Μισή Ελληνίδα, μισή Αφρικανή, μεγαλωμένη στα Σεπόλια από ανάδοχη οικογένεια μαζί με τον αδελφό της Κώστα, η Νίκη πέρασε από πολλά κύματα μέχρι να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της και τη διαφορετικότητά της, να βρει τη δύναμη να αψηφήσει διακρίσεις, ρατσιστικές συμπεριφορές και αυτοενοχοποιήσεις.

 

Ακόμα και όταν βρέθηκε στον χώρο του θεάματος χρειάστηκε να αναμετρηθεί με στερεότυπα και προκαταλήψεις, υπέστη σεξουαλική παρενόχληση, κάτι στο οποίο, αν επαναληφθεί, δηλώνει ευθαρσώς ότι δεν θα επιδείξει «καμία ανοχή», ειδικά εφόσον πρόκειται για συμπεριφορές που ταλαιπώρησαν πολύ τη δική της ειδικά γενιά, καθώς λέει. 

 

Ώριμη γυναίκα και καλλιτέχνις σήμερα, διατηρεί τη γοητεία και τα ταλέντα της και ψάχνει κι εκείνη τον δρόμο της στο μετα-Covid τοπίο, προσπαθώντας να εξελίσσει διαρκώς την τεχνική αλλά και τις γνώσεις της, άλλοτε με διαλογισμό, άλλοτε με διαβάσματα και άλλοτε καταγινόμενη με τη συγγραφή ως μια άλλη μορφή ψυχοθεραπείας.

 

Συναντηθήκαμε στη Βικτώρια και μιλήσαμε ώρα πολλή για τη ζωή, τις μνήμες, τα βιώματα, τις αναποδιές και τις χαρές της, διέκρινα δε απέναντί μου έναν άνθρωπο ανήσυχο αλλά κατασταλαγμένο, ευαίσθητο αλλά δυνατό, συνειδητοποιημένο, συνετό και ρεαλιστή επίσης, που όμως δεν κάνει εκπτώσεις σε όνειρα και προσδοκίες, ούτε και στο χιούμορ του.

 

Δεν θα δείξω πλέον καμία ανοχή σε προσβλητικές συμπεριφορές, γιατί ειδικά η δική μου η γενιά τις υπέστη κατά κόρον. Και όχι, ούτε σε κάποιο μεγάλο ταλέντο δικαιολογούνται, αλλιώς να συμφωνήσουμε μ’ εκείνον τον πολιτικό που, αναφερόμενος στο νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια, έλεγε αφελώς ότι «ένας κακός σύζυγος μπορεί να είναι καλός γονέας».

 

— Κάτοικος Αγίου Μελετίου και γέννημα-θρέμμα Σεπολιώτισσα λοιπόν.

Ναι, εδώ ζω αφότου ήρθα, μωρό, στην Ελλάδα. Αλλάξαμε έκτοτε διάφορα σπίτια, αλλά πάντα στην ίδια γειτονιά, η οποία έχει βγάλει αρκετούς καλλιτέχνες και γενικότερα επώνυμους. Ανάμεσά τους, φυσικά, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, ο οποίος έκανε παγκοσμίως διάσημη μια αθηναϊκή γειτονιά παλιά μεν, την ύπαρξή της οποίας όμως αγνοούσαν πολλοί κάτοικοι του Λεκανοπεδίου. Μεγάλες δόξες τα Σεπόλια! Ήμασταν, μάλιστα, αρκετά ήσυχα μέχρι πρόσφατα, τώρα τελευταία άρχισαν να σημειώνονται κι εδώ περιστατικά βίας, που ελπίζω να μην έχουν συνέχεια.

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Μακάρι η επιτυχία του Γιάννη Αντετοκούνμπο να γίνει αφορμή ώστε να ανοίξουν αποτελεσματικές συζητήσεις για το ζήτημα της παραχώρησης ιθαγένειας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Τώρα που ο Γιάννης κατέκτησε τον τίτλο στο NBA με τους Bucks ένιωσες καθόλου περήφανη για το ήμισυ της καταγωγής σου;

Κοίταξε, ναι, με συγκινεί οπωσδήποτε το γεγονός ότι ένα φτωχό παιδί μεταναστών που πέρασε τόσες δυσκολίες κατάφερε να φτάσει τόσο ψηλά και το παράδειγμα που δίνει είναι λαμπρό, όμως θα προτιμούσα να μην πανηγυρίζουμε για την εξαίρεση στον κανόνα αλλά να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες που ευκαιρίες διάκρισης να δίνονται εξαρχής στον καθέναν που ζει στη χώρα αυτή, Έλληνα ή ξένο, ανεξάρτητα από καταγωγή, εισόδημα και κοινωνική τάξη.

 

Μακάρι, δε, η επιτυχία αυτή να γίνει αφορμή ώστε να ανοίξουν αποτελεσματικές συζητήσεις για το ζήτημα της παραχώρησης ιθαγένειας. 

 

— Νομίζω ότι κι εσύ, μολονότι από Έλληνα πατέρα και Ελληνίδα πολίτης, εξαρχής έχεις μιλήσει για ρατσισμό και διακρίσεις που έχεις βιώσει επειδή έχεις διαφορετικό χρώμα δέρματος. 

Ναι, διότι ναι μεν είμαι Ελληνίδα, αλλά, ούσα μια μιγάδα μέσα σε λευκούς, ξεχωρίζω σαν τη μύγα μες στο γάλα, πώς να το κάνουμε! Ακούω, ξέρεις, τόσο συχνά χαρακτηρισμούς τύπου αραπίνα, έγχρωμη, μαύρη κ.λπ., που από τη μια λέω δεν με αφορά, από την άλλη αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να χαρακτηρίσεις κάποιον κάπως κρίνοντας από τη φυλή, την εθνικότητα ή το τάδε εξωτερικό του γνώρισμα.

 

— Νομίζω κιόλας ότι συχνά οι μιγάδες νιώθουν ότι δεν χωρούν πουθενά, καμία κοινότητα δεν τους θεωρεί ακριβώς «δικούς» της.

Ναι, ισχύει αυτό. Εγώ π.χ. νιώθω σαφώς Ελληνίδα, έχοντας όμως έντονο και το μαύρο στοιχείο από τη μεριά της μητέρας μου, δεν ήξερα, ειδικά νεότερη, πού ανήκω τελικά, καθώς ούτε ακριβώς λευκή είμαι ούτε όμως και ακριβώς μαύρη. Έτσι, αφενός βίωνα τον θαυμασμό για το διαφορετικό, αφετέρου τον φόβο. Είχα, λοιπόν, για πολλά χρόνια μια άρνηση να δεχτώ το αφρικανικό κομμάτι της καταγωγής μου, κάτι που τελικά ξεπέρασα μέσω της ψυχοθεραπείας, στη διάρκεια της οποίας μού βγήκαν πολλά πράγματα.

 

Η κυτταρική μνήμη είναι, ξέρεις, πολύ δυνατό πράγμα. Έβλεπα από μικρή και για πολλά χρόνια ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο ότι κάτι χρωστάω κάπου, όχι όμως χρήματα, και ότι έρχονταν Γερμανοί στρατιωτικοί και μου έκοβαν το χέρι, οπότε και ξυπνούσα. Μου ήταν ακατανόητο, θεωρούσα ότι ήταν πιθανό να έχω επηρεαστεί από πολεμικές ταινίες εποχής που είχα δει στην τηλεόραση, ώσπου ανακάλυψα ότι στο Κονγκό αυτή ήταν μια πρακτική που εφάρμοζαν μαζικά τον δέκατο ένατο αιώνα οι Βέλγοι του Λεοπόλδου Β’ στους ιθαγενείς που είτε ήταν «ανυπάκουοι» είτε δεν τους έφερναν αρκετό καουτσούκ από τις τεράστιες φυτείες όπου δούλευαν ως σκλάβοι. Απλώς είχα κάνει τους Βέλγους στρατιώτες Γερμανούς, επειδή μου ήταν πιο «οικεία» εικόνα. Ε, το παράδοξο αυτό όνειρο μόνο ως προγονικές μνήμες καταγραμμένες στο DNA μου μπορεί να εξηγηθεί!

 

Άλλοτε, πάλι, σε αυτοσχεδιασμούς που κάνω βγαίνουν από μέσα μου φωνές που παραπέμπουν σε αφρικανικές τελετουργίες και αναρωτιέμαι πώς γίνεται, αφού δεν ξέρω καμία αφρικανική γλώσσα. Προφανώς και αυτό σχετίζεται με την κυτταρική μνήμη… Αν δεν είχα γίνει ηθοποιός, πιθανόν να μην ανακάλυπτα αυτές τις συνδέσεις κι αυτός είναι ένας παραπάνω λόγος που μου αρέσει η δουλειά αυτή.    

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Χρειάζεται να μπαίνουμε συχνότερα στη θέση του άλλου, κάτι που δοκίμαζα κι εγώ, προσπαθώντας να γίνω ηθοποιός, όμως σημασία έχει να το πράττει κανείς και στην καθημερινότητά του. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Δεν θέλησες ποτέ να «επιστρέψεις» στο Κονγκό;

Όχι, καθόλου, ούτε μου έκανε κάποια ιδιαίτερη αίσθηση η Αφρική όταν βρέθηκα εκεί το ’99 για γυρίσματα στο Ναϊρόμπι και στη Μομπάσα – έπαιζα τότε στον «Μαύρο Ωκεανό». Έπειτα το Κονγκό είναι μια χώρα σε αναταραχή πολλά χρόνια τώρα, άρα επικίνδυνη για έναν ταξιδιώτη. Πρέπει να πας οργανωμένα, και πάλι χρειάζεται προσοχή.

 

Όταν έκανα ψυχοθεραπεία το είχα δει πιο ζεστά το να ανακαλύψω τη χώρα όπου γεννήθηκα, πλέον δεν το σκέφτομαι. Ίσως αργότερα, ποιος ξέρει; Προς το παρόν, θέλω να ανακαλύψω εμένα και να τακτοποιήσω κάποια πράγματα μέσα μου.     

 

— Μεγαλώσατε εσύ κι ο αδελφός σου με ανάδοχη οικογένεια, σωστά; 

Πράγματι, οι φυσικοί μας γονείς χώρισαν όταν ήμασταν μωρά και ο πατέρας μας ήθελε μεν να μεγαλώσουμε στην Ελλάδα, αλλά εκείνος δεν μπορούσε να είναι μαζί μας, είχε, βλέπετε, τις επιχειρήσεις του στο εξωτερικό. Μόνο τα καλοκαίρια μάς επισκεπτόταν. Όμως και η ανάδοχη αυτή οικογένεια, Μυτιληνιοί στην καταγωγή, όπως και ο πατέρας, μας ανάθρεψε καλύτερα και από δικά της παιδιά, δεν είχαμε κανένα παράπονο. 

 

— Πρώτος, πάντως, στον κόσμο του θεάματος μπήκε, νομίζω, ο Κώστας.

Ναι, ο αδελφός μου ήταν η βασική αιτία που έγινα ηθοποιός! Αυτός με παρακίνησε αρχικά να δουλέψω κι εγώ ως μοντέλο και να δοκιμάσω ύστερα τις δυνάμεις μου στην υποκριτική – είχε κάνει μόντελινγκ εδώ και στο εξωτερικό, είχε εμφανιστεί, δε, και σε διάφορα σίριαλ στην τηλεόραση.

 

Ο Κώστας είναι σήμερα γυμναστής, εγώ ωστόσο παρέμεινα στον χώρο και συνεχίζω γιατί μου αρέσει να δέχομαι την αγάπη του κόσμου. Οι θεατές είναι, ξέρεις, σύμμαχοί μας, από τη στιγμή που θα σε αγαπήσουν θα σε ακολουθούν πιστά, ό,τι κι αν κάνεις.    

 

— Στο θέατρο έχεις άστρο τα τελευταία χρόνια. Πέρσι διέπρεψες ως Αγαύη στις «Βάκχες» που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Σουγάρης, στην τηλεόραση όμως έχεις καιρό να εμφανιστείς.

Τουλάχιστον μία δεκαετία. Δεν βλέπω κιόλας σχεδόν καθόλου τηλεόραση καιρό τώρα, ειδήσεις ειδικά ποτέ, μόνο στο Ίντερνετ, ούτε ριάλιτι, ούτε και σίριαλ – αφού, όταν δέχτηκα να συμμετάσχω στη νέα δραματική σειρά του Mega «Το αύριο μάς ανήκει», αναρωτιόμουν μήπως έχει αλλάξει η τηλεοπτική αισθητική από τον καιρό που έπαιζα εγώ σε σειρές και χρειάζομαι προσαρμογή! Νομίζω όμως ότι, εντάξει, έχω εξελιχθεί πια σε σχέση με αυτό που είχα αφήσει και σε κάθε περίπτωση θα κριθώ εκ του αποτελέσματος.

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Η Νίκη Σερέτη ως Αγαύη στις «Βάκχες».

 

— Στη σειρά αυτή υποδύεσαι, βλέπω, μια δικηγόρο. 

Ναι, την Τατιάνα Λακανά, μια ανεξάρτητη, δυναμική δικηγόρο που λειτουργεί πολύ με το ένστικτο και διατηρεί σχεδόν «μητρικές» σχέσεις με τους φίλους της. Χάρηκα που δεν επρόκειτο για έναν ρόλο στερεοτυπικό, όπως αυτοί που συνήθως μού έδιναν, ειδικά στην αρχή της καριέρας μου. Ήταν πολύ κουραστικό να υποδύομαι την έθνικ κοπελίτσα που μιλάει σπαστά ελληνικά σε εντελώς προβλέψιμους ρόλους τύπου «Αγάπη μου Ουά-Ουά!».

 

Νομίζω όμως ότι «Το αύριο μάς ανήκει» θα ξεχωρίσει και ως σειρά. Τη σκηνοθετεί ο Βασίλης Ντούρος και σεναριογράφος είναι ο Γιάννης Σκαραγκάς, ο οποίος κάνει τη δική του μυθοπλασία με άξονα την πρωτότυπη γαλλική σειρά στην οποία βασίζεται το σίριαλ.

 

Πρώτη φορά, μάλιστα, δεν ρώτησα ποιοι άλλοι ηθοποιοί συμμετέχουν, αφενός επειδή βρήκα εξαίρετο το σενάριο, αφετέρου γιατί εμπιστεύομαι απόλυτα τον κ. Σκαραγκά. Άλλα γνωστά ονόματα, πάντως, είναι η Ελισάβετ Μουτάφη, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, η Κοραλία Καράντη, ο Αλέξανδρος Σταύρου, ο Αντώνης Καρυστινός.

 

— Σκέφτομαι ότι τα στερεότυπα που προαναφέραμε μπορεί ενίοτε να λειτουργούν και αντίστροφα, ως θετική διάκριση.

Παίζει πράγματι κι αυτό και, παρότι προσωπικά δεν μου έχει συμβεί ακόμα, ναι, μπορεί κάποιος σκηνοθέτης να πει «ας πάρω και τη Σερέτη στο καστ, ώστε να δώσω μια πιο εξωτική νότα», μαζί και κάποιον/-α που να «μοιάζει» με ΛΟΑΤΚΙ+, πρόσφυγα κ.λπ., ώστε να δείχνει μια «ανοιχτωσιά» στη δουλειά του, επί τούτω δηλαδή, όχι αξιακά. Αυτό όμως είναι η εξαίρεση, ο κανόνας είναι οι «παραδοσιακοί» ρόλοι τύπου «να, μωρέ, δεν σε σκεφτήκαμε μόνο για να παίξεις τη μαύρη, αλλά τώρα προέκυψε αυτό», όλως τυχαίως βέβαια!

 

Όταν με έβλεπα, να φανταστείς, στην τηλεόραση στα πρώτα δέκα επεισόδια του «Μαύρου Ωκεανού», δεν με αναγνώριζα, καθώς με ήθελαν ακόμα πιο σκούρα, με συνέπεια να με βάφουν κιόλας. Προς διάψευση, δε, της γνωστής παροιμίας «τον αράπη κι αν τον πλένεις», το δικό μου επιπλέον χρώμα έφευγε μετά με το σαπούνι! Εν τέλει τους είπα: «Κοιτάξτε, δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό, ή θα παίζω όπως είμαι ή βρείτε άλλη».

 

Τι να πω, εύχομαι οι καινούργιες γενιές να το εξελίξουν το πράγμα, γιατί το βλέπω ακόμα πολύ στάσιμο. Τα περισσότερα νέα παιδιά έχουν άλλη οπτική, αλλά η κοινωνία καθαυτή είναι ακόμα πολύ oπισθοδρομική όσον αφορά την αποδοχή του διαφορετικού, από την εθνικότητα και τη φυλή μέχρι τη σεξουαλικότητα, απλώς έμαθε να κρύβει καλύτερα τις βρομιές της κάτω από το χαλί.

 

Δύο πράγματα με είχαν συνταράξει ιδιαίτερα, η θεαματική άνοδος της Χρυσής Αυγής και μια ξεχασμένη σχεδόν σήμερα ιστορία από το ’99, την οποία θυμήθηκα διαβάζοντας στην ανθολογία του 2005 «Ο δρόμος για την Ομόνοια» που μου είχε δώσει ο Ένκε Φεζολάρι αποσπάσματα της κατάθεσης κάποιου Παντελή Καζάκου. Αυτός ο τύπος, που λες, βγήκε μια μέρα οπλισμένος στον δρόμο και δολοφόνησε δύο ανθρώπους, τραυματίζοντας άλλους επτά, απλώς επειδή ήταν ξένοι.

 

Όμως, τι τα θες, κι εγώ η ίδια υπήρξα για χρόνια ρατσίστρια ως προς τον εαυτό μου και το χρώμα μου, μόνο με τον αδελφό μου ένιωθα καλά όταν κυκλοφορούσαμε μαζί, όμως άλλα παιδιά σαν κι εμένα να κάνουμε παρέα δεν έβρισκα και ίσως έφταιγε κι αυτό, ούτε με τα λευκά παιδάκια κόλλαγα ακριβώς ούτε με τα μαύρα, ούσα κάτι ενδιάμεσο. Που και τα μαύρα παιδάκια σπάνιζαν τότε, στο σχολείο τα μόνα «σοκολατάκια» ήμασταν εμείς! Δεν μας αντιμετώπιζαν ωστόσο το ίδιο, ούτε και το βιώναμε παρόμοια αυτό.

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Οι πρόβες και τα δοκιμαστικά μέσω Skype κι εκείνες οι τόσο ψυχρές live streaming παραστάσεις δεν με ενθουσιάζουν καθόλου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Δηλαδή;

Ο αδελφός μου δεν είχε τα δικά μου κολλήματα. Ήταν άνετος, χαλαρός, δημοφιλής, όντας και καλός στο βόλεϊ, τα κορίτσια τον ήθελαν… εμένα πάλι τα αγόρια με απέφευγαν, ίσως έπαιζα σε κάποιες φαντασιώσεις, αλλά μέχρι εκεί, ένα αγόρι μάλιστα, που μου άρεσε, μου είχε πει ότι δεν γινόταν να τα φτιάξει με μια μαύρη, τι θα λέγανε οι άλλοι στο σχολείο…

 

Τουλάχιστον, οι κοπέλες με κάνανε παρέα, οι γυναίκες γενικά είναι πιο δεκτικές και σε αντιμετωπίζουν πιο ισότιμα. Μεγαλώνοντας, βέβαια, είχα κι εγώ κατακτήσεις στους άντρες, πάλι όμως η προσέγγιση κάποιων ήταν στο πλαίσιο της «εξωτικής» εμπειρίας ‒ δεν γλιτώνεις, τελικά, απ’ αυτό!

 

— Αλλά για να επιστρέψουμε στη μικρή οθόνη, υπάρχει μα γενική εντύπωση ότι πια τα σίριαλ δεν «τραβάνε» επειδή ούτε λεφτά πέφτουν ούτε υπάρχει πια, για τα περισσότερα, ιδιαίτερη σπουδή. 

Είναι γεγονός ότι, παλιότερα, ακόμα και απλοϊκές δουλειές γίνονταν με μεγαλύτερη αγάπη και φροντίδα κι αυτό είναι ευδιάκριτο στις επαναλήψεις που παίζονται. Τώρα, λόγω και της έκτακτης συνθήκης, ξεκινάς με ένα στρες παραπάνω, συν ότι φοβάσαι μην κοπεί ξαφνικά η σειρά, γιατί κι αυτό είναι πλέον στο πρόγραμμα.

 

Επειδή όμως το Mega ποντάρει πολύ σε μια δυναμική επιστροφή σε ένα είδος στο οποίο είχε διακριθεί παλιότερα, αισιοδοξώ ότι θα κάνει τη διαφορά και ότι αυτή θα φανεί με «Το αύριο μάς ανήκει». 

 

— Κάτι άλλο που έχεις κατά νου;

Όσο κρατά η πανδημία, τι σχέδια μακροπρόθεσμα και προγραμματισμούς να κάνεις; Η κατάσταση είναι ό,τι κάτσει σήμερα και αύριο βλέπουμε. Υπήρχαν π.χ. κάποιες προοπτικές να κάνουν μια διεθνή περιοδεία οι «Βάκχες», όμως, όπως εξελίχθηκε το πράγμα, δεν το βλέπω. Είχα και κάποιες άλλες προτάσεις, όμως δεν θέλω να κρατάω δύο καρπούζια στη μασχάλη, ας τελειώσω πρώτα με το σίριαλ – μήπως είμαστε σίγουροι ότι θα ανοίξουν τα θέατρα τον χειμώνα;

 

Πέρσι αρκετοί την πατήσαμε, πηγαίνοντας σε πρόβες έργων που εν τέλει δεν ανέβηκαν ποτέ. Οι πρόβες και τα δοκιμαστικά μέσω Skype κι εκείνες οι τόσο ψυχρές live streaming παραστάσεις δεν με ενθουσιάζουν καθόλου. Όταν προσπάθησα το πρώτο, έσκισα όλα τα μαξιλάρια του σπιτιού για να βρεθώ σε μια άλφα ένταση! Το μόνο που έγινε είναι ότι έτσι κρατήσαμε τουλάχιστον μια επαφή με το αντικείμενό μας, δεν «κρυώσαμε» εντελώς. Χρειάζεται, εντούτοις, να προσαρμοστούμε άπαντες στην ψηφιακή πραγματικότητα, είτε μας αρέσει είτε όχι.  

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Το Mega ποντάρει πολύ σε μια δυναμική επιστροφή σε ένα είδος στο οποίο είχε διακριθεί παλιότερα, αισιοδοξώ ότι θα κάνει τη διαφορά και ότι αυτή θα φανεί με «Το αύριο μάς ανήκει». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Έχει γίνει λίγο τετριμμένη ως ερώτηση, αλλά παραμένει καίρια: πόσο σε άγγιξε προσωπικά ο ερχομός του ΜeΤoo στην Ελλάδα;

Θα σου πω καταρχάς ότι, όταν ξεκίνησε όλο αυτό, το στομάχι το δικό μου και άλλων φίλων που το συζητάγαμε είχε επί εβδομάδες γίνει κόμπος, ακριβώς επειδή ξύπνησαν και δικά μας βιώματα. Ναι, έχουν τύχει και σε μένα σκηνικά σεξουαλικής παρενόχλησης, κι ας μη βγήκα να μιλήσω γι’ αυτά. Τόσο στον δρόμο όσο και στον επαγγελματικό χώρο, που είναι και το δυσκολότερο κομμάτι, γιατί έξω μπορείς να βάλεις ένα όριο, στη δουλειά είναι πιο ζόρικα τα πράγματα.

 

Όταν μου πρωτοσυνέβη, είχα σοκαριστεί, εν τέλει τα έβγαλα πέρα, καταφέρνοντας να παραμείνω ευγενής – ίσως ο τρόπος που μεγάλωσα με είχε κάνει δυνατή, ίσως πάλι απλώς στάθηκα τυχερή. Η ψυχούλα μου, βέβαια, το ξέρει πώς δούλευα κάτω από τέτοιες συνθήκες, λυτρώθηκα μόνο όταν σταμάτησα εκείνη τη συνεργασία.

 

Ταυτόχρονα, επειδή τότε ήμουν μικρότερη και πιο ανασφαλής, σκεφτόμουν «μα με προσέλαβες για να μου την πέσεις, δεν αξίζω ως επαγγελματίας;», με αποτέλεσμα να νιώθω ακόμα πιο άσχημα. Η ίδια ανασφάλεια μού έβγαινε και στις ερωτικές σχέσεις, «με θέλει πραγματικά αυτός ή θέλει απλώς να γευτεί ένα εξωτικό φρούτο;».

 

Πλέον, ευτυχώς, τα έχω ξεπεράσει αυτά, ξέρω καλά ποια είμαι και πώς να χειριστώ ένα τέτοιο περιστατικό. Θέμα, βέβαια, είναι και το εργασιακό μπούλινγκ, τέτοια εμπειρία δεν έχω ζήσει, ευτυχώς, αλλά έχω ακούσει για αθλιότητες. Λέω μάλιστα, καλά, δεν φοβάται το τάδε αφεντικό ότι μπορεί να φάει καταγγελία;

 

Δεν ξέρω, ίσως είναι πιο δύσκολο απ’ ό,τι ακούγεται, προσωπικά όμως δεν θα δείξω πλέον καμία ανοχή σε προσβλητικές συμπεριφορές, γιατί ειδικά η δική μου η γενιά τις υπέστη κατά κόρον. Και όχι, ούτε σε κάποιο μεγάλο ταλέντο δικαιολογούνται, αλλιώς να συμφωνήσουμε μ’ εκείνον τον πολιτικό που, αναφερόμενος στο νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια, έλεγε αφελώς ότι «ένας κακός σύζυγος μπορεί να είναι καλός γονέας».

 

— Είσαι, πάντως, άνθρωπος μαθημένος να ζει ανεξάρτητος.

Ναι, και παραμένω. Ούτε παντρεύτηκα, βλέπεις, ούτε οικογένεια έκανα ακόμα και δεν ξέρω αν και πότε είναι πιθανό να συμβεί κάτι τέτοιο. Προς το παρόν, εγώ είμαι το παιδί του εαυτού μου και θέλω να με μεγαλώνω όσο πιο τρυφερά μπορώ, άσχετα που ταυτόχρονα μού ρίχνω και «ξύλο» καθότι τελειομανής, κάτι που θέλω να λειάνω, γιατί δεν οδηγεί πουθενά στην υπερβολή του.

 

Αυτό που κάνω πλέον ως προσωπική ψυχοθεραπεία είναι να γράφω ό,τι μου έρχεται στο μυαλό, από στίχους μέχρι ιστοριούλες, και ταυτόχρονα να διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ. Είναι μεγάλη εκτόνωση η γραφή και προσπαθώ να την εξελίξω, έστω για μένα.

 

— Είχες κάνει και κάποια βίντεο στην πρώτη καραντίνα, τύπου «Μένουμε Σπίτι».

Ναι, μας τα ζητούσαν από διάφορα μέσα και τα έκανα όταν όλοι λέγαμε ψυχραιμία, θα περάσει γρήγορα αυτό, πόσο θα κρατήσει, θα ανακαλύψουμε και τον εαυτό μας όσοι έχουμε την πολυτέλεια κ.λπ. Στη δεύτερη καραντίνα, πια, τα βίντεο αυτά μου φαίνονταν πολύ αστεία, καθώς οι περισσότεροι έχουμε στο μεταξύ λαλήσει ‒ χειρότεροι βγήκαμε από το lockdown!

 

Θυμάμαι, κιόλας, να βλέπω κόσμο εδώ στην πλατεία μαζεμένο και να λέω «μα γιατί συνωστίζονται, θα κολλήσουμε όλοι» κι έπειτα σκεφτόμουν «στάσου, βρε συ, και πού να πάνε να κλειστούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πού ξέρεις εσύ αν έχουν μια στέγη αξιοπρεπή και με πόσους άλλους τη μοιράζονται;». Χρειάζεται να μπαίνουμε συχνότερα στη θέση του άλλου, κάτι που δοκίμαζα κι εγώ, προσπαθώντας να γίνω ηθοποιός, όμως σημασία έχει να το πράττει κανείς και στην καθημερινότητά του.

 

Η Νίκη Σερέτη θέλει να πιστεύει ότι το αύριο τής ανήκει
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πώς την έβγαλες εσύ στις καραντίνες;

Με ασκήσεις διαλογισμού –είναι σημαντικό κάποιες μέρες να αδειάζεις το μυαλό σου τελείως, να αποφεύγεις ακόμα και να μιλάς, σε αναζωογονεί‒, πολλές ταινίες, καινούργιες και παλιές (Γκοντάρ, Φελίνι κ.ά.), πολλά θεατρικά και λογοτεχνικά διαβάσματα επίσης από μεγάλους κλασικούς, όπως Σαίξπηρ, Ιονέσκο και Μποντλέρ, μέχρι «φρέσκες» δουλειές Ελλήνων συγγραφέων, όπως ο Νίκος Κυριακίδης, η Χαριτίνη Ξύδη και η Αστερόπη Λαζαρίδου. Και ποίηση, βεβαίως, που πολύ την αγαπώ και προσπαθώ να εντάξω και στα δικά μου γραπτά.

 

— Τι ποιητές διαβάζεις τελευταία;

Χούλιο Κορτάσαρ και Βισουάβα Σιμπόρσκα: «Πιστεύω στο αρνούμενο τη συμμετοχή χέρι / Πιστεύω στην κατεστραμμένη καριέρα / Πιστεύω στον ναυαγισμένο κόπο πολλών ετών / Πιστεύω στο παρμένο στον τάφο μυστικό», γράφει η Σιμπόρσκα σε ένα ποίημά της που λατρεύω από τη συλλογή «Η ζωή εδώ και τώρα» και που, διαβάζοντάς το, ένιωσα να αποτυπώνει όλη τη ζωή μου.