Στη Θεσσαλονίκη, στα εγκαίνια του περιπτέρου των ΗΠΑ στη ΔΕΘ, σε μια σκηνή που έχει τόση αμηχανία που θα μπορούσε να είναι απόσπασμα ταινίας του Λάνθιμου, η σοπράνο Αναστασία Ζαννή (γνωστή στο ευρύ κοινό από τη συμμετοχή της στο «Fame Story 3») τραγουδάει acapella τον εθνικό ύμνο της Αμερικής.

 

Οι επίσημοι παρευρισκόμενοι, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο υπουργός Ναυτιλίας Φώτης Κουβέλης και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα Τζέφρι Πάιατ, παρακολουθούν και οι ίδιοι υπερβολικά αμήχανοι. Όλοι τους προσπαθούν να προσποιηθούν μια συγκίνηση που δεν μπορεί να πείσει κανέναν και τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να συνθέσουν ένα σκηνικό αλλόκοτα περίεργο και ταυτόχρονα βαθιά άσχημο στη γενικότερη αισθητική του.

 

Κάποια στιγμή στη χώρα μας ήρθε η κρίση και απελευθέρωσε μια περίεργη αγριάδα. Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε ζήσει και ταυτόχρονα αποδεχτεί τόσο σουρεαλισμό που δεν έχει μείνει τίποτα πια που να μας εκπλήσσει... Συνηθίσαμε την ακροδεξιά στη Βουλή, συνηθίσαμε τον τραμπουκισμό, συνηθίσαμε το καραγκιοζιλίκι. Τα συνηθίσαμε τόσο που αρχίσαμε να γελάμε.


Λίγες ώρες μετά βγαίνει στη δημοσιότητα μια φωτογραφία του γνωστού και εξαιρετικού φωτορεπόρτερ Άρη Μεσσήνη από τα επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών για το Μακεδονικό και αστυνομικών. Ένας παπάς με ράσα, αντιασφυξιογόνα μάσκα και μια τεράστια εικόνα της Παναγίας, μια γυναίκα, δίπλα του, τυλιγμένη με μια σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας και, σαν να μην έφταναν αυτά, ένας τύπος με κατεβασμένο το παντελόνι, τα οπίσθιά του σε κοινή θέα και μια ημιάγρια έκφραση στο πρόσωπο να συμπληρώνει το σκηνικό σε μια εικόνα συγκλονιστική απ' όποια πλευρά κι αν την κοιτάξει κανείς.

 

Αυτά είναι δύο σκηνικά που συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα, δύο σκηνές από την πολιτική επικαιρότητα. Τη μία είναι σαν να την έχει σκηνοθετήσει ο Λάνθιμος, εστιάζοντας στο συναίσθημα της αμηχανίας, τη δεύτερη σαν να την έχει στήσει με πολύ κέφι και ταλέντο ο Μπουνιουέλ, εστιάζοντας στην παράνοια και τον σουρεαλισμό.

 

 

Μια σκηνή που έχει τόση αμηχανία που θα μπορούσε να είναι απόσπασμα ταινίας του Λάνθιμου

 

Αυτά τα δύο σκηνικά συνέβησαν ένα Σάββατο που έτυχε να υπάρχει ένταση στην επικαιρότητα λόγω της επίσκεψης του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Όμως δεν αποτελούν μια εξαίρεση που ήρθε από το πουθενά, δεν είναι κάτι αλλόκοτο που δεν συμβαίνει γενικά. Είναι αυτό που συνήθως συμβαίνει. Η αμηχανία και ο παραλογισμός είναι μέρος της πολιτικής πραγματικότητας, ίσως περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο πλέον.

 

Μετά το σοκ, πάντα γελάμε. Είναι η άμυνά μας. Εδώ πολλές φορές γελάμε στις κηδείες, για να αντέξουμε τον πόνο, δεν θα γελάσουμε με αυτά; Το «κανονικό» όμως είναι πλέον κάτι που, αν το δεις από απόσταση, δεν είναι καθόλου κανονικό. Και αυτό το «κανονικό» δεν μας πειράζει, δεν μας σοκάρει ή, αν μας σοκάρει, το ξορκίζουμε αμέσως κοροϊδεύοντάς το και προχωράμε περιμένοντας την επόμενη αφορμή για να διασκεδάσουμε με ένα ακόμα κομμάτι του παζλ που συνθέτει την καταστροφή μας.

 

Κάποια στιγμή στη χώρα μας ήρθε η κρίση και απελευθέρωσε μια περίεργη αγριάδα. Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε ζήσει και ταυτόχρονα αποδεχτεί τόσο σουρεαλισμό που δεν έχει μείνει τίποτα πια που να μας εκπλήσσει.

 

Είδαμε φασίστες να χτυπούν live στην τηλεόραση γυναίκες, είδαμε ξυλοδαρμούς πολιτικών, ακούσαμε βρισίδια στη Βουλή, είδαμε πράγματα που δεν είναι λογικό να τα βλέπουμε και να νιώθουμε καλά. Αλλά είναι ανθρώπινο αντανακλαστικό η συνήθεια, αλλιώς δεν θα αντέχαμε.

 

Συνηθίσαμε την ακροδεξιά στη Βουλή, συνηθίσαμε τον τραμπουκισμό, συνηθίσαμε το καραγκιοζιλίκι. Τα συνηθίσαμε τόσο που αρχίσαμε να γελάμε.

 

Και κάπως έτσι, σχεδόν ταυτόχρονα συνέβησαν δύο πράγματα. Ρίξαμε τον πήχη χαμηλά, θεωρώντας τη σοβαρότητα στην πολιτική ζωή ήσσονος σημασίας και, εν τέλει, αφού δεν αντιδράσαμε στην πρωτοφανή έλλειψη σοβαρότητας, τους σιχαθήκαμε όλους.


Είναι πλέον σαν να βλέπουμε ηθοποιούς να παίζουν ρόλους σε μια ταινία που ακροβατεί στα όρια μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας. Σε ρόλο κομπάρσου οι φανατικοί υποστηρικτές που θα τρέξουν να δικαιολογήσουν και να συγχωρέσουν τα κακώς κείμενα των δικών τους και θα στηλιτεύσουν με τρομερή πυγμή οτιδήποτε άξιο κριτικής του αντιπάλου.

 

Αυτοί που θα σε πουν ισαποστάκια, αν σου φαίνεται ολόκληρο το σκηνικό γελοίο, αν δεν πιστεύεις πλέον σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό σου, στους δικούς σου ανθρώπους και σε ό,τι μπορείς να καταφέρεις αποκλειστικά με τις δικές σου δυνάμεις σε μια χώρα που δεν ευνοεί πλέον ούτε την εξέλιξη ούτε την επιτυχία.

 

Είμαστε 8 χρόνια σε κρίση και αν κάτι έχουμε καταφέρει περισσότερο απ' όλα είναι το να έχουμε μπερδέψει μέσα μας το κανονικό με το μη κανονικό. Η εποχή στην οποία ζούμε κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, τα νέα έρχονται και φεύγουν με αστραπιαία ταχύτητα, ο όγκος της πληροφορίας που λαμβάνουμε καθημερινά είναι τεράστιος, η ροή συνεχής.

 

Τα θύματα της φωτιάς στο Μάτι σχεδόν ξεχάστηκαν και ας ήταν τεράστια η συγκίνηση και η κινητοποίηση που προκάλεσαν, το μεταναστευτικό, που «έκαιγε» πριν από λίγο καιρό, πλέον είναι στην αφάνεια, δεν είναι στις ειδήσεις, άρα δεν είναι είδηση... Περνούν και φεύγουν οι ειδήσεις, ξεχνάμε και, όταν ξεχνάμε, συγχωρούμε. Αλλά δεν είναι σχεδόν τίποτα πια κανονικό.

 

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία επικρατεί μια πόλωση σχεδόν εμφυλιακή. Το βλέπεις ακόμα και σε παιδιά που μόλις έχουν τελειώσει το σχολείο. Βλέπεις ένα μίσος για τους άλλους που απορείς πώς βρέθηκε μέσα τους. Ζούμε καταστάσεις στις οποίες ο σκοπός, που είναι η εξόντωση του αντιπάλου, αγιάζει τα μέσα και τα μέσα περιλαμβάνουν και το να δικαιολογούμε τυφλά τους δικούς μας, ό,τι κι αν κάνουν, όπως κι αν το κάνουν. Τους δίνουμε το ελεύθερο κάπως έτσι να ρίχνουν ακόμα πιο χαμηλά τον πήχη, να μη φοβούνται το να χαμηλώνουν το δικό τους επίπεδο, αφού θα βρεθεί ο τρόπος να δικαιολογηθεί και μετά να ξεχαστεί το οποιοδήποτε ολίσθημα.

 

Δικαιολογούμε τους δικούς μας, συμβάλλοντας έτσι στο χαμήλωμα του επιπέδου, που οδηγεί σε εικόνες σαν αυτές που είδαμε στη ΔΕΘ (και όχι μόνο εκεί φυσικά), εικόνες που, αφού τις δικαιολογήσουμε, μετά θα τις χρησιμοποιούμε και για την προσωπική μας διασκέδαση. Και κάπως έτσι ξυπνάμε μια μέρα και δεν έχουμε όρεξη για γέλια και συνειδητοποιούμε ότι έχουμε παρατήσει τη χώρα στο έλεος της γελοιότητας.