Η Βραζιλία είναι από τις πιο επικίνδυνες χώρες για τα transgender άτομα και η πανδημία έχει εντείνει τον κίνδυνο για τις εργάτριες και τους εργάτες του σεξ στη χώρα. 

 

Τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης έχουν «εξαφανίσει» τον κόσμο από τους δρόμους στο κέντρο του Ρίο Ντε Τζανέιρο, και αρκετές εργάτριες του σεξ εκφράζουν την ανησυχία τους καθώς ο φόβος της νόσου Covid-19, κρατά τους πελάτες μακριά από τις υπηρεσίες τους, απειλώντας την επιβίωσή τους. 

 

«Είναι προφανές: άδειοι δρόμοι, κλειστά καταστήματα, οικονομία σε κατάρρευση», σχολιάζει η 44χρονη Elba Tavares που δεν είναι είναι πια «υπερδραστήρια» όπως λέει, παρατηρώντας ότι πλέον οι πελάτες είναι ελάχιστοι. Η ζωή για τα τρανς άτομα δεν είναι εύκολη στους δρόμους της Βραζιλίας και η προκατάληψη στην περίοδο της πανδημίας απλώς χειροτερεύει την κατάσταση. 

 

«Μόνο οι δυνατοί επιβιώνουν και εγώ δεν είμαι μία από τις δυνατές. Είμαι από τις πιο αδύναμες», προσθέτει. «Και ακόμα πιο αδύναμη επειδή είμαι φτωχή και τρανς. Ακόμα και αν είχα κάτι στην άκρη, θα αντιμετώπιζα τις ίδιες ρατσιστικές διακρίσεις». 

 

Φιλοξενούμενοι και φιλοξενούμενες στο ΛΟΑΤΚΙ καταφύγιο Casa Nem (Φωτογραφία Ian Cheibub)
Φιλοξενούμενοι και φιλοξενούμενες στο ΛΟΑΤΚΙ καταφύγιο Casa Nem (Φωτογραφία Ian Cheibub)

 

Αν και η Βραζιλία διαθέτει μερικά από τα πιο ισχυρά κινήματα τρανς ατόμων, παραμένει ταυτόχρονα μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες, αφού τα ποσοστά δολοφονιών με θύματα transgenders είναι τα υψηλότερα σε όλο τον πλανήτη. 

 

Η Elba προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις επιπλέον προκλήσεις της πανδημίας όσο καλύτερα γίνεται. «Πώς επιβιώνω; Μπορείτε να δείτε. Λαμβάνω κάτι ελάχιστο από την κυβέρνηση που δεν είναι αρκετό. Μερικές φορές περνώ από ένα σπίτι φίλων. Είναι μία ημι-αναπτυγμένη χώρα. Τα πιο ανεπτυγμένα πράγματα εδώ είναι το έγκλημα και η διαφθορά, και είναι πολύ ανεπτυγμένα». 

 

Η Tavares ζει στο Ρίο τα τελευταία 20 χρόνια και όπως λέει συχνά οι πελάτες της είναι παντρεμένοι άνδρες «που χρειάζονται μία δόση για να πάρουν κουράγιο». 

 

«Συνήθιζα να παίρνω τις φούστες της μητέρας μου και να τις φορώ στο κεφάλι μου σαν κόμη. Έκανα παρέα με κορίτσια», θυμάται. «Φορούσα μέικ από τότε που ήμουν παιδί και αργότερα άρχισα να παίρνω ορμόνες στα κρυφά, δημιουργώντας μια θηλυκή φιγούρα». Στην εφηβεία της, η Elba ξεκίνησε ως εργάτρια του σεξ, σε σημεία που συγκεντρώνονταν και άλλες transgender κάθε νύχτα. «Ο αδερφός μου ήταν πολύ επιθετικός. Ο πατέρας μου το ίδιο». Το 1999 έφυγε με έναν φίλο για το Σάο Πάολο, 1.000 μίλια νότια. Το 2000 μετακόμισε στο Ρίο όπου ζει έκτοτε.

 

H Elba Tavares (Φωτογραφία Ian Cheibub)
H Elba Tavares (Φωτογραφία Ian Cheibub)

 

Η Stefany Gonçalves, 26 ετών από το Espírito Santo στη νοτιοανατολική Βραζιλία, επίσης transgender εργάτρια του σεξ, συμφωνεί πως η ζωή έχει δυσκολέψει πολύ από τότε που ο κορωνοϊός έκανε την εμφάνισή του στο Ρίο. «Είναι πραγματικά δύσκολα γιατί δεν είναι σχεδόν κανείς στον δρόμο. Εργάζομαι ως εκδιδόμενη και αυτό που συμβαίνει είναι φρικτό. Ακόμα βγαίνω και συνεχίζω να κάνω σεξ γιατί αν δεν το κάνω θα πεθάνω της πείνας». 

 

«Δεν έκανα ποτέ κάποια άλλη δουλειά. Είναι το μόνο πράγμα που είχα», λέει, δοξολογώντας τον Θεό στον οποίο πιστεύει για τους ανθρώπους που την βοηθούν. «Έχω προσφορές φαγητού. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν λίγα πράγματα», προσθέτει, υπολογίζοντας και στην έκτακτη ενίσχυση των περίπου 100 δολαρίων από την κυβέρνηση - μία από τις συνολικά τρεις που θα λάβει.

 

«Ήταν δύσκολα για εμάς από πριν, και είναι ακόμα περισσότερο τώρα. Ανήκω στις ομάδες υψηλού κινδύνου και μένω περισσότερο στο σπίτι πια».

 

Μία από τις transgender που ζει στο καταφύγιο Casa Nem (Φωτογραφία Ian Cheibub)
Μία από τις transgender που ζει στο καταφύγιο Casa Nem (Φωτογραφία Ian Cheibub)

 

Το Casa Nem είναι ένα καταφύγιο της κοινότητας LGBTIQA+ στην γειτονιά της Κοπακαμπάνα, που φροντίζει για διανομή φαγητού σε trans άτομα και άλλους φτωχούς της περιοχής. Το καταφύγιο συνεργάζεται και με την ομάδα Capacitrans φτιάχνοντας μάσκες για όσες transgender εργάζονται από το σπίτι. 

 

Η Indianare Siqueira ήταν εκείνη που ίδρυσε το καταφύγιο και επιβίωσε της επιδημίας AIDS το 1980. Όπως λέει ήταν μία εποχή που πολλοί Βραζιλιάνοι γύρισαν την πλάτη τους στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Όμως η νόσος Covid-19 τους επηρεάζει όλους και όλοι είναι σε κίνδυνο. 

 

Η ακτιβίστρια Indianare Siqueira φεύγει από το καταφύγιο για να μοιράσει φαγητό (Φωτογραφία Ian Cheibub)
Η ακτιβίστρια Indianare Siqueira φεύγει από το καταφύγιο για να μοιράσει φαγητό (Φωτογραφία Ian Cheibub)

 

Στις 13 Μαρτίου, και καθώς ο κορωνοϊός εξαπλωνόταν στην Ευρώπη η ίδια έθεσε το καταφύγιο σε lockdown. «Είχα την εμπειρία του AIDS και ήξερα πως αυτό το πράγμα μπορούσε να έρθει και στην Βραζιλία». Ορίστηκε ένας ξεχωριστός όροφος καραντίνας για όσα άτομα αναζητούν βοήθεια μετά από εκείνη την ημερομηνία, όπως ο 20χρονος Caíque Gomes που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προκατάληψη και το σπίτι των γονιών του. 

 

Οι δικοί αντιδρούσαν στο γεγονός ότι είναι ομοφυλόφιλος και ντύνεται όπως θέλει. «Εδώ είδα ότι είναι πολύ διαφορετικά. Μπορούμε να είμαστε αυτοί που θέλουμε να είμαστε. Ελεύθεροι». 

 

Η ακτιβίστρια Siqueira εκτιμά ότι η βία και οι επιθέσεις κατά των τρανς ατόμων έχουν αυξηθεί από τότε που ανέβηκε στην εξουσία ο δεξιός πρόεδρος Ζαΐχ Μπολσονάρο, που είναι διαβόητος για τα ομοφοβικά του σχόλια. «Αυτή η απομόνωση που βιώνει η κοινωνία, είναι αυτό που άνθρωποι ΛΟΑΤΚΙ και ειδικά οι transgenders ζουν μια ζωή. Ελπίζω οι άνθρωποι να διδαχτούν από αυτό». 

 

Ο Caíque Gomes στον όροφο της καραντίνας, νιώθει πιο ασφαλής από ότι στο σπίτι των γονιών του (Φωτογραφία Ian Cheibub)
Ο Caíque Gomes στον όροφο της καραντίνας, νιώθει πιο ασφαλής από ότι στο σπίτι των γονιών του (Φωτογραφία Ian Cheibub)