Είδα κάπως καθυστερημένα, μετά την πολλαπλώς προβληματική για άλλη μια φορά τελετή απονομής των Όσκαρ, αυτό το «γράμμα στον Γιώργο Λάνθιμο» που έστειλε με τη μορφή ενός βίντεο γυρισμένου «συμβολικά» στην Κινέττα η ΕΣΠΕΚ (Ένωση Σκηνοθετών - Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου) υπό το ψευδώνυμο του κινήματος «Δώσε Λίγη Αγάπη στον Ελληνικό Κινηματογράφο».


Στην επιστολή την οποία ακούγεται να διαβάζει ο ηθοποιός Μάκης Παπαδημητρίου και έχει παραλήπτη τυπικά τον διεθνή Έλληνα σκηνοθέτη (ως «θεία από το Σικάγο» τρόπον τινά), αλλά ουσιαστικά τον Λεβιάθαν του ελληνικού κράτους, αναφέρονται τα εξής:


«Αγαπητέ Γιώργο, δεν υπάρχουν λόγια να σου περιγράψω την εθνική υπερηφάνεια που νιώθουμε όλοι αυτές τις μέρες. Μετράμε και ξαναμετράμε τις υποψηφιότητες για τα Όσκαρ και πανηγυρίζουμε. Κι όμως, εγώ το περίμενα γιατί πάντα πίστευα σ' εσένα και στο ελληνικό σινεμά. 

 

Τώρα μπορείς να κάνεις τις βόλτες σου στην παραλία της Σάντα Μόνικα περιτριγυρισμένος από λαμπερούς σταρ και αδίστακτους παπαράτσι, αλλά εγώ πάντα θυμάμαι πως όλα ξεκίνησαν από μια άλλη παραλία, πιο ταπεινή. Μια παραλία που τη λέγανε Κινέττα.

 

Το ελληνικό σινεμά θέλει πάνω απ' όλα αγάπη. Εσύ, Γιώργο, το γνωρίζεις αυτό καλύτερα από τον καθένα. Και, βέβαια, όσο εσύ θα δοξάζεις το ελληνικό σινεμά σε όλον τον κόσμο, εμείς θα θυμόμαστε όλους τους λόγους που σε κρατούν μακριά μας».

 

Θέλουμε μια ταινία κατά προτίμηση συμβατικής ‒αλλά όχι απαραίτητα‒ αφήγησης και προσεγμένης αισθητικής με όσο πιο γνήσιους διαλόγους γίνεται, όπου να αναγνωρίσουμε τους βαθύτερους καημούς ή/και στις κωμικές έξεις μας σε ένα πλαίσιο που να μοιάζει ρεαλιστικό και να υπερβαίνει εφήμερες τάσεις και μισομαγειρεμένα politics


Ακολούθως εμφανίζονται στην οθόνη αυτοί οι λόγοι: έλλειψη στρατηγικής, έλλειψη συντονισμού, έλλειψη χρηματοδότησης, αναποτελεσματικότητα των οργανισμών, αδράνεια του υπουργείου Πολιτισμού, αδιαφορία της πολιτείας.


Εννοείται ότι ισχύουν τα παραπάνω και ότι μοιάζει εγκαταλελειμμένο στο δύστροπο πνεύμα των καιρών το ελληνικό σινεμά, όμως συγχρόνως μοιάζει ελαφρώς κακόμοιρη και κρατικοδίαιτης έμπνευσης αυτή η έκκληση στους αρμόδιους φορείς αλλά και στο κοινό ενδεχομένως να στάξουν αγάπη (και χρήμα) στο ερημωμένο εσχάτως τοπίο της ντόπιας κινηματογραφικής παραγωγής.

 

Από τη στιγμή, ειδικά, που εξατμίστηκε κι αυτή η εφήμερη τελικά αίσθηση που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια ότι κάτι πολύ ενδιαφέρον συνέβαινε κινηματογραφικά στη χώρα-πειραματόζωο της ευρωπαϊκής κρίσης.


Η αλήθεια είναι ότι δεν τη στηρίζουμε κι εμείς το κοινό όσο θα έπρεπε, όχι ψυχοπονιάρικα και «πατριωτικά», αλλά αυθόρμητα, αναζητώντας τις σύγχρονες ελληνικές ταινίες εκείνες που ταιριάζουν στον καθένα – απ' όλα έχει ο μπαξές, ακόμα και σε άγονες περιόδους, όπως η τρέχουσα.


Μπορεί να ακουστεί εγωιστικό ή τεμπέλικο, θέλουμε όμως κι εμείς λίγη αγάπη εκ μέρους του ελληνικού σινεμά. Θέλουμε μια ταινία κατά προτίμηση συμβατικής ‒αλλά όχι απαραίτητα‒ αφήγησης και προσεγμένης αισθητικής με όσο πιο γνήσιους διαλόγους γίνεται, όπου να αναγνωρίσουμε τους βαθύτερους καημούς ή/και στις κωμικές έξεις μας σε ένα πλαίσιο που να μοιάζει ρεαλιστικό και να υπερβαίνει εφήμερες τάσεις και μισομαγειρεμένα politics. Αυτό μπορεί να συμβεί και με χαμηλότατο προϋπολογισμό, τα τεχνολογικά μέσα υπάρχουν πλέον.


Θέλουμε μια ταινία που να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση και να γίνει σημείο αναφοράς, κάτι που έχει να συμβεί πολύ καιρό.

 

Οι εξαιρέσεις γνωστές: Ο Κυνόδοντας (έστω κι αν δεν ήταν καθόλου ξεκάρφωτο το μήνυμα που έστειλε γνωστή εταιρεία κινητής τηλεφωνίας παραμονές των Όσκαρ και έλεγε «Λες ψέματα στους φίλους σου ότι έχεις δει τον Κυνόδοντα; Τώρα πια δεν υπάρχει λόγος! Σου κάνουμε δώρο τις ταινίες του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη για να τις δεις on demand...») και κάποιες ατάκες από τις πρώτες ταινίες του Οικονομίδη, οι οποίες συχνά ανακαλούνται εκτός πλαισίου, με διάθεση χαβαλέ και ανησυχητική έλλειψη ειρωνείας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO