Άκις Βλουτής, Νίκη Παλληκαράκη, Σαράντος Γεωγλερής και Τζωρτζίνα Λιώση πρωταγωνιστούν στην παράσταση
Άκις Βλουτής, Νίκη Παλληκαράκη, Σαράντος Γεωγλερής και Τζωρτζίνα Λιώση πρωταγωνιστούν στην παράσταση

 

Ήταν αληθινό το ατύχημα ή το φαντάστηκε για τις ανάγκες του μυθιστορήματός του; Κάνει πράγματι κρυφές εκτρώσεις η Χάνι, όπως υπονοεί ο Τζορτζ; Γιατί δεν καταφέρνει να «καβαλήσει την οικοδέσποινα» ο Νικ, παρά την ανοιχτή πρόσκλησή της και τη δική του προθυμία; Γιατί απαγορεύει ο Τζορτζ στη Μάρθα να μιλήσει για τον γιο τους ενώπιον τρίτων;


Είναι ομολογουμένως αλλόκοτη η βραδιά αυτή που κυλάει μέσα σε ποταμούς αλκοόλ στο σπίτι ενός καθηγητή Ιστορίας και της συζύγου του. Το περιβάλλον υψηλής διανόησης –βρισκόμαστε στην καρδιά μιας πανεπιστημιούπολης στη Νέα Αγγλία– καθόλου δεν συνάδει με την ελευθεριάζουσα συμπεριφορά του ζεύγους που σερβίρει προσβολές μαζί με κάθε ποτήρι ουίσκι, όχι μόνο ο ένας προς τον άλλο αλλά και προς τους δύο ανυποψίαστους καλεσμένους τους.


«Αν υπήρχες, θα σε χώριζα» λέει η αθυρόστομη Μάρθα στον Τζορτζ και ο αγώνας ψυχικής πυγμαχίας έχει μόλις αρχίσει. Περιλαμβάνει μόνο χτυπήματα κάτω από τη μέση, με ιδιαίτερη προτίμηση στα γεννητικά όργανα του ανδρός, τα οποία είναι ούτως ή άλλως ανύπαρκτα, σύμφωνα με την αδίστακτη σύζυγο. Αν πιστέψουμε εκείνη, ο Τζορτζ είναι ένας ανίκανος, ένας πάτος, περίγελος της πανεπιστημιακής κοινότητας, ξοφλημένος. Ακόμη κι έτσι, όμως, γνωρίζει καλά τα αδύναμα σημεία της συμβίας του: την ηλικία της, τη γαϊδουρίσια φωνή της, τη χυδαία σεξουαλικότητα, την ευνουχιστική φύση της, όλα όσα τον απωθούν και τον αηδιάζουν σε αυτήν τη γυναίκα, με την οποία παραμένει πεισματικά παντρεμένος εδώ και δύο δεκαετίες.

 

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κιμούλης δεν ανασύρει σπουδαία λάφυρα. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ανάγνωση τυπική, που παρουσιάζει πρόσωπα και πράγματα σχηματικά, μετέωρα, χωρίς κέντρο βάρους, χωρίς ουσιαστικό στόχο.


«Δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω»: η περίφημη μπεκετική φράση συνοψίζει κάλλιστα την ανατριχιαστική ανατομία του έγγαμου βίου που επιτυγχάνει εδώ, στο πιο διάσημο έργο του, ο Άλμπι. Και ακριβώς όπως οι ήρωες του Μπέκετ, έτσι κι αυτοί του Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; εφευρίσκουν δεκάδες τρόπους, κατά προτίμηση επώδυνους, για να αντιμετωπίζουν τον τρόμο της συνύπαρξης. «Fun and games» είναι ο τίτλος της πρώτης πράξης και, πράγματι, ο Τζορτζ και η Μάρθα επιδεικνύουν μεγάλο ταλέντο στην οργάνωση και διεξαγωγή ανορθόδοξων αθλοπαιδιών: η βραδιά ξεκινά με το «Ταπεινώστε τον οικοδεσπότη», συνεχίζεται με το «Ξεφτιλίστε τους καλεσμένους», κορυφώνεται με το «Πηδήξτε την οικοδέσποινα» και κλείνει θεαματικά με το «Πώς να μεγαλώσετε ένα μωρό». Παιχνίδια για εγγυημένη ταχυκαρδία, έκρηξη αδρεναλίνης και απανωτούς τραυματισμούς. Οι μόνοι κανόνες αφορούν την ανόθευτη ποιότητα του προσφερόμενου θεάματος: όσο πιο ακραίοι οι παίκτες, όσο περισσότερη διαστροφή επιδείξουν, τόσο καλύτερα.


Η ζωή ως παράσταση, η ύπαρξη ως ρεσιτάλ. Οι ρόλοι μοιρασμένοι: η Μέγαιρα και ο Διανοούμενος σε διαρκή ετοιμότητα. Αν βρεθούν θεατές, ακόμη καλύτερα. Ας τους μπερδέψουμε εντελώς: «Να πάρει ο διάολος, ποτέ δεν ξέρω πότε εσείς οι δύο λέτε ψέματα και πότε όχι» αγανακτεί ο Νικ. Σε αυτή την «κωμωδία της απόκρυψης», όπως έχει χαρακτηριστεί, η πραγματικότητα είναι προϊόν λογοπλασίας: δεν είμαστε ποτέ σίγουροι αν οι ιστορίες που ακούμε έχουν όντως συμβεί στο παρελθόν ή όχι. Δεν είναι απλώς ότι οι ήρωες προβάλλουν ή αποσιωπούν ό,τι τους εξυπηρετεί. Είναι ότι ο λόγος υποκαθιστά την εμπειρία. Ακόμη και την εμπειρία της τεκνοποιίας. Ο γιος τη Μάρθας και του Τζορτζ, αυτό το παιδί «με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια», αποδεικνύεται αποκύημα της φαντασίας τους.

 

Ώρες ατέλειωτες αφιέρωσαν στην ανατροφή του. Τον επινόησαν, τον μεγάλωσαν, τον έστειλαν στο κολέγιο. Τώρα, όμως, πρέπει να τον σκοτώσουν. Τουλάχιστον ο Τζορτζ αυτό πιστεύει. Ενώπιον των άναυδων θεατών θα σκηνοθετήσει το μοιραίο τέλος. Η Μάρθα θα κλοτσήσει, θα φωνάξει, θα βρίσει. Είναι πλέον αργά. Ο θάνατος έχει επέλθει. «Ήταν ανάγκη να το κάνεις;» θα τον ρωτήσει, όταν πια οι καλεσμένοι έχουν φύγει και ο ουρανός ξημερώνει. «Μόνοι... οι δυο μας;» αγωνιά.


Η αγάπη που κρύβεται με χίλια τεχνάσματα, που αντέχει τα πιο σκληρά χτυπήματα. Η απώλεια, η απόγνωση, η εξάντληση. Η προσπάθεια και η αδυναμία κατανόησης του Άλλου. Η εξάρτηση από τα ζωτικά ψεύδη και ο τρόπος που ορίζουμε την πραγματικότητα προκειμένου να την αντέξουμε. Ποια αλήθεια είναι τελικά πιο «αληθινή», του μυαλού ή της ύλης; Της Ιστορίας ή της Βιολογίας;


Το μεσήλικο ζευγάρι που αδυνατεί να κάνει παιδιά και το νεαρό ζευγάρι που τα αποβάλλει. Τέκνα μιας απελπισμένης φαντασίας, και τέκνα που δεν τους επιτρέπεται να γεννηθούν, ή που θα γεννηθούν μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες, υπό συνθήκες ελεγχόμενες – ένα μέλλον ζοφερής υγείας και ομοιομορφίας, μια επερχόμενη δυστοπία.

 

Ο Άκις Βλουτής ως Τζορτζ δημιουργεί μια μπλαζέ περσόνα με χάρισμα στην ειρωνεία ενώ η Νίκη Παλληκαράκη επιλέγει τον θυμό και μένει με αυτόν παντρεμένη από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.
Ο Άκις Βλουτής ως Τζορτζ δημιουργεί μια μπλαζέ περσόνα με χάρισμα στην ειρωνεία ενώ η Νίκη Παλληκαράκη επιλέγει τον θυμό και μένει με αυτόν παντρεμένη από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή.


Είναι τόσος ο πλούτος του κειμένου, ώστε περιμένουμε με ενδιαφέρον κάθε νέα πρόσκληση καταβύθισης στον κόσμο του. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Κιμούλης δεν ανασύρει σπουδαία λάφυρα. Νεφελώδεις παραμένουν οι λόγοι για τους οποίους επελέγη το συγκεκριμένο έργο – ποιες ήταν οι πλευρές του που ενέπνευσαν τον σκηνοθέτη; Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ανάγνωση τυπική, που παρουσιάζει πρόσωπα και πράγματα σχηματικά, μετέωρα, χωρίς κέντρο βάρους, χωρίς ουσιαστικό στόχο. Δεν αντιλαμβανόμαστε την ιστορία των ηρώων, ποιες δυνάμεις ενσαρκώνει καθένας, με ποιους όρους αναδύεται η σύγκρουση παλιού και καινούργιου, τι διακυβεύεται από την έκβαση αυτής της σύγκρουσης, τι σημαίνει το γκρέμισμα των ψευδαισθήσεων, πόσο τελικά αγαπιέται αυτό το ζευγάρι και πόσο λυτρωτική στέκεται η απόφασή τους να πορευτούν χωρίς δεκανίκια.


Ούτε η απελπισία των σχέσεων φωτίζεται αλλά ούτε και η πολιτική διάσταση που περικλείει το προσωπικό τους δράμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τζορτζ και η Μάρθα φέρουν τα ονόματα του πρώτου Προέδρου της Αμερικής και της συζύγου του, ούτε ότι ο Τζορτζ είναι καθηγητής Ιστορίας: ο Άλμπι θέλει προφανώς να συνδέσει τις ατομικές αυταπάτες με αυτές μιας ολόκληρης κοινωνίας που επιμένει να πιστεύει σε παραμύθια και να ονειρεύεται την παραγωγή όμορφων, γαλανομάτικων παιδιών, «εκατό τοις εκατό αμερικανικών προϊόντων».

 
Τα συναισθήματα διαγράφονται μονοσήμαντα: η Νίκη Παλληκαράκη επιλέγει τον θυμό και μένει με αυτόν παντρεμένη από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Δεν υπάρχει εξέλιξη, δεν υπάρχουν διακυμάνσεις, μόνο «δάγκωμα» και βραχνή φωνή, εξωτερικά στολίδια που πασχίζουν να μας πείσουν πως έχουμε μπροστά μας μια «στρίγγλα». Ακόμη και ο συγκινητικός μονόλογος της τρίτης πράξης δεν εκμαιεύει αλλαγή τόνου από την ηθοποιό.


Ο Άκις Βλουτής ως Τζορτζ δημιουργεί μια μπλαζέ περσόνα με χάρισμα στην ειρωνεία, αναδεικνύοντας εύστοχα το ιδιαίτερο, εγκεφαλικό χιούμορ του έργου. Αν όμως εξασφαλίζει απολαυστικές κωμικές στιγμές με την αποστασιοποίησή του, κόβει το «νήμα» κάθε φορά που καταφεύγει σε «δραματικές» εκρήξεις: τα ξεσπάσματά του (το «πνίξιμο» της Μάρθας κ.ο.κ.) φαντάζουν μηχανικά, σαν να απορρέουν από μια σκηνοθετική οδηγία και όχι από εσωτερική αναγκαιότητα.


Το εύθραυστο φιζίκ της Τζωρτζίνας Λιώση την καθιστά συμπαθή ως Χάνι, η ηθοποιός όμως δεν αποκαλύπτει τίποτα περισσότερο για την ηρωίδα της. Ο Σαράντος Γεωγλερής, τέλος, ένας ξύλινος Νικ που αφήνει το μπαλάκι του πινγκ-πονγκ να πέσει στο πάτωμα, όσες φορές κι αν του το πετάξουν.

 

 

 

Info:

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

Από Μηχανής Θέατρο

Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο

Τετ.-Σάβ. 21:00, Κυρ. 18:00

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO