Από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, μόνο δύο άτομα έχουν εκτελεστεί κατόπιν καταδικαστικών αποφάσεων που επέβαλλαν τη θανατική ποινή. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα το 1948, όταν ο Meir Tobianski, αξιωματικός του στρατού, κατηγορήθηκε ψευδώς για κατασκοπεία και εκτελέστηκε για προδοσία — μεταθανάτια, η μνήμη του αποκαταστάθηκε πλήρως. Η δεύτερη περίπτωση ήταν το 1962, όταν το Ισραήλ εκτέλεσε τον ‘Αντολφ Άϊχμαν, ηγετικό στέλεχος του Ναζιστικού Κόμματος της Γερμανίας, μετά από μια μακρά δίκη στην Ιερουσαλήμ.
Σύμφωνα με τη διατύπωση του νομοσχεδίου, σκοπός του νέου νόμου είναι η «θέσπιση της θανατικής ποινής για τρομοκράτες που διέπραξαν δολοφονικές τρομοκρατικές επιθέσεις, στο πλαίσιο του αγώνα κατά της τρομοκρατίας». Ορίζει επιπλέον ότι «όποιος προκαλεί σκόπιμα τον θάνατο άλλου με σκοπό να πλήξει πολίτη ή κάτοικο του Ισραήλ, με την πρόθεση να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Κράτους του Ισραήλ — η ποινή του θα είναι ο θάνατος ή η ισόβια κάθειρξη, και αποκλειστικά μία από αυτές τις δύο».
Ο νόμος προβλέπει δύο διαφορετικές οδούς δικαιοδοσίας, αναφορικά με τις δίκες σε ποινικά δικαστήρια εντός του Ισραήλ και σε στρατιωτικά δικαστήρια στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Τα τελευταία τελούν υπό ισραηλινή στρατιωτική διοίκηση και δικάζουν αποκλειστικά Παλαιστίνιους που διαβιούν εκεί υπό στρατιωτικό νόμο.
Οι Παλαιστίνιοι στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη που καταδικάζονται για τρομοκρατία σε στρατιωτικά δικαστήρια, θα αντιμετωπίζουν πλέον υποχρεωτική θανατική ποινή ή, κατά τη διατύπωση του νομοσχεδίου: «...η ποινή του θα είναι ο θάνατος, και μόνον αυτή η ποινή».
Μόνο εάν το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν «ειδικοί λόγοι», μπορεί να μετατρέψει τη θανατική ποινή σε ισόβια κάθειρξη — μια πρόβλεψη που αποτελεί ανατροπή της de facto συνήθους πρακτικής στα στρατιωτικά δικαστήρια σήμερα. Επιπλέον, με τον νέο νόμο δεν απαιτείται πλέον ομοφωνία των δικαστών· αρκεί η απλή πλειοψηφία, ενώ οι δυνατότητες άσκησης έφεσης είναι εξαιρετικά περιορισμένες.
Ποιοι προώθησαν τη νέα νομοθεσία;
Το νομοσχέδιο υποστηρίχθηκε στην Κνεσέτ από βουλευτές του ακροδεξιού κόμματος «Εβραϊκή Ισχύς» (Otzma Yehudit), με τη στήριξη μελών του κόμματος Likud του Νετανιάχου και του συντηρητικού κόμματος Yisrael Beitenu.
Ο Itamar Ben-Gvir, επικεφαλής της «Εβραϊκής Ισχύος» και Υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, ήταν μία από τις κύριες φωνές που ζητούσαν την επαναφορά της θανατικής ποινής. Μετέτρεψε το ζήτημα σε μια λαϊκιστική προεκλογική εκστρατεία, φορώντας μάλιστα κατά τη διάρκειά της μια χρυσή καρφίτσα στο πέτο σε σχήμα αγχόνης.
Ορισμένοι επικριτές συνδέουν την πίεση για την έγκριση του νόμου με τις επικείμενες εκλογές στο Ισραήλ αργότερα φέτος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Ben-Gvir στο Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως οι «Γιατροί για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», έχουν αναφέρει κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών κακοποίησης και βασανιστηρίων στις ισραηλινές φυλακές και στα στρατιωτικά κέντρα κράτησης.
Σύμφωνα με την ισραηλινή ΜΚΟ HaMoked, τουλάχιστον 94 Παλαιστίνιοι (κρατούμενοι για λόγους ασφαλείας και φυλακισμένοι) πέθαναν σε ισραηλινές φυλακές ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις κράτησης από την έναρξη του πολέμου έως τον Αύγουστο του 2025.
Αντιδράσεις στη θανατική ποινή
Η κριτική κατά του νομοσχεδίου προήλθε από διάφορα επίπεδα στο Ισραήλ και στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Ανάμεσα σε όσους αντιτάχθηκαν πριν από την ψήφισή του περιλαμβάνονταν βουλευτές της ισραηλινής αντιπολίτευσης, αξιωματούχοι ασφαλείας, ραβίνοι, γιατροί, καθώς και ισραηλινές και παλαιστινιακές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η δικηγόρος Sahar Francis, με έδρα τη Ραμάλα, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «εξαιρετικά επικίνδυνο». «Αυτός ο νόμος αντανακλά το φασιστικό κράτος στο οποίο μετατρέπεται το Ισραήλ, καθώς πρόκειται για έναν νόμο που εισάγει έντονες διακρίσεις», δήλωσε στο DW πριν την ψήφιση, εξηγώντας ότι ο νόμος θα εφαρμόζεται de facto μόνο σε Παλαιστίνιους. Επισήμανε επίσης ότι, βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, «το Ισραήλ δεν έχει κανένα δικαίωμα να εφαρμόζει τη θανατική ποινή σε πληθυσμό υπό κατοχή στα κατεχόμενα εδάφη».
Ο ισραηλινός βουλευτής της αντιπολίτευσης Gilad Kariv (Εργατικοί) δήλωσε ότι «η κυβέρνηση και ο συνασπισμός υποτάχθηκαν σε μια άθλια, ωμή, ανήθικη και παράλογη —από πλευράς ασφαλείας— προεκλογική εκστρατεία του Itamar Ben-Gvir», προειδοποιώντας παράλληλα για τις πιθανές συνέπειες στους Ισραηλινούς ομήρους.
Η διευθύντρια της B'Tselem, Yuli Novak, ανέφερε ότι «το Ισραήλ αγγίζει ένα νέο ναδίρ στην απανθρωποποίηση των Παλαιστινίων, θεσμοθετώντας τη σκληρή μεταχείρισή τους στον κρατικό νόμο».
Ήδη από τον Φεβρουάριο, αρκετοί ειδικοί του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ κάλεσαν το Ισραήλ να αποσύρει το νομοσχέδιο, τονίζοντας ότι παραβιάζει το δικαίωμα στη ζωή και εισάγει διακρίσεις εις βάρος των Παλαιστινίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτήρισε επίσης το νομοσχέδιο «βαθιά ανησυχητικό», υπογραμμίζοντας ότι «η ΕΕ αντιτίθεται στη θανατική ποινή σε κάθε περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες».
Με στοιχεία από το Euronews