Καμία αισιοδοξία δεν επιτρέπουν οι πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες είναι πλούσιες κατά τ' άλλα, καθώς στην πολιτική σκηνή συμβαίνουν πολλά. Όλα όσα συμβαίνουν, όμως, δεν είναι παρά συμπτώματα της παρακμής στην οποία βρίσκεται η χώρα εδώ και μερικά χρόνια.


— Δεν ήταν το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός, ήταν όμως συγκλονιστικό και ενδεικτικό για το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού της χώρας: η είδηση της καταδίκης και της διάψευσης από τη Δικαιοσύνη των καταγγελιών του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, Παύλου Πολάκη, κατά του δημοσιογράφου Βασίλη Μπεσκένη, ότι είχε διοριστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση στο ΚΕΕΛΠΝΟ (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων).


Ο δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ πέθανε πριν από έναν χρόνο (σε ηλικία 43 ετών) και δεν ζει σήμερα για να χαρεί τη δικαίωσή του. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, «ο κ. Πολάκης δεν προσπάθησε καν να βρει αποδεικτικά στοιχεία πριν εξυβρίσει τον Βασίλη Μπεσκένη», ενώ η Εισαγγελία Διαφθοράς απεφάνθη ότι μετά από έρευνα αποδείχθηκε πως «ο εκλιπών δημοσιογράφος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το ΚΕΕΛΠΝΟ».

 

Ο Β. Μπεσκένης είχε αρνηθεί δημόσια ότι είχε διοριστεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ και είχε «καρφιτσώσει» στον προσωπικό του λογαριασμό στο Τουίτερ ένα σχόλιο με το οποίο υποστήριζε ότι δεν έχει πάρει «ούτε μισό σεντ του ευρώ» από τον συγκεκριμένο οργανισμό.

 


Στην κυβέρνηση υπάρχουν αρκετοί, πάντως, που συμμερίζονται το «δόγμα Ρασπούτιν», όπως το έχει περιγράψει και πρώην δικαστικός, σύμφωνα με το οποίο μπορούν να κατηγορούν όσους θεωρούν πολιτικούς τους αντιπάλους, ώστε να κερδίσουν επικοινωνιακά τις εντυπώσεις, και ας δικαιωθούν μετά αυτοί από τη Δικαιοσύνη, της οποίας οι ρυθμοί είναι γνωστό πόσο αργοί είναι.


Ο καταγγελτικός λόγος –αδιάφορο αν είναι τεκμηριωμένος ή όχι– ήταν το «μεγάλο προσόν» και του Πάνου Καμμένου για πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που απολάμβαναν τις επιθέσεις του προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους και τον καταχειροκροτούσαν στη Βουλή όταν εξαπέλυε τα βέλη του. Τώρα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν και οι πρώτες προειδοποιητικές βολές κατευθύνθηκαν ήδη εναντίον του πρωθυπουργού, ο οποίος του απάντησε ακόμα πιο σκληρά.

 

Ο Πάνος Καμμένος απλώς ονειρευόταν πάντα να γίνει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Το επιδίωκε για χρόνια, σχεδόν βουλιμικά, μέσα στην παράταξή του, η οποία δεν του έκανε τη χάρη, και το κέρδισε μόνο όταν του το έδωσε ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη ο Αλέξης Τσίπρας. Για όσο τον χρειαζόταν όμως.


Ο πρώην κυβερνητικός εταίρος του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος είναι και το τελευταίο του «θύμα» (μετά τους Αλαβάνο, Λαφαζάνη, Βαρουφάκη, Κωνσταντοπούλου, Κοτζιά κ.ά.), τον χαρακτήρισε «ψυχρό εκτελεστή» κι εκείνος του απάντησε, με το γνώριμο ύφος, ότι θα έπρεπε να τον ευγνωμονεί που δεν τον άφησε να γίνει Αντώνης Σαμαράς και να ρίξει την κυβέρνηση.

 

Οι πληροφορίες λένε ότι ο Πάνος Καμμένος είναι συγκλονισμένος από τον κυνισμό που επέδειξε απέναντί του ο πρωθυπουργός, με τον οποίο διατηρούσαν μια φιλική σχέση, πέρα από την πολιτική.

 

Βέβαια, ο Τσίπρας δεν θα έβαζε ποτέ τη φιλία τους πάνω από τα συμφέροντά του, πράγμα που η πολιτική αφέλεια του Πάνου Καμμένου τον εμπόδιζε να δει το προηγούμενο διάστημα. Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ έκανε αυτό που ξέρει και έκανε πάντα. Έχει αποδείξει, άλλωστε, ότι είναι πολιτικός παίκτης, τακτικιστής και κυνικός.

 

Ο Πάνος Καμμένος απλώς ονειρευόταν πάντα να γίνει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Το επιδίωκε για χρόνια, σχεδόν βουλιμικά, μέσα στην παράταξή του, η οποία δεν του έκανε τη χάρη, και το κέρδισε μόνο όταν του το έδωσε ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη ο Αλέξης Τσίπρας. Για όσο τον χρειαζόταν όμως.

  

Η χρησιμότητά του τώρα έχει τελειώσει και ο πρωθυπουργός δεν φημίζεται για τον συναισθηματισμό του. Αυτά που τέσσερα χρόνια έλεγαν μαζί για τους κοινούς πολιτικούς τους αντιπάλους τώρα ο Καμμένος θα τα ακούει για τον ίδιο.

 

Ήδη, πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που ως τώρα ισχυρίζονταν, όπως και ο αρχηγός τους, ότι ο Πάνος Καμμένος είναι ένας «έντιμος κεντροδεξιός», αρχίζουν να τον χαρακτηρίζουν εθνικιστή και ακραίο, ενώ ο ίδιος ο Τσίπρας, σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν στη Βουλή, τον κατηγόρησε, μέσα από ανταλλαγή γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων, ότι ρίχνει γέφυρες με τη Νέα Δημοκρατία.


Μια άλλη αποκάλυψη στην οποία προέβη ο Πάνος Καμμένος και η οποία δεν έχει διαψευστεί ούτε φωτιστεί περαιτέρω, παρά τη σοβαρότητά της, είναι ότι ο πρώην βουλευτής των ΑΝ.ΕΛ. (που ανεξαρτητοποιήθηκε) Νίκος Νικολόπουλος διαθέτει sites τα οποία χρηματοδοτούνται μέσω κρατικής διαφήμισης και τη μεσολάβηση του υπουργού Νίκου Παππά.

 

 


Ο Πάνος Καμμένος, μέσα στην απελπισία του να μη χάσει την κοινοβουλευτική του ομάδα, απευθύνθηκε σε αυτούς που έφυγαν, είτε για να επιστρέψουν οι ίδιοι στο κόμμα είτε για να του επιστρέψουν την έδρα τους.

 

Όταν βρήκε τοίχο (και) από τον Νίκο Νικολόπουλο, του έστειλε μήνυμα με sms ότι θα βγάλει (στη δημοσιότητα) τα sites του με τις κρατικές διαφημίσεις και τα «άλλα με τον Παππά». Ο Ν. Νικολόπουλος τον κατηγόρησε ότι αυτό ήταν εκβιασμός και ότι θα απευθυνόταν στη Δικαιοσύνη, με τον Καμμένο να του απαντά ότι «τώρα εξηγούνται όλα», δίνοντας τα μηνύματα στη δημοσιότητα.


Το Μέγαρο Μαξίμου για την ώρα έχει αποφασίσει να κρατήσει χαμηλούς τόνους απέναντι σε όσα λέει ο Πάνος Καμμένος και η γραμμή είναι να του συμπεριφέρονται σαν τρολ και να «μην τον ταΐζουν».


Μερικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, που δεν τον συμπαθούν και ζορίστηκαν πολύ όσο είχε την προστασία του Αλέξη Τσίπρα, δύσκολα θα κρατηθούν.

 

Πολλοί αναρωτήθηκαν για ποιον λόγο ο Αλέξης Τσίπρας θέλησε να είναι μόνος (ενώ κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται) με τον Τούρκο Πρόεδρο, χωρίς κανέναν διπλωμάτη, κάποιο αρμόδιο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, τη στιγμή που δεν γνωρίζει καν σε βάθος τον φάκελο των ελληνοτουρκικών. Φωτο: Eurokinissi
Πολλοί αναρωτήθηκαν για ποιον λόγο ο Αλέξης Τσίπρας θέλησε να είναι μόνος (ενώ κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται) με τον Τούρκο Πρόεδρο, χωρίς κανέναν διπλωμάτη, κάποιο αρμόδιο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, τη στιγμή που δεν γνωρίζει καν σε βάθος τον φάκελο των ελληνοτουρκικών. Φωτο: Eurokinissi

 

Το πιο σημαντικό γεγονός των ημερών, ωστόσο, για το οποίο δεν είχαμε ενημέρωση επί της ουσίας, ήταν η συνάντηση Τσίπρα - Ερντογάν.

 

Αρκετές μέρες μετά την επίσκεψη στην Τουρκία, δεν έχει γίνει σαφής ούτε ο λόγος της συνάντησης αυτής ούτε το αποτέλεσμα, πλην κάποιων γενικών ανακοινώσεων περί επανέναρξης της συζήτησης των «μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης» και κάποιων δευτερευόντων ζητημάτων που δεν χρειαζόταν να συζητηθούν σε επίπεδο αρχηγών.


Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της επίσκεψης αυτής ήταν ότι η συνάντηση Ερντογάν - Τσίπρα διήρκεσε 2,5 ώρες, χωρίς να είναι κανένας υπηρεσιακός παράγοντας παρών.

 

Πολλοί αναρωτήθηκαν για ποιον λόγο ο Αλέξης Τσίπρας θέλησε να είναι μόνος (ενώ κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται) με τον Τούρκο Πρόεδρο, χωρίς κανέναν διπλωμάτη, κάποιο αρμόδιο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, τη στιγμή που δεν γνωρίζει καν σε βάθος τον φάκελο των ελληνοτουρκικών.

 

Οι υπηρεσιακοί παράγοντες, πέρα από το ότι θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον γλιτώσουν από κάποια πιθανή γκάφα, αποτελούν και τη λεγόμενη «θεσμική μνήμη» και η παρουσία τους αυτονόητα διασφαλίζει κάποιες εγγυήσεις.


Όπως αναφέρουν Έλληνες διπλωμάτες, είναι αρκετά ασυνήθιστο τέτοιες συναντήσεις να γίνονται χωρίς την παρουσία υπηρεσιακών και αυτό συνιστά επικίνδυνη διπλωματία. Ειδικά όταν είναι γνωστό ότι επιδίωξη του Ταγίπ Ερντογάν είναι να ανοίγει πάντα όλη την ατζέντα, επιχειρώντας να αντιμετωπιστούν ως διμερή θέματα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει ως διεθνή, κατά την πάγια τακτική της.

 

Όπως, για παράδειγμα, το άνοιγμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, για το οποίο πιέζουν την Τουρκία οι ΗΠΑ και η Δύση (στο πλαίσιο της επιδίωξης περιορισμού της Ρωσικής Εκκλησίας) και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπει σε παζάρι με το θέμα των μουφτήδων, όπως επιχειρεί ο Ερντογάν.


Για ποιον λόγο, λοιπόν, ο Τσίπρας θέλησε να διαπραγματευτεί μόνος, χωρίς να έχει μαζί του παρόντα κανέναν από τους αρμόδιους για τα ελληνοτουρκικά; Καμία απάντηση δεν έχει δοθεί και μία εβδομάδα μετά κανείς δεν γνωρίζει τι πραγματικά συζήτησε ο πρωθυπουργός με τον Ερντογάν, καθώς δεν έχει ενημερώσει κανέναν, ως όφειλε.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO