Δεν υπήρχαν θλιμμένα κεφάλαια στην επιτυχία και το στυλ του Valentino Caravani. Ούτε αναρωτήσεις ή περίπλοκα νοήματα. Ο Ιταλός μόδιστρος συνεισέφερε στην παγκόσμια μόδα ένα σαγηνευτικό αρχέτυπο θηλυκότητας, προορισμένο για σταρ της ζωής και του θεάματος. Από τη Ζακλίν Κένεντι, την ιδανική του μούσα, ως την Αν Χάθαγουεϊ, την πιο σύγχρονη πρέσβειρα του οίκου του, οι γυναίκες του Valentino μοιράζονται το χάρισμα της έμφυτης κομψότητας και, ανεξαρτήτως ηλικίας, δεν προσβάλλονται από το παιχνίδι της σαγήνης. Το στυλ του αέναα ηλιοψημένου εκφραστή της ιταλιάνικης ντόλτσε βίτα βασίστηκε σε δυνατή τεχνική, ασυνείδητες μνήμες και μια διάθεση άμεσης ικανοποίησης των αισθήσεων. «Είναι απλούστατο», εξηγούσε ο ίδιος στους «New York Times» το 2007. «Προσπαθώ να κάνω τα κορίτσια μου να δείχνουν εντυπωσιακά. Αναζητώ διαρκώς την ομορφιά».
Στα πρώτα του σόου, η μουσική που συνόδευε σταθερά αυτά τα κορίτσια στην πασαρέλα ήταν ένα κομμάτι του Raymond Lefervre, το «Soul Coaxing» (1968), ένας απλοϊκός ρυθμός που σου επιβαλλόταν υπνωτιστικά, σαν την ψευδαίσθηση της ευφορίας που σου προκαλεί μια ζεστή μέρα στην εξοχή. Έχω σκεφτεί συχνά πως αυτό το τραγουδάκι έμοιαζε στον Valentino, έναν νωχελικό εραστή του ήλιου που ήδη από τα ’70s είχε εξυφάνει έναν ιστό πολυτέλειας και ματαιοδοξίας στον οποίο κανένας ισχυρός και λαμπερός δεν αντιστεκόταν – από το Χόλιγουντ και το τζετ σετ ως τους εστεμμένους της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Με ενοχλούσε τότε εκείνη η ατμόσφαιρα του πικάντικου πλούτου που εκμαυλίζει. Από την άλλη, ο ίδιος ο Valentino δεν πρόδωσε ποτέ το ακριβό, υπερβολικό του σύμπαν. Προσηλωμένος στην ομορφιά, χωρίς να νοιάζεται για το zeitgeist, την πρωτοπορία ή τις τάσεις, δημιούργησε όπως έζησε: σαν αμετανόητος εστέτ και ευζωϊστής.
«Είναι απλούστατο», εξηγούσε ο ίδιος στους «New York Times» το 2007. «Προσπαθώ να κάνω τα κορίτσια μου να δείχνουν εντυπωσιακά. Αναζητώ διαρκώς την ομορφιά».
Έως το τέλος, πάνω από μισό αιώνα μετά την ανάδυσή του, το όνομα Valentino παρέπεμπε σε έναν κραταιό οίκο μόδας, το πρώτο ιταλικό maison που έγινε δεκτό στο κλειστό κλαμπ τον παρισινών ατελιέ υψηλής ραπτικής, που εισήλθε –με το όνομα του ιδρυτή του– στο χρηματιστήριο του Μιλάνου, προσφέροντας στον Mr. Caravani μια κολοσσιαία προσωπική περιουσία, με σπίτια στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στο Κάπρι, στο Γκστάαντ και στη Νέα Υόρκη. Συνδέθηκε ακόμα με μια κινηματογραφική καριέρα, που στον πυρήνα της φωτιζόταν από μια ανθεκτική ιστορία αγάπης και επιχειρηματικής συνεργασίας, του Valentino με τον Giancarlo Giammetti, η οποία γιορτάστηκε στο τέλος του 2025 στη Νέα Υόρκη σε τιμητική εκδήλωση του WWD.
Το σχέδιο μιας ζωής
Παιδί ακόμα στη Βογκέρα, μια πόλη νότια του Μιλάνου, στην κοιλάδα της Λομβαρδίας, ο Valentino σκίτσαρε φορέματα στα σχολικά του τετράδια. Ήταν έξι χρονών και ψηνόταν στον πυρετό, όταν έπεισε τη μητέρα του να τον πάει να δει μια ξαδέλφη του που ετοιμαζόταν για έναν χορό. Το φουστάνι της από ροζ τούλι θα το θυμόταν για πάντα, όπως και το μοβ ρούχο της άλλης του ξαδέλφης, της Ρίνα, που το φορούσε με φωτεινά μπλε γοβάκια από σουέντ κι ένα τσόχινο καπέλο με ταφταδένιο φιόγκο. Έφηβος ακόμα, προτιμούσε να παραγγέλνει τις ζακέτες του, για να ελέγχει το χρώμα και τα μοτίβα τους, και πάντα άλλαζε τα κουμπιά στα σακάκια του.
Στα 17 του, έφτασε στο Παρίσι με τη στήριξη των γονιών του, κι άρχισε να σκιτσάρει για τον Jean Desses, ενώ σπούδαζε μοδιστρική στην École de la Chambre Syndicale της παρισινής υψηλής ραπτικής. Συνέχισε με μια δουλειά στο ατελιέ του Guy Laroche, ώσπου το 1958 επέστρεψε στην Ιταλία, όπου με ένα μικρό κεφάλαιο από τον πατέρα του έστησε έναν οίκο ραπτικής στη Ρώμη, και την πρώτη του μπουτίκ, στη Via Condotti. Σύχναζε στα κλαμπ και τα εστιατόρια της chic Via Veneto – σ' ένα απ' αυτά γνώρισε έναν 22χρονο φοιτητή αρχιτεκτονικής, τον Giancarlo Giammetti, που έγινε σύντροφός του στη ζωή για ένα διάστημα 12 χρόνων και παντοτινός του συνεργάτης στη δουλειά.
«Πιάσαμε ένα διαμέρισμα στον αριθμό 54 της οδού Gregoriana και το μετατρέψαμε σε ατελιέ», αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα στη «Vogue» ο Giammetti. «H πρώτη μας πελάτισσα στη Ρώμη ήταν η κοντέσα Acquarone… μας παρήγγειλε μια ολόκληρη γκαρνταρόμπα για τους Ολυμπιακούς του 1960… αργότερα, καταδικάστηκε για τη δολοφονία του άντρα της».
Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, που βρισκόταν στη Ρώμη για τα γυρίσματα της «Κλεοπάτρας» (κι έγινε το πρώτο εξώφυλλο του Valentino, με ένα λευκό πλισέ φόρεμα), έφτασε για πρόβα στις 4 το απόγευμα σε ένα ραντεβού που είχε για τις 9 το πρωί, διακόπτοντας μια επίδειξη. Στις ιστορίες του Giammetti από εκείνα τα χρόνια διαφαίνεται, γενικά, ένα χάος. Οι δυο άντρες αυτοσχεδίαζαν «the Italian way» με πελάτες και προμηθευτές, ξόδευαν πολλά χρήματα κι όλοι ήθελαν να δουλέψουν μαζί τους, από πατρονίστες και ράφτρες μέχρι όμορφα αγόρια και κορίτσια, κόρες συνήθως των πελατισσών τους.
«Το στυλ μου ήταν τα πανέμορφα φορέματα κοκτέιλ. Τα εντυπωσιακά βραδινά. Τα μικροσκοπικά κόκκινα φορέματα. Λαμπερά. Κομψά», περιέγραφε ο Valentino το ύφος του που τότε άρχισε να διαμορφώνεται. Ωστόσο, ενώ όντως το κόκκινο (μια πολύ συγκεκριμένη απόχρωση στην κλίμακα Pantone, που αναμειγνύει 100% magenta, 100% κίτρινο και 10% μαύρο) έγινε από πολύ νωρίς το σήμα κατατεθέν και το τυχερό του χρώμα, ο θρίαμβος ήρθε σχεδόν μια δεκαετία αργότερα με το λευκό, την περίφημη «White Collection», μια ωδή στη σοφιστικέ απλότητα που παρουσίασε το 1968 στο Palazzo Pitti της Φλωρεντίας.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, η Τζάκι παντρεύτηκε τον Ωνάση με ένα λευκό μίνι από εκείνη τη συλλογή. Η Marella Agnelli και η Farah Diba αφέθηκαν στα χέρια του. Η Όντρεϊ Χέπμπορν και η Ναν Κέμπνερ αγάπησαν τα «classics» του ακριβώς γιατί ήταν κλασικά ρούχα «με μια αφρώδη, αισθησιακή, ζαχαρένια λάμψη», όπως τα έχει περιγράψει η Σούζι Μένκες, με την Νταϊάνα Βρίλαντ να προσθέτει ότι «στον Valentino αρέσουν οι γυναίκες που πιστεύουν στο εξεζητημένο ντύσιμο και υποδύονται έναν ρόλο, αφήνοντας την εντύπωση ότι δεν σκοπεύουν να εξαφανιστούν στα παρασκήνια. Η γυναίκα του πρέπει να ξαφνιάζει και να καθηλώνει».
Τα ρούχα του ράβονται τότε από τη φίρμα GFT στο Τορίνο, όπου έφτιαχνε και ο Armani την έτοιμη σειρά του: δύο συλλογές υψηλής ραπτικής τον χρόνο, δύο έτοιμης ένδυσης, δύο ανδρικές σειρές, δύο συλλογές πλεκτών, δύο της φτηνότερης γραμμής Miss V, μαγιό, σειρές για παιδιά, δερμάτινα, κοσμήματα, παπούτσια και τσάντες, ρούχα για τένις και σκι, και δύο συλλογές σέξι βραδινών, τα «Night». To φοδράρισμα στις αμπιγιέ τσάντες που συνόδευαν αυτά τα βραδινά ήταν πάντα κόκκινο, οι γόβες (σχεδιασμένες από τον Valentino απευθείας πάνω σε ξύλινα καλούπια ποδιών) στηρίζονταν σε ψηλά τακούνια, τα φορέματα με τα ντραπαρίσματα και τα σκισίματα τους ήταν μια πύρινη κραυγή για φλερτ.
«Ο Valentino είναι προληπτικός και έκανε τις προλήψεις του σύμβολα κύρους», έχει εξηγήσει παλιότερα ο Giammetti. Έκανε κόκκινο μια φορά και έκτοτε το επανέφερε σε κάθε συλλογή. Τοποθέτησε το αρχικό του ονόματός του σε ρούχα και αξεσουάρ, και μετά καθιέρωσε το «V» ως σφραγίδα της αυτοκρατορίας του. Θέμα γούστου ή τύχης; Οι γνώστες προσθέτουν και την παράμετρο της οικειότητας στο πώς διαμορφώθηκαν τα statements στο ύφος του οίκου: ο Valentino παρέμενε πιστός σε ανθρώπους και συνήθειες, δύσκολα πετούσε ό,τι αγαπούσε ή του είχε λειτουργήσει καλά.
Κρίσιμη καμπή για την απογείωση της ετικέτας στάθηκε η συνεργασία του με την παριζιάνικη εταιρεία Mendes, που από το 1974 ανέλαβε τη ready-to-wear παραγωγή του. Τρία χρόνια αργότερα, μεταφέροντας τις επιδείξεις του στο Παρίσι, κάτι μετατοπίστηκε στο ύφος Valentino. Ο σχεδιαστής που είχε συστηθεί με ρούχα απαλά, υπερβολικά, απολαυστικά αλλά χωρίς συγκεκριμένη φόρμα, διαμόρφωσε στο Παρίσι την αγέρωχη σιλουέτα που αναγνωρίζεται στα λεξικά της μόδας ως Valentino. Οι ώμοι σε όλα του τα κομμάτια –couture και μη– θα «περιγράφονται» στο εξής έντονα από βάτες που θυμίζουν μαξιλαράκια, οι οποίες έβγαιναν από τον ώμο και γύριζαν σε καμπύλη στο πίσω μέρος του μπράτσου.
Το πρώτο του άρωμα το λάνσαρε το 1978 – με το όνομά του, φυσικά, το ίδιο όνομα που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 φιγουράριζε σε τσάντες, ομπρέλες, πένες κι αναπτήρες, με πάνω από 40 παραχωρήσεις licenses. Εκείνα τα χρόνια υπήρξαν τα πιο λαμπερά του, προτού ο μινιμαλισμός των ’90s σκιάσει το προσωπικό του δημιούργημα. Η στροφή προς μια πιο δημοκρατική μόδα, με έμφαση στην άνεση, σε βάρος συχνά της κομψότητας, δεν τον βρήκε ποτέ σύμφωνο. Στον τέλειο κόσμο του δεν χωρούσαν οι περιπλοκότητες της σύγχρονης εποχής.
Έτσι, το 1998, όταν οι κολοσσιαίοι όμιλοι πολυτελείας πήραν τα ηνία της μόδας, ο Mr. Caravani και ο Mr. Giammetti πούλησαν την εταιρεία τους έναντι 300 εκατομμυρίων δολαρίων στον βιομηχανικό όμιλο HdP, με πολλές αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς να μεσολαβούν από τότε μέχρι το 2007, που το πλειοψηφικό μερίδιο της εταιρείας πέρασε στην εταιρεία ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων Permina (σήμερα, το brand ανήκει στον καταριανό επενδυτικό όμιλο Mayhoola, με την Kering να διατηρεί ένα ένα 30%).
Για να γιορτάσει το νέο καθεστώς, που συνέπιπτε και με την 45η επέτειο του brand, ο δαιμόνιος Mr. Giammetti οργάνωσε τότε ένα μυθικό γκαλά στη Ρώμη, που φημολογείται ότι στοίχισε 10 εκατομμύρια δολάρια. Με αυτή την εξτραβαγκάντζα, ο Valentino έκανε ουσιαστικά και την έξοδό του από το θέατρο της μόδας, αφού ένα εξάμηνο αργότερα αποσύρθηκε με ένα αποχαιρετιστήριο σόου.
Σπουδή στη χλιδή
«Η μόδα ήταν ένας κλειστός κύκλος για γυναίκες μιας συγκεκριμένης τάξης που στήριζαν οικονομικά τους οίκους μόδας. Οι γυναίκες αυτές δεν ενδιαφέρονταν να προβληθούν, δεν το είχαν ανάγκη. Ο κόσμος όμως άλλαζε», λέει ο δημοσιογράφος Matt Tyrnauer στο ντοκιμαντέρ «Valentino: The Last Emperor» (2009), ένα προφορικό λεύκωμα, στην ουσία, με ιστορικές φωτογραφίσεις μόδας του Λόρδου Σνόουντον, του Μπρους Γουέμπερ, του Στίβεν Μαϊζέλ και του Ζαν Πολ Γκουντ, στο οποίο αποτυπώνονται τα τρία τελευταία χρόνια του σχεδιαστή στον θρόνο, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στον επί χρόνια σχεδιαστή αξεσουάρ του οίκου του, Pier Paolo Piccioli, και στη Maria Grazia Chiuri (όπως είναι γνωστό, η Chiuri αποχώρησε το 2016, αφήνοντας την καλλιτεχνική διεύθυνση του Valentino στον Piccioli, τον οποίο διαδέχθηκε το 2024 ο Alessandro Michele).
Στο φιλμ αυτό, η Κλόντια Σίφερ περιστοιχίζεται από τις λευκοντυμένες γυναίκες του ατελιέ Valentino, μπροστά στον φακό του Έλγκορντ (1995), και ο Mr. Caravani παίζει τυφλόμυγα στο γρασίδι με μοντέλα ντυμένα στα κόκκινα. Η Νταϊάνα Βρίλαντ της «Vogue» εμφανίζεται φωτογραφημένη στο κόκκινο δωμάτιο του διαμερίσματός της στο Άπερ Ιστ Σάιντ φορώντας κόκκινη μπλούζα Valentino και ο σχεδιαστής ποζάρει χαλαρός, με σκούρα γυαλιά και τζιν, έξω από τον πύργο του στη Γαλλία, ένα château του 17ου αιώνα. Πανταχού παρόντα, τα πέντε αγαπημένα του pugs. Η πρώην διευθύντρια της γαλλικής «Vogue», Joan Juliet Buck, ακούγεται να δηλώνει εντυπωσιασμένη γιατί κάποιος σιδέρωνε τα σεντόνια της κάθε μέρα, όταν ο Mr. Caravani και ο Mr. Giammetii την είχαν φιλοξενήσει στο Κάπρι.
Πλάι στον «αυτοκράτορα», εμφανίζεται κι εδώ, όπως σε κάθε στιγμή της 60χρονης φιλίας τους, ο Giancarlo Giammetti. Εκεί που ο Valentino κινείτο αργά, δίσταζε, αφαιρείτο και χαμογελούσε με ένα ανέκδοτο από τα παλιά, ο Giammetti ζούσε τη στιγμή, έκανε δηλώσεις, εκφραζόταν με χειμαρρώδη λόγο σε τρεις γλώσσες, με μάτια να αστραποβολούν, ζεστά και καχύποπτα την ίδια στιγμή. Με κοινά γούστα στο ντύσιμο και τη μεγάλη ζωή, οι δυο άντρες αποσύρθηκαν μαζί, το 2008, για να αφοσιωθούν στην κοινωνική ζωή και τα πέντε σπίτια τους ανά τον κόσμο, με παρέα έναν σταθερό κύκλο φίλων, ανάμεσά τους ο για χρόνια υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του οίκου, Carlos Souza, και ο Bruce Hoeksema, σύντροφος του Valentino από το 1982.
Δεν είναι ότι οι σύγχρονοί του, Yves Saint Laurent και Karl Lagerfeld, έζησαν με λιγότερη χλιδή, συνέλεξαν λιγότερα έργα τέχνης ή έχτισαν τον μύθο τους με μικρότερη προσήλωση. Απλώς ο Valentino φάνηκε να ζει την υπερβολή του αβίαστα, με μια απροσδιόριστη γοητεία, σε ένα ένδοξο όσο και ουτοπικό κυνήγι ομορφιάς, την ποιότητα που τον καθόρισε ως το τέλος.
Παρακαταθήκη
Το 2016, οι δυο άντρες σύστησαν το Ίδρυμα Valentino Garavani & Giancarlo Giammetti, αφιερωμένο στη στήριξη φιλανθρωπικών σκοπών (τα παιδιατρικό νοσοκομείο Bambin Gesù και την πανεπιστημιακή κλινική Gemelli στη Ρώμη), καθώς και την προώθηση πολιτιστικών πρωτοβουλιών. Τον περασμένο Μάιο εγκαινιάστηκε στην ιστορική πλατεία Μινιανέλι της Ρώμης το πολιτιστικό κέντρο PM23, για να φιλοξενήσει εκθέσεις και παραστάσεις που σχετίζονται με τον χορό, το μπαλέτο, τη μουσική, τις παραστατικές τέχνες και, φυσικά, τη μόδα.
Πηγές:
«Valentino. A Grand Italian Epic», εκδόσεις Taschen
«Valentino: The Last Emperor», ντοκιμαντέρ (2008) σε σκηνοθεσία Matt Tyrnauer, ειδικού ανταποκριτή του περιοδικού «Vanity Fair»