Ποιος: Τζορτζ Σόρος (πραγματικό όνομα Γκιόργκι Σβαρτς), μεγιστάνας ουγγροεβραϊκής καταγωγής με περιουσία άνω των 8 δισ. δολαρίων, πρόεδρος του Soros Fund Management και του Open Society Foundation. Διάσημος για τις επενδυτικές και χρηματιστηριακές του επιδόσεις, τις κερδοσκοπικές ικανότητες αλλά και τις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες, έχει επίσης επιδείξει δικαιωματικές ευαισθησίες ενώ προβαίνει κατά καιρούς σε αιχμηρές δημόσιες παρεμβάσεις. Τυγχάνει, επιπλέον, προσφιλής στόχος των απανταχού συνωμοσιολόγων, κάτι που μάλλον τον διασκεδάζει.


Πού: Στο αριστοκρατικό θέρετρο Bedford Hills στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, έδρα και «στρατηγείο» του τις τελευταίες δεκαετίες. Έζησε παλιότερα επί μακρόν στο Λονδίνο, όπου μετανάστευσε από τη Βουδαπέστη το 1947, έχοντας επιβιώσει από το φιλοχιτλερικό καθεστώς του Χόρτι και τους ναζί που εντέλει προσάρτησαν την Ουγγαρία εκτοπίζοντας ή δολοφονώντας εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους πολίτες.


Γιατί: Διότι με χτεσινό του άρθρο γνώμης στους Financial Times επιτίθεται ξανά στον Μαρκ Ζούκερμπεργκ ζητώντας την απομάκρυνση από τον έλεγχο του Facebook τόσο εκείνου όσο και της «υπαρχηγού» του Σέριλ Σάντμπεργκ, υποστηρίζοντας ότι ο «Ζούκι» έχει προβεί σε μυστική συμφωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ ώστε να υποστηρίξει την επανεκλογή του στην αμερικανική προεδρία, κάτι που είχε λέει κάνει και το '16. Ζήτησε να επιβληθούν άμεσα κανόνες στις πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων και να μην αναρτώνται πολιτικές διαφημίσεις στο fb τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Είχε προηγηθεί ανάλογο άρθρο του αρχές του μήνα στους New York Times – ο Σόρος έχει επανειλημμένα επικρίνει το Facebook (που κατηγορεί επιπλέον ότι φιλοξενεί καμπάνιες εναντίον του με τη συναίνεση των ιθυνόντων του) και γενικότερα τα social media.


Διά ταύτα: Δεδομένου ότι κανείς δεν πλούτισε εντελώς τίμια, ο «γερόλυκος» Τζορτζ δεν υπήρξε, πιθανότατα, η επιτομή της ηθικής ακεραιότητας, ούτε είναι φυσικά κανένας αριστερός ριζοσπάστης. Διακατέχεται, εντούτοις, από πεποιθήσεις φιλελεύθερες και όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, ενώ τα σκληρά παιδικά του βιώματα τον έκαναν ευαίσθητο σε θέματα διακρίσεων. Είναι ταυτόχρονα σε μια κοινωνική θέση και σε μια ηλικία που μπορεί να είναι όσο ευθύς, ειλικρινής ή κυνικός επιθυμεί, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Όταν τον χαρακτήριζαν ανάλγητο κερδοσκόπο επειδή το 1992 στοιχημάτισε κατά του βρετανικού νομίσματος κερδίζοντας κάπου 1 δισ. αγγλικές λίρες «γονατίζοντας» το Χρηματιστήριο του Λονδίνου και την Τράπεζα της Αγγλίας, υποστήριξε ότι ήθελε απλώς να δείξει πόσο ευάλωτο στις κερδοσκοπικές επιθέσεις είναι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που το ίδιο του έδωσε. Τάσσεται υπέρ της οικονομικής ευελιξίας αλλά κατά του «φονταμενταλισμού των αγορών». Είχε παρέμβει και στην ελληνική κρίση «δείχνοντας» την Κομισιόν και τη Γερμανία ως κύριες υπεύθυνες, τάχθηκε επίσης πέρσι υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Υποστηρίζει τους Δημοκρατικούς τους οποίους χρηματοδοτεί κιόλας, δεν φαίνεται πάντως να επηρεάζει την αμερικανική πολιτική σκηνή περισσότερο από άλλους χορηγούς κομμάτων. Δεν αποδεικνύεται πουθενά ότι ηγείται κάποιας παγκόσμιας σιωνιστικής πλεκτάνης, δεν σκοπεύει να ισλαμοποιήσει την Ευρώπη ούτε να «λατινοποιήσει» τις ΗΠΑ, όπως διατείνονται οι συνωμοσιολόγοι. Μέσω των ιδρυμάτων του χρηματοδοτεί πρωτοβουλίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία, την υγιή επιχειρηματικότητα και τα ανεξάρτητα ΜΜΕ, έχει επίσης συνδράμει στην ανακούφιση πληγέντων από φυσικές καταστροφές, στην ανέγερση σχολείων και πανεπιστημίων, στην προάσπιση των καλών τεχνών, σε επιστημονικές έρευνες για σοβαρές παθήσεις κ.λπ. Και ενώ παραμένει δυσδιάκριτο πού σταματά ο έξυπνος μπίζνεσμαν και που ξεκινά ο κοινωνικός οραματιστής, αξίζει να δίνει κανείς βάση στα λεγόμενά του.