Σήμερα αναμένεται να ακούσει ο ιδρυτής των WikiLeaks, Τζούλιαν Ασάνζ, την απόφαση δικαστή του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την έκδοσή του στις ΗΠΑ.

 

Ο Ασάνζ θα μάθει εάν η Βρετανίδα δικαστής, Vanessa Baraitser, έχει εγκρίνει την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αντιμετωπίσει κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της κατασκοπείας για την έκδοση μυστικών στρατιωτικών εγγράφων των ΗΠΑ.

 

Οι αμερικανικές αρχές κατηγορούν τον 49χρονο Ασάνζ (με 18 συνολικά κατηγορίες) ότι συνωμοτούσε για να χακάρει κυβερνητικούς υπολογιστές και ότι παραβίασε νόμο περί απορρήτου στη δημοσιοποίηση στρατιωτικών και διπλωματικών αρχείων πριν από μια δεκαετία.

 

Εάν εκδοθεί και στη συνέχεια κριθεί ένοχος για κατασκοπεία, ο Ασάνζ θα μπορούσε να πάει στη φυλακή για 30 έως 40 χρόνια, λένε οι δικηγόροι του, αν και οι εισαγγελείς ισχυρίζονται ότι δεν θα αντιμετωπίσει ποινή μεγαλύτερη από 63 μήνες.

 

Όποιος χάσει την απόφαση της Δευτέρας είναι πιθανό να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου και η υπόθεση στη συνέχεια θα μπορούσε να φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, καθυστερώντας περαιτέρω το τελικό αποτέλεσμα.

 

Οι εισαγγελείς των ΗΠΑ και οι αξιωματούχοι ασφαλείας βλέπουν τον Ασάνζ, ως έναν απερίσκεπτο και επικίνδυνο εχθρό του κράτους του οποίου οι ενέργειες θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή των πρακτόρων, τα ονόματα των οποίων βρίσκονται στα αρχεία του ιδρυτή των WikiLeaks.

 

Οι υποστηρικτές του, τον θεωρούν ήρωα κατά του κατεστημένου που έχει πέσει θύμα επειδή εξέθεσε τις αδικίες των ΗΠΑ σε πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και λένε ότι η δίωξή του αποτελεί επίθεση στη δημοσιογραφία και την ελευθερία του λόγου.

 

Η νομική ομάδα του Ασάνζ δήλωσε στην κλειστή γραπτή κατάθεσή της στην δικαστή Vanessa Baraitser ότι η δίωξη είχε πολιτικά κίνητρα «κατά τη διάρκεια μιας μοναδικής περιόδου στην ιστορία των ΗΠΑ υπό τη διοίκηση του Τραμπ».

 

Η νομική ομάδα που εκπροσωπεί τις Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβήτησε αυτόν τον ισχυρισμό, λέγοντας ότι οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς των ΗΠΑ απαγορεύεται να εξετάσουν την πολιτική γνώμη κατά τη λήψη των αποφάσεών τους.

 

Με πληροφορίες του Reuters