιρετική ήταν η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου.

 

Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος θα γυρίσει άλλη μία ταινία μεγάλου μήκους, που είχε τίτλο Ο Δραπέτης (1991), με τους Κώστα Καζάκο, Γιώργο Νινιό κ.ά., η οποία θα αποσπάσει τρία βραβεία στο 32ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου (Β Ανδρικού Ρόλου για τον Γιώργο Νινιό, Φωτογραφίας για τον Ανδρέα Σινάνο και Μουσικής για τον Νίκο Κυπουργό), ενώ από 'κει και πέρα θα επιδοθεί περισσότερο στο ντοκυμαντέρ, βασικά μέσω διαφόρων σειρών της κρατικής τηλεόρασης, όπως ήταν το Παρασκήνιο και Τα Λόγια της Πόλης (σε παραγωγή Γιάννη Σμαραγδή / Αλέξανδρος Φιλμ). Από 'κει και το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ Ύδρα / Μίλτος Σαχτούρης ή Ποιος Είναι ο Τρελός Λαγός (1993).

 

Παράλληλα, ο Λευτέρης Ξανθόπουλος δεν θα σταματήσει να γράφει, συνεχίζοντας να τυπώνει ποιητικές συλλογές, όπως τις Σήκωσε το κεφάλι σου πατέρα [Δελφίνι, 1995], Η ορμή του νερού και των υδάτων [Στιγμή, 1998], Γιατί οι γυναίκες δεν αγαπούν τη βροχή [Κέδρος, 2002], Η έβδομη βροχή [Γαβριηλίδης, 2010], Οι εχθροί και οι φίλοι μου [Γαβριηλίδης, 2014], Κάτι τρέχει (Το βιβλίο της ανοησίας) [Γαβριηλίδης, 2015], εκδίδοντας ακόμη αφηγήματα, συλλογές διηγημάτων και συμμετέχοντας σε ποικίλου είδους ομαδικές εκδόσεις (κινηματογραφικού, εικαστικού, λαογραφικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος).

 

 

ΚΑΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΣΥΝΤΡΟΦΕ (BELOIANNISZ) - Λ. ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ 

 

ΑΝΝΥ ΠΑΣΠΑΤΗ

Την ίδια μέρα που μάθαμε για τις απώλειες των Νίκου Σπυρόπουλου και Λευτέρη Ξανθόπουλου πληροφορηθήκαμε και τον θάνατο της ηθοποιού Άννυς Πασπάτη.

 

Μπορεί στους νεότερους η Πασπάτη να μην είναι πολύ γνωστή, μια και φαίνεται να σταματά τις εμφανίσεις κάποια στιγμή προς τα τέλη της δεκαετίας του '90, όμως για τους παλαιότερους υπήρξε ένα αγαπητό τηλεοπτικό, κινηματογραφικό και θεατρικό βεβαίως πρόσωπο.

 

Επειδή η τηλεόραση είναι εκείνη που καθιστά πολλές φορές τους ηθοποιούς γνωστούς σ' ένα ευρύτερο κοινό, ο πολύς κόσμος θα λέγαμε πως έμαθε την Άννυ Πασπάτη μέσω της δημοφιλούς σειράς Μεθοριακός Σταθμός, που προβαλλόταν στην τότε ΥΕΝΕΔ από το 1974 έως το 1981. Φυσικά η Πασπάτη δεν έπαιζε από την αρχή, αλλά υπήρξε πρωταγωνίστρια από ένα σημείο και μετά. Όπως πρωταγωνίστρια είχε υπάρξει και σε άλλες σειρές της εποχής, σαν τις Ο Άνθρωπός μας, Το Ταξίδι, Οι Αξιόπιστοι και βασικά στο σίριαλ του Πάνου Γλυκοφρύδη Γιάννης και Μαρία (1982). Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να γίνει η Άννυ Πασπάτη ένα πολύ αναγνωρισμένο πρόσωπο.

 

Φυσικά, ο κινηματογράφος και το θέατρο δεν πήγαν πίσω.

 

Νίκος Σπυρόπουλος, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Άννυ Πασπάτη: Αποχαιρετισμός
Η Άννυ Πασπάτη (δεξιά), μαζί με την Όλια Λαζαρίδου (αριστερά) στο θεατρικό έργο «Το Σπίτι του Σπαραγμού» (1984) του Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν (πηγή: Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)

 

Κατ' αρχάς, και όσον αφορά στο θέατρο η Άννυ Πασπάτη υπήρξε ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου από τo 1965 έως το 1994. Όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό site τού φορέα η Πασπάτη συμμετείχε σε 78 παραστάσεις όλων των ειδών (από αρχαίο έως σύγχρονο θέατρο). Στην αρχή ως μέλος του χορού τραγωδιών, για να φθάσει κάποια στιγμή να γίνει πρωταγωνίστρια (π.χ. το 1982 στις Τρεις Αδελφές του Άντον Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη και το 1984 στο Ενυδρείο του Κώστα Μουρσελά, σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους).

 

Στο σινεμά, η Άννυ Πασπάτη εμφανίζεται σε διάφορες ταινίες, μικρή ακόμη, κάτω από τα 20, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '60, παίζοντας σύντομους ρόλους, για να καταστεί για πρώτη φορά πρωταγωνίστρια στην βουκολική ταινία Χάιδω (1967) του Κώστα Δρίτσα.

 

Η καλύτερη όμως εμφάνισή της στο σινεμά ήρθε πάντως πολύ μετά, στην αξιόλογη ταινία του Νίκου Παπαμαλή Χωρίς Μάρτυρες(1983). Το σενάριο είναι πρωτότυπο, με συνεχείς ανατροπές, χιτσκοκικής κατεύθυνσης, με τον ρόλο τής Πασπάτη να απαιτεί ιδιαίτερα ερμηνευτικά προσόντα. Η ηθοποιός αποδεικνύεται ιδανική ως επιλογή, κλέβοντας θα λέγαμε την παράσταση – τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί, προς το τέλος τής ταινίας, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Η υπόθεση από το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος:

 

«Ένας γιατρός (Πέτρος Φυσούν) κατηγορείται από μια φοιτήτρια τής ιατρικής (Άννυ Πασπάτη) ότι την κακοποίησε. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο γιατρός αρνείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Όταν η δικηγόρος του (Ελένη Φιλίνη) ερευνά την υπόθεση σε βάθος, αποκαλύπτεται ότι η φοιτήτρια είχε υποστεί νευρικό κλονισμό στο παρελθόν και ότι ο γιατρός την γνώρισε κατά την αποθεραπεία της σε κλινική, όπου ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Μετά την αθώωσή του, ο γιατρός σχεδιάζει να σκοτώσει τη γυναίκα του, αλλά ένας αστυνομικός (Βασίλης Διαμαντόπουλος) αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του και τον σταματάει. Ο γιατρός θα αναγκάσει τον αστυνομικό να τον σκοτώσει για να γλιτώσει από το μαρτύριο μιας ζωής βυθισμένης στην παράνοια».

 

Η τελευταία εμφάνιση της Άννυς Πασπάτη, έτσι όπως καταγράφονται αυτές (οι εμφανίσεις) στις διάφορες διαδικτυακές βάσεις δεδομένων, πρέπει να ήταν στην σειρά του MEGA Απαγορευμένη Αγάπη του 1998.