Δεκάδες νεκροί, ελλείψεις σε βασικά αγαθά, υπερπληθωρισμός, μαζικές διαδηλώσεις και πόλωση ανάμεσα στους υποστηρικτές του Προέδρου Νικολάς Μαδούρο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δημιουργήσει μια εκρηκτική κατάσταση στα τριάντα εκατομμύρια των κατοίκων της Βενεζουέλας. Πρόκειται για μια χώρα που, ας μην ξεχνάμε, είναι πρώτη σε καταγεγραμμένα αποθέματα πετρελαίου, ήταν η πλουσιότερη χώρα της Λατινικής Αμερικής και σήμερα τέσσερα στα πέντε νοικοκυριά της ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Για την κοινωνική έκρηξη, το τέλος των κινημάτων της αντιπαγκοσμιοποίησης αλλά και τις πολιτικές συγγένειες με τον ΣΥΡΙΖΑ απαντά ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης, Ανδρέας Πανταζόπουλος.

 

— Από τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα διακρίνετε ότι μπορεί να φτάσουμε στο τέλος του τσαβισμού και της Μπολιβαριανής Επανάστασης; Ποιες είναι οι κυρίαρχες διαφορές που διχάζουν τη χώρα;

Η προσδοκία για ελευθερία, για ένα καθεστώς φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ενάντια στις επικίνδυνες και, δυστυχώς, βίαιες «αυταπάτες» της τσαβικής και μαδουρικής «αμεσοδημοκρατίας» είναι ένα αίτημα που συμμερίζονται καθολικά όλοι όσοι συμμετέχουν ενεργά στις ογκώδεις κοινωνικές κινητοποιήσεις, όντες, πλέον, απέναντι σε ένα πετρωμένο καθεστώς και την πολιτική του μιλίτσια, ένα καθεστώς το οποίο, απ' ό,τι φαίνεται, χάνει διαρκώς την όποια κοινωνική νομιμοποίησή του. Αυτό δείχνουν η προσφυγή στη βία, τα θύματα, η ανικανότητα του καθεστώτος να απαντήσει διά της «πειθούς» σε ζωτικά αιτήματα ελευθερίας αλλά και στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κοινωνική ανέχεια είναι το αποτέλεσμα μιας αντι-φιλελεύθερης εκτροπής: αν είναι ως έναν βαθμό αλήθεια ότι «χωρίς δικαιοσύνη, δεν υπάρχει ελευθερία», είναι εξίσου και περισσότερο αλήθεια ότι η ελευθερία είναι η αφετηρία της δικαιοσύνης. Διαφορετικά, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα, γίνεται το εφαλτήριο της ανελευθερίας. Το περονικό παράδειγμα είναι αρκετά διδακτικό στο σημείο αυτό: το κοινωνικό δόγμα του justicialisme («δικαιοσύνη για τον λαό, τιμωρία για τους ενόχους, τις ελίτ»), δηλαδή ο περονικός εθνικολαϊκισμός, αποτέλεσε το προνομιακό όχημα του αυταρχισμού του Περόν στην Αργεντινή της δεκαετίας 1945-1954. Δεν πρέπει να πέφτουμε θύματα των συμβολικών αναφορών του καθεστώτος. Η Μπολιβαριανή Επανάσταση είναι, στην καθεστωτική ρητορική, ένας μνημονικός ιδεολογικός μηχανισμός που χρησιμοποιείται προκειμένου το καθεστώς να νομιμοποιηθεί εκ νέου, γινόμενο όλο και πιο αυταρχικό. Μια ρητορική που, τελικά, στρέφεται και υπηρετεί απολύτως τον εκφοβισμό εκείνων που σήμερα του αντιστέκονται με δημοκρατικά, ειρηνικά μέσα. Αποδεικνύεται ότι η βία, οριακά, είναι στοιχείο των συγκεκριμένων αντιλήψεων που φαντασιώνονται την «πολιτικοποίηση του λαού», την αναγωγή του «λαού» σε πολιτικό υποκείμενο, τη συλλογική χειραφέτηση στο «όνομα του λαού». Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη φορά που ο Τσάβες βρέθηκε στην εξουσία ήταν αποτέλεσμα πραξικοπήματος. Ο λατινοαμερικανικός λαϊκισμός εν γένει ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με την ελευθερία και, όπως αποδεικνύεται, ούτε και με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η διαίρεση ελευθερία vs κρατικός αυταρχισμός είναι αυτήν τη στιγμή κυρίαρχη. Ο μαδουρισμός σήμερα είναι ένα από τα κορυφαία παραδείγματα του εξτρεμισμού στην εξουσία, μια «δημοκτατορία» («democradura») η οποία κινείται με ταχείς ρυθμούς προς τη γυμνή δικτατορία, αφού δεν σέβεται ούτε τις λεγόμενες «τυπικές» μορφές δημοκρατίας, με πρώτη την αντιπροσώπευση. Η αντιπροσώπευση όμως είναι αυταξία. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει ελευθερία.

 

Αυτό που ουσιαστικά παίρνει η ριζοσπαστική αριστερά από τις «λατινοαμερικανικές ουτοπίες» είναι ο «λαός»: η ιδεολογική και στρατηγική επίκληση του ενάρετου και αδιαίρετου «λαού» υποκαθιστά την αριστερά. Με την έννοια αυτή, η σημερινή λαϊκιστική αριστερά δεν είναι «αριστερά», όποιο μοντέλο σοσιαλισμού και αν επικαλείται.

 

— Όλο αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στη Βενεζουέλα είναι δείγμα της αποτυχίας των «κινημάτων της αντιπαγκοσμιοποίησης»;

 

Είναι το βίαιο τέλος της ψευδαίσθησης ότι μπορεί να υπάρξει ένας «καλός», ένας «αριστερός λαϊκισμός» ως απάντηση στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού, του ακροδεξιού λαϊκισμού. Η Βενεζουέλα μας δείχνει, με τραγικό τρόπο, ότι ο πολιτικός λαϊκισμός είναι «ένας», δεν υπάρχει «καλός» και «κακός» λαϊκισμός. Ο αυταρχισμός και ο εθνικισμός είναι δομικά στοιχεία του λαϊκισμού, όπως και η κατασκευή του εχθρού, η αέναη συνωμοσιολογία (η οποία, μάλιστα, από ορισμένους σχετικοποιείται, εκλαμβανόμενη ως μέσον συγκρότησης του «λαού» ως πολιτικού υποκειμένου), ακόμα και ο αντισημιτισμός (που σήμερα εμφανίζεται μακιγιαρισμένος με την προμετωπίδα του «αντισιωνισμού»), όποια αφετηρία και αν έχουν οι φορείς του λαϊκισμού, όποια και αν είναι η κληρονομιά στην οποία αναφέρονται, όποια αφήγηση και αν κατασκευάζουν. Η λατρεία της «χειραφέτησης» στο όνομα του ενός, ενιαίου και ενάρετου λαού φτιάχνει αυτές τις επικίνδυνες ουτοπίες. Ο αντιπαγκοσμιοποιητικός λαϊκισμός, ιδιαίτερα μετά την υποχώρηση της «διεθνιστικής» του περιόδου, κάπου προς τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας (των διάφορων «παγκόσμιων φόρουμ» της «ετερο-παγκοσμιοποίησης», της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης), πήρε ευθέως μια εθνικιστική κατεύθυνση, έστω και αν ορισμένοι εκπρόσωποί του συνεχίζουν να μιλούν με όρους οικουμενικότητας κ.λπ. Η λαϊκιστική αντιπαγκοσμιοποιητική «αντίσταση» εθνικοποιήθηκε κι έτσι αναμείχθηκε με ακροδεξιούς κώδικες αντίστασης στη «νέα τάξη πραγμάτων». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αυτή η μετατόπιση από την πλανητική στην εθνική σφαίρα δείχνει ότι το εθνικό πλαίσιο παραμένει, μέχρι νεωτέρας, ένα πολύ αποφασιστικό κομμάτι στην άσκηση της πολιτικής, πράγμα που δεν πρέπει να υποτιμάται από προοδευτικούς φορείς και διανοούμενους, αφήνοντας το εθνικό πλαίσιο έρμαιο στην αριστερή λαϊκιστική δημαγωγία αλλά και στο νεο-ρατσιστικό πλιάτσικο του δεξιού εθνικολαϊκισμού. Μέσα σε τέτοια συμφραζόμενα, πέρα από επικίνδυνες εθνικολαϊκιστικές αυταπάτες, αλλά και στο πλαίσιο της πραγματικότητας, οφείλουμε να συζητήσουμε τα σοβαρά προβλήματα που προκύπτουν από μια πολιτικά ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση, το ευρύ χάσμα μεταξύ μεγάλου μέρους των πολιτών και των ιθυνουσών ελίτ ή, έστω, τμήματός τους, όλα τα θέματα που έχουν προκύψει και αφορούν την κυβερνησιμότητα των σημερινών κοινωνιών, οι οποίες, στη Δύση, μαστίζονται από ένα πολύ σοβαρό κοινωνικό ρήγμα, την πτώση μέρους της μεσαίας τάξης, πράγμα που οδηγεί σε μια σκληρή αναδιαμόρφωση της κοινωνικής δομής.

 

Φωτ.: ΕΠΑ
Φωτ.: ΕΠΑ

 

— Είδαμε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να εκδίδουν κομματική ανακοίνωση, βάλλοντας κατά της αντιπολίτευσης του Προέδρου Μαδούρο. Γιατί εξακολουθούν να γοητεύουν το κυβερνών κόμμα οι λατινοαμερικανικές ουτοπίες; Παρατηρείτε πολιτικές συγγένειες και ιδεοληψίες αριστερού εθνικολαϊκισμού;

Αν αφήσουμε κατά μέρος το ζήτημα της ιδιοτέλειας, δηλαδή των διφορούμενων «αλληλέγγυων πρακτικών» που απορρέουν από μια απόπειρα συγκρότησης μιας άτυπης «λαϊκιστικής διεθνούς», ενός «λαϊκιστικού διεθνισμού», η σημερινή λαϊκιστική αριστερά, και όχι μόνο στην Ελλάδα (αλλά και στην Ισπανία των Podemos του Ιγκλέσιας και στη Γαλλία των «Ανυπότακτων» του Μελανσόν), έχει κάνει μια πολύ βασική επιλογή: όχι απλώς να ακολουθεί αλλά να προπορεύεται και να πλειοδοτεί στις περισσότερο ή λιγότερο αυθόρμητες κοινωνικές κινητοποιήσεις που στρέφονται με «κινηματικό» τρόπο κατά του «συστήματος». Μεγάλα τμήματά της πιστεύουν, ακόμα και με τη θρησκευτική έννοια του όρου, στον επικίνδυνο μύθο του ιθαγενισμού, του κοινοτισμού, της «αυθεντικότητας», της οποίας το μοντέλο είναι ο λατινοαμερικανικός εθνικολαϊκισμός. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να υποστηρίξουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια λατινο-αμερικανοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, είτε πρόκειται για το μοντέλο Τσάβες, είτε γι' αυτό του «οικολόγου» Κορέα, είτε για κάποια σύνθεσή τους. Αυτό που ουσιαστικά παίρνει η ριζοσπαστική αριστερά από τις «λατινοαμερικανικές ουτοπίες» είναι ο «λαός»: η ιδεολογική και στρατηγική επίκληση του ενάρετου και αδιαίρετου «λαού» υποκαθιστά την αριστερά. Με την έννοια αυτή, η σημερινή λαϊκιστική αριστερά δεν είναι «αριστερά», όποιο μοντέλο σοσιαλισμού και αν επικαλείται.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO