Gilbert & George. RED MORNING DEATH, 1977
Gilbert & George. RED MORNING DEATH, 1977


«Η ευτυχία», είχε πει ο Σεν Ζιστ, «είναι μια καινούργια ιδέα στην Ευρώπη» και οι εξεγερμένοι του Παρισιού παραλίγο να το πιστέψουν· τελικά, αποδείχτηκε πως δεν επρόκειτο περί ευτυχίας αλλά για μαζικό δολοφονικό ενθουσιασμό, ένα είδος καλπάζουσας ανθρωποκτόνου παραφοράς, που άφησε πίσω χιλιάδες αποκεφαλισμένα πτώματα να σπαρταρούν σε κοινή θέα. Απεναντίας, στα γραφεία του ΟΗΕ πιστεύουν, σήμερα, ότι η ευτυχία πρέπει να μνημονεύεται ως μια παλιά, γνώριμη ιδέα που, αλίμονο, διέρχεται κι εκείνη κρίση μαζί με όλα τα υπόλοιπα μέτωπα· ξέρετε, οι ευτυχισμένοι, μετά την εκκένωση της χρηματοπιστωτικής φούσκας, έπαψαν να συχνάζουν στα γυμναστήρια με το ίδιο μαζοχιστικό κέφι. Μάλιστα, η συγκεκριμένη πνευματώδης γνωμοδότηση προσωποποιείται στα στελέχη που απαρτίζουν το περισπούδαστο Δίκτυο Λύσεων Διαχειρίσιμης Ανάπτυξης (sic), μέσω των οποίων ο γηραλέος Οργανισμός, και αφού απέτυχε παταγωδώς να περιορίσει με την άσκηση των, ανύπαρκτων κατ' ουσίαν, αρμοδιοτήτων του εισβολές, εμφυλίους και γενοκτονίες, δοκιμάζει εκ του ασφαλούς πρωτόγνωρα παιγνιώδη σενάρια τρελών αποτιμήσεων προκειμένου να περνάει η ώρα ευχάριστα, με την αρωγή των τεχνοκρατών και δίχως οι αξιωματούχοι στον 25ο όροφο να πλήττουν.


Έτσι, φθάνουμε στην προχτεσινή έκδοση της περίφημης Έκθεσης για την Παγκόσμια Ευτυχία (World Happiness Report 2016), όπου η Ελλάδα φιγουράρει στην 99η θέση (!) ανάμεσα σε 157 χώρες, με πρώτη τη Δανία (!) και ουραγό το ταπεινό Μπουρουντί, όπου η δυστυχία θεωρείται συνώνυμη της δυσκολίας να βρεις ταξί στην έρημο – άσε που οι εκτρώσεις απαγορεύονται. Επιπλέον, μεταξύ όλων των υπό εξέτασιν κρατών, η χώρα μας εξασφαλίζει την πιο θεαματική πτώση στον μεγαλοπρεπή Δείκτη Ευτυχίας εδώ και δέκα ολόκληρα χρόνια, δεδομένου ότι η έκθεση, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, συγκρίνει ακριβώς την ευτυχία στο διάστημα 2013-15 με εκείνη στο διάστημα 2005-7· αν ήσουν δυστυχισμένος το 2008, μάταια θα περιμένεις να επηρεάσεις τον δείκτη αρνητικά. Περιορίσου στα ψυχοφάρμακα, περιμένοντας την αξιολόγηση του 2018.

 

Η ανάμνηση της λεπτής, διάχυτης, σχεδόν πολιτισμικής ευφορίας που, παρά τη φτώχεια και παρά τη στέρηση τυπικών πολιτικών και προσωπικών ελευθεριών, κυριάρχησε στη δεκαετία του '60 θα έπρεπε να τους έχει υποχρεώσει να προβληματιστούν, αν βεβαίως υπήρχε στη σκέψη τους κάτι που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως πεδίο προβληματισμού.


Ελάχιστα εκπλήσσεται, άλλωστε, κανείς μαθαίνοντας ότι τα αίτια αυτής της δραματικής πτώσης, πάντοτε κατά τους ιδιαίτερα φιλοσοφημένους ειδήμονες που προσκαλούνται να φωτίσουν και την πελατεία των ΜΜΕ, είναι, τι άλλο, η ανεργία, η οικονομική κρίση και η φτώχεια, εξαιτίας των οποίων «χιλιάδες άτομα οδηγούνται στην κατάθλιψη», με πλήθος συμπτωμάτων, χωρίς να παραλείπουμε «το άγχος, τις διαταραχές του ύπνου και τις κρίσεις πανικού», όλα όσα συναντάει κανείς στον λαό «μιας χώρας που δεν ευημερεί». Με την έγκριση, λοιπόν, του ΟΗΕ μπορεί κανείς να αποχαιρετήσει τον Φρόιντ οριστικά και να υιοθετήσει ανέμελα, όσο και παραγωγικά, την άποψη ότι η κατάθλιψη είναι απλώς η θλίψη στο τετράγωνο, με πρόσημο οικονομικής ανέχειας. Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο γελοίο άπαξ και ανακοινωθούν οι παράγοντες που, απ' ό,τι φαίνεται, συμψηφίζονται στη διαμόρφωση του επίμαχου Δείκτη και οι οποίοι είναι, λέει, «η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών (το ΑΕΠ), η κοινωνική στήριξη, το προσδόκιμο όριο ζωής, οι προσωπικές ελευθερίες, η φιλανθρωπία και η διαφθορά»! Αν νομίζατε τόσα χρόνια ότι υπάρχουν δυστυχείς υπέργηροι ή ότι οι διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι συνάμα και ευτυχείς, ειδικά σε χώρες όπου βασιλεύουν η τεμπελιά και η ηλιοφάνεια, για να μην πούμε και για το χιούμορ, έστω μαύρο, προλαβαίνετε να αναθεωρήσετε.

 

Τα παραπάνω μετά βίας θα αποτελούσαν κάτι πιο σοβαρό από αφορμή για φτηνούς αστεϊσμούς, αν δεν πρόδιδαν μιαν αρρώστια της εποχής που πλέον εισχωρεί τόσο βαθιά στον πυρήνα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, μη εξαιρουμένης της λεγόμενης επιστήμης, ώστε η σκέψη καταδικάζεται σε πλήρη και αμετάκλητο μαρασμό: δεν υπάρχουν τώρα πια σύνθετα ερωτήματα και αλληγορίες που θα κατόπτριζαν τις οφθαλμοφανείς διαισθαντικές εντυπώσεις (π.χ. τη σχέση ευτυχίας και φυσικού περιβάλλοντος, ευτυχίας και κλίματος, ευτυχίας και ιδιοσυγκρασίας, ευτυχίας και συλλογικών μεταφυσικών πεποιθήσεων...), όχι, υπάρχουν μόνον αριθμοί, σφυγμομετρήσεις και ερωτηματολόγια που συμπληρώνονται με τρόπο αμιγώς τεχνικό, εξαρτώμενα από τη συμπεριφορά παραγόντων 100% μετρήσιμων και σε κάθετη διαφωνία με τη ρευστή, αναδυόμενη εμπειρία της πραγματικότητας – ποιος πιστεύει, στ' αλήθεια, ότι οι Δανοί ή οι Σουηδοί είναι ευτυχείς, μόνο και μόνο χάρη στο αξιοπρεπές επίδομα ανεργίας ή επειδή το ασθενοφόρο καταφθάνει σε τρία λεπτά; Από μόνη της, η επιμονή στη χρήση του όρου «ευτυχία» (αντί, φέρ' ειπείν, «ευημερία») είναι διδακτική: καθώς τα επιστημονικά συνεργεία, σε όλους τους τομείς και όλα τα επίπεδα, εγκαταλείπουν τη σκέψη χάριν μιας τυφλής στατιστικής προσέγγισης αποκλειστικά διαπιστωτικής και αποδελτιωτικής, ακόμη και αν η πραγματικότητα βοά υπέρ του αντιθέτου, θα αποπειραθούν να συνδέσουν πάση θυσία μια τόσο ευαίσθητη και ζωηρή, τόσο μυστικοπαθή έννοια, όπως η ευτυχία, τουτέστιν αυτό που εξ υποθέσεως δεν ορίζεται, με την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών της κοινωνικής πρόνοιας.


Η ανάμνηση της λεπτής, διάχυτης, σχεδόν πολιτισμικής ευφορίας που, παρά τη φτώχεια και παρά τη στέρηση τυπικών πολιτικών και προσωπικών ελευθεριών, κυριάρχησε στη δεκαετία του '60 θα έπρεπε να τους έχει υποχρεώσει να προβληματιστούν, αν βεβαίως υπήρχε στη σκέψη τους κάτι που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως πεδίο προβληματισμού. Είναι πρόδηλο ότι τέτοιο περιθώριο δεν υφίσταται.