Από όλα τα θέματα που βρίσκονται στην καρδιά της διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων, κανένα δεν είναι τόσο ευαίσθητο όσο το καθεστώς της Ιερουσαλήμ. Η ιερή πόλη βρίσκεται στο επίκεντρο των ειρηνευτικών προσπαθειών εδώ και δεκαετίες. Η προσέγγιση του Tραμπ απειλεί να σπάσει μια μακρόχρονη διεθνή συναίνεση με έναν καταστροφικό και επικίνδυνο τρόπο.

 

Οι προειδοποιήσεις προς την Ουάσινγκτον από όλη τη Μέση Ανατολή, αλλά και άλλες χώρες δεν δείχνουν να επηρεάζουν την απόφαση που σήμερα αναμένεται να ανακοινώσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζοντας μονομερώς την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Εκτός απροόπτου, ο Τραμπ αναμένεται σε λίγες ώρες να κάνει πράξη την αμφιλεγόμενη προεκλογική του υπόσχεση και να μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ με τους διεθνείς αναλυτές να κάνουν λόγο για μια κίνηση υψηλού κινδύνου που θα οδηγήσει σε διευρυμένη κρίση.

 

Το Ισραήλ περιγράφει την Ιερουσαλήμ ως «ενωμένη και αιώνια» πρωτεύουσα με τους εβραϊκούς, μουσουλμανικούς και χριστιανικούς ιερούς τόπους. Αλλά η ιστορία της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μεγαλύτερη εικόνα της σύγκρουσης. Πριν από εβδομήντα χρόνια, στο βίαιο τέλος της βρετανικής κυριαρχίας, όταν ο ΟΗΕ ψήφισε να χωρίσει την Παλαιστίνη σε εβραϊκά και αραβικά κράτη, η Ιερουσαλήμ ορίστηκε ως ξεχωριστή οντότητα υπό διεθνή εποπτεία.

 

Όμως η ιστορία και τα γεγονότα δείχνουν πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία στην περιοχή. Στον πόλεμο του 1948 η Ιερουσαλήμ διαιρέθηκε, όπως το Βερολίνο στον ψυχρό πόλεμο, στους δυτικούς και ανατολικούς τομείς υπό τον έλεγχο του Ισραήλ και της Ιορδανίας αντιστοίχως. 19 χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1967, το Ισραήλ κατέλαβε την ανατολική πλευρά, επέκτεινε τα όρια της πόλης και την συνέδεσε - μια πράξη που ποτέ δεν αναγνωρίστηκε διεθνώς.

 

 

Η αναγνώριση συνδέεται με μεγαλύτερα ζητήματα της επικράτειας και της ειρήνης και συγκρούεται με τις παλαιστινιακές απαιτήσεις ότι η Ανατολική Ιερουσαλήμ πρέπει να είναι πρωτεύουσα ενός μελλοντικού ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Η ξεκάθαρη διεθνής άποψη, που έγινε αποδεκτή από όλες τις προηγούμενες αμερικανικές διοικήσεις, είναι ότι το καθεστώς της πόλης πρέπει να αντιμετωπιστεί στις διαπραγματεύσεις.

 

 

Οι Ιουδαίοι και οι Άραβες της Ιερουσαλήμ (περίπου το 37% του συνόλου) ζουν διαχωρισμένες ζωές. Οι δημοτικοί προϋπολογισμοί διακρίνονται εις βάρος των Παλαιστινίων, των οποίων οι άδειες παραμονής μπορούν να ανακληθούν. Το φράγμα διαχωρισμού αποκόπτει ορισμένες παλαιστινιακές περιοχές από την υπόλοιπη πόλη. Οι παλαιστινιακές συνοικίες της Ανατολικής Ιερουσαλήμ έχουν γίνει θύλακες που περιβάλλουν τους Εβραίους μετά το 1967, με μικρή επαφή μεταξύ τους.

 

Ο Saeb Erakat, ο βετεράνος διαπραγματευτής της ΟΑΠ (Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), προειδοποίησε ότι μια αλλαγή στην αμερικανική στάση θα σήμαινε ότι αποκλείει τον εαυτό της από το να διαδραματίσει κάποιο ρόλο σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίτευξη δίκαιης και διαρκούς ειρήνης. Ο βασιλιάς Αμπντουλάχ της Ιορδανίας τόνισε τον κίνδυνο ότι η κίνηση θα μπορούσε να «αξιοποιηθεί από τρομοκράτες για να προκαλέσουν οργή, απογοήτευση και απελπισία και για να εξαπλωθούν οι ιδεολογίες τους». Το ισλαμικό κίνημα της Χαμάς απείλησε μια νέα ιντιφάντα.

 

Θεωρητικά, ο Τράμπ θα μπορούσε να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Αυτό θα υπογράμμιζε τη δέσμευση των ΗΠΑ σε μια λύση δύο κρατών. Αλλά αυτό φαίνεται εξαιρετικά απίθανο, υπό το πρίσμα της εντατικοποίησης της συζήτησης και των νέων δεδομένων που θέτει στο τραπέζι ο αμερικανός προεδρος.

 

Τίποτα δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως, αλλά οι διαρροές δείχνουν τον ρόλο της Σαουδικής Αραβίας που αναγκάζει τον παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς να αποδεχθεί ένα σχέδιο ειρήνης το οποίο θα περιλαμβάνει παλαιστινιακό έλεγχο των αποσυνδεδεμένων θυλάκων στη Δυτική Όχθη και να κάνουν το προάστιο της Ανατολικής Ιερουσαλήμ Abu Dis, πέρα από το φράγμα διαχωρισμού, πρωτεύουσα. Ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, λέγεται ότι το συμφώνησε να εργαστεί ως προς αυτό με τον Σαουδάρανο πρίγκιπα, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν.

 

Ο Tραμπ φαίνεται να θεωρεί τον Μπιν Σαλμάν ως πρόσωπο αφοσιωμένο στην εσωτερική μεταρρύθμιση, την αντιπαράθεση με το Ιράν και με στόχο την εξασφάλιση της ισραηλινο-παλαιστινιακής ειρήνης. Αν η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται για την άποψη του Ριάντ, η δημόσια δήλωση της Σαουδικής Αραβίας την Τρίτη ότι αντιτίθεται στην αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή αυτής της άσκοπα προκλητικής κίνησης - τουλάχιστον προς το παρόν.

 

Ο Τραμπ αναμένεται σήμερα να διατάξει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αρχίσει προετοιμασίες για τη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Δεν θα ορίσει πάντως το χρονοδιάγραμμα, καθώς η διαδικασία αναμένεται να διαρκέσει χρόνια, αφού θα χρειαστεί να βρεθεί η κατάλληλη τοποθεσία, χρηματοδότηση για το έργο και να ανεγερθούν οι εγκαταστάσεις, κατά τις πηγές του Λευκού Οίκου. «Ο Πρόεδρος εφαρμόζει μια κεντρική δέσμευση της προεκλογικής του εκστρατείας, μια υπόσχεση που είχε γίνει από πολλούς υποψήφιους στις προεδρικές εκλογές», αναφέρει αμερικανός αξιωματούχος.

 

Για να υποστηρίξει το σκεπτικό του Τραμπ, ο αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η καθυστέρηση της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ τις τελευταίες δύο δεκαετίες «δεν συνέβαλε σε τίποτε» ως προς τις προσπάθειες «να καταλήξουμε σε μια συμφωνία ειρήνης». Μολονότι ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, που επαίρεται συχνά για το ταλέντο του ως «διαπραγματευτής», παραμένει αποφασισμένος να συνεχίσει τις προσπάθειες για να υπάρξει μια συμφωνία ειρήνης μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστίνιων, που θα είναι «διαρκής», η εξίσωση μοιάζει πλέον επίφοβα περίπλοκη.