«Το σινεμά υπήρξε για μένα ένα υπέροχο παιχνίδι, τίποτε άλλο. Η αγάπη, ο έρωτας, ήταν το παν». Για μια γυναίκα που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της στα πλατό και στη σκηνή, η εξομολόγηση πως ζούσε και ανέπνεε μόνο για τον έρωτα εξηγεί πολλές από τις επιλογές της και ενδεχομένως την ανάγκη της να δοκιμάζεται σε άγνωστους τόπους και να ξαναγεννιέται από την πνοή διαφορετικών δημιουργών: για εκείνην ήταν θέμα υπέρβασης, εμπιστοσύνης και μιας αέναης ανάγκης να μαθαίνει.


Όμορφη; Απίστευτα. Τυχερή; Όπως το πάρει κανείς. Ντίβα; Ούτε ήξερε τι σημαίνει ο όρος, παρότι ήρθε στον κόσμο με το βαρύγδουπο επώνυμο Αλτεμπούργκεν φον Μάρκενστεϊν Φράουενμπεργκ. Και μάλιστα με τον τίτλο της βαρόνης. Η Αλίντα Μαρία Λάουρα επέλεξε το Βάλι, και μόνο με αυτό, ως εξωτικό αξεσουάρ, ο παραγωγός του Όσα παίρνει ο άνεμος, Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ, επέλεξε να την κάνει σταρ στις ΗΠΑ, αφού την είδε και εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά και την κινηματογραφική της παρουσία στις ταινίες που γύρισε κατά τη διάρκεια του πολέμου, έχοντας γίνει ήδη γνωστή και αγαπητή στην Ιταλία.

 

Το επταετές συμβόλαιο που της πρότεινε αρχικά τέθηκε υπό αίρεση, καθώς άσπονδοι συνάδελφοί της, προφανώς ενοχλημένοι από την κινητικότητά της εκείνη τη θολή περίοδο για τη χώρα, έσπευσαν να τη συνδέσουν αμαρτωλά με το μουσολινικό καθεστώς. «Με κατηγορούν πως υπήρξα ερωμένη του Ντούτσε. Ούτε που τον είχα συναντήσει» έγραφε στην πολυαγαπημένη μητέρα της, Σίλβια, σε μία από τις πολλές επιστολές που, μαζί με τις σελίδες από το ημερολόγιό της, στάθηκαν η πολύτιμη ραχοκοκαλιά για το ντοκιμαντέρ του Μίμο Βερντέσκα.

 

Μετά από ενδελεχή έρευνα του Σέλζνικ, δεν βρέθηκε ενοχοποιητικό στοιχείο και η Βάλι, που ουδέποτε ξετρελάθηκε στην ιδέα πως θα κυκλοφορούσε μόνο με ένα όνομα, που μάλιστα όλοι μπέρδευαν με τον ηθοποιό και μουσικό Ρούντι Βαλί, ταξίδεψε ως το Λος Άντζελες για να προετοιμαστεί για την Υπόθεση Παραντίν, με συμπρωταγωνιστές τον Γκρέγκορι Πεκ και τον Τσαρλς Λότον.

 

Η ηθοποιός, που από μόνη της είναι ένας αιώνιος φόρος τιμής στο ιταλικό σινεμά και στη ραγδαία εξέλιξή του, μπορεί να φλέρταρε με την ετικέτα της femme fatale, να γλιστρούσε εύκολα σε μια ακαταμάχητη μελαγχολία, που εντάθηκε μετά τον θάνατο της μητέρας της, αλλά ποτέ δεν έχασε τον νεανικό ενθουσιασμό της. 

 

Για την Ιταλίδα ηθοποιό το σινεμά αποτέλεσε διέξοδο από τη θλίψη μετά την τραγική απώλεια του μεγάλου αγαπημένου της Κάρλο Κουγκνάσκα σε αεροπορικό δυστύχημα στο Τομπρούκ, το 1941 – γι' αυτό και γύριζε ως και πέντε ταινίες τον χρόνο μέχρι την Απελευθέρωση. Το Χόλιγουντ ήταν το όνειρο και ένα ντεμπούτο με σκηνοθέτη τον Άλφρεντ Χίτσκοκ σε έναν ρόλο που προαλειφόταν ως η επιστροφή της Γκάρμπο (που δεν συνέβη ποτέ) ξεπερνούσε τη φαντασία της. Η χαρά της αποτυπώνεται στα πρώτα ανέμελα χρόνια στις ΗΠΑ, με τον άνδρα της, Όσκαρ ντε Μέγιο, και τους γιους της, Κάρλο και Λάρι, σε έγχρωμα home videos, σαν ενσταντανέ ευτυχισμένων παρενθέσεων στο τέλειο χολιγουντιανό σύστημα.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
Όμορφη; Απίστευτα. Τυχερή; Όπως το πάρει κανείς. Ντίβα; Ούτε ήξερε τι σημαίνει ο όρος.

 

Εκεί γνώρισε πολύ κόσμο, αλλά, μετά από δύο μόλις ταινίες και νοσταλγία για τους φίλους και την πατρίδα, κουράστηκε από τον αυταρχισμό του Σέλζνικ και προτίμησε να πληρώσει ρήτρα 150.000 δολαρίων για να αποδεσμευτεί, παρά να τηρήσει άβουλα ένα συμβόλαιο που δεν την ενδιέφερε καθόλου. Είχε προηγηθεί η προίκα μιας μεγάλης ταινίας, ο Τρίτος Άνθρωπος του Κάρολ Ριντ, στη Βιέννη, με το αγέρωχο περπάτημά της στο φινάλε να αφήνει ιστορία. Εκεί άρχισε να αμφιβάλλει σοβαρά για τις υποκριτικές της ικανότητες στα αγγλικά: ο επίλογός της στο αγγλόφωνο σινεμά δόθηκε από την ίδια, χωρίς πλάνο δεύτερης καριέρας ή δίχτυ ασφαλείας.

 

Χωρισμένη πλέον από τον σύζυγό της, διατηρώντας ωστόσο φιλικές σχέσεις μαζί του, επέστρεψε στην Ευρώπη και μετά από μερικές λησμονημένες ταινίες σε Ιταλία και Ευρώπη ο Λουκίνο Βισκόντι τής πρότεινε τον ρόλο της κόμισσας Λίβια Σερπιέρι στο Senso το 1954, πλάι στον Φάρλεϊ Γκρέιντζερ – συμπτωματικά κι αυτός πρωταγωνιστής του Χίτσκοκ, που δεν προσαρμόστηκε ποτέ στη studio νοοτροπία. Ήταν καταπληκτική, απελευθερωμένη, δυνατή, μια ηρωίδα στο πνεύμα των μαχητικών, αριστοκρατικών γυναικών που προτιμούσε ο Βισκόντι.

 

Κάτι είχε αλλάξει στο βλέμμα της, κάτι που φαίνεται έντονα στην ασυμβίβαστη Ίρμα από την Κραυγήτου Μικελάντζελο Αντονιόνι, τρία χρόνια αργότερα. Στα 35 της χρόνια, η ατσαλάκωτη καλλονή σκλήρυνε, πετυχαίνοντας δύο ισχυρές ερμηνείες, τελείως διαφορετικού ύφους, υπό την επήρεια δύο δημιουργών με καλλιτεχνική άποψη και προσωπικότητα που θα ολοκληρωνόταν στην αμέσως επόμενη φάση τους. Χωρίς να το αντιληφθεί, η Αλίντα Βάλι περνά στη σφαίρα της μούσας, έχοντας αποβάλει το ψυχρό σεξαπίλ της. Εγκαινιάζει τη δεκαετία του '60 με δύο σημαντικές ταινίες.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
«Μάτια χωρίς πρόσωπο» του Ζορζ Φρανζί.
«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
«Senso» του Λουκίνο Βισκόντι

 

Τα υπερδραματικά Μάτια χωρίς πρόσωπο του Ζορζ Φρανζί έμμεσα σχολιάζουν το πιο σημαντικό, γαλαζοπράσινο ατού της καριέρας της και η στυλιζαρισμένη Τόσο μακρινή απουσία, που διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Καννών, τη φέρνει δίπλα στον Ζορζ Γουιλσόν, στον ρόλο της ιδιοκτήτριας καφετέριας που τόσο απελπισμένα αποζητά τον έρωτα και τη συντροφικότητα, ώστε αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός πλάνητα που καταφθάνει στο χωριό τον άνδρα που στερήθηκε επί δεκαέξι χρόνια.

 

Ο Τιερί Φρεμό, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, εξηγεί την αποδοχή που είχε η Βάλι στη Γαλλία, παρομοιάζοντάς τη με τη Μισέλ Μοργκάν και την Ντανιέλ Νταριέ, δύο περιπτώσεις όμορφων, δημοφιλών ηθοποιών που επίσης είχαν ξεκινήσει με εμπορικές ταινίες, είχαν περάσει για μικρό χρονικό διάστημα από την Αμερική, χωρίς να στεριώσουν, και στη συνέχεια αφέθηκαν στα χέρια σκηνοθετών με όραμα.

 

Κι ενώ η πορεία της έμοιαζε στρωμένη προς μια άλλη κατεύθυνση, το θέατρο την κέρδιζε σταδιακά κι ένα ταξίδι στο Μεξικό μαζί με τον νέο σύζυγό της στάθηκε η αφορμή να μείνει στη χώρα δύο χρόνια και να παίξει σε δύο ενδιαφέρουσες ταινίες, μακριά από τη ζώνη άνεσης και την επαγγελματική της οικογένεια.

 

Είχε προηγηθεί η σύντομη σχέση της με έναν μουσικό και η εμπλοκή στο σκάνδαλο του επόμενου εραστή της, του συνθέτη Πιέρο Πιτσιόνι, ο οποίος κατηγορήθηκε για τον φόνο μιας νεαρής γυναίκας και αργότερα αθωώθηκε – μία από τις πλέον πολύκροτες υποθέσεις στη Ρώμη των '60s. Αν και είχε χωρίσει από τον Πιτσιόνι, τον υπερασπίστηκε δημόσια, δεχόμενη τα πυρά του Τύπου, παίρνοντας ένα ρίσκο που δεν υπολόγισε μπροστά στην τιμή και την υπόληψη ενός άνδρα που κάποτε αγάπησε. Τα άσχημα λόγια την πείραζαν και μόνο στη μητέρα της έγραφε συχνά για τη θλίψη της σχετικά με τα ψέματα που την έθιγαν και την πλήγωναν.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
H Bάλι θεωρεί τη «Στρατηγική της αράχνης» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι την καλύτερη ταινία της.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
Στο « Σένσο» του Βισκόντι.


Ανοιχτή στις προκλήσεις (αντίθετα από την αποκλειστικότητα της Μόνικα Βίτι στον Αντονιόνι ή την αφοσίωση της Σοφία Λόρεν στο μεγάλο σενάριο της διεθνούς καριέρας και τον Κάρλο Πόντι), η αδέσμευτη Βάλι δέχτηκε, γοητευμένη, να παίξει στο Εdipo Re του Πιερ-Πάολο Παζολίνι, κερδίζοντας ταυτόχρονα έναν ισόβιο φίλο αλλά και την πρόσκληση του αμήχανου μπροστά στην αίγλη της Μπερνάρντο Μπερτολούτσι να τον στηρίξει στην ταπεινή, όπως την αποκαλεί ο ίδιος, Στρατηγική της αράχνης, το 1969, που η Βάλι θεωρεί την καλύτερη ταινία της. Ο Μπερτολούτσι τής το ανταπέδωσε με έναν ρόλο στο 1900.

 

Ατρόμητη, η Ιταλίδα ηθοποιός δεν δίστασε να ενσαρκώσει διαβολικές γυναίκες στη Σουσπίρια και αργότερα στο Inferno για λογαριασμό του Ντάριο Αρτζέντο, ή να ξεστομίσει λόγια αυστηρώς ακατάλληλα, κατά τη λογοκρισία της εποχής, τόσο, που ο Ρομπέρτο Μπενίνι δεν τολμά να επαναλάβει στο ντεμπούτο του στη σατιρική κωμωδία Μπερλινκουέρ, σε αγαπώ, σε σκηνοθεσία του Τζουζέπε Μπερτολούτσι, αδελφού του Μπερνάρντο.


«Ήταν σαν ένα ωραίο πλοίο που διασχίζει διακριτικά τη θάλασσα μέσα στη νύχτα» είπε γι' αυτήν η Βανέσα Ρεντγκρέιβ, εξαίροντας την ευγένεια και τη συναδελφικότητά της στη συνεργασία τους στο A month by the lake, ενώ η Σαρλότ Ράμπλινγκ, μία ακόμα πρωταγωνίστρια του Βισκόντι, τη θεωρεί έμπνευση δύναμης και ανεξάρτητου πνεύματος στη μικρής διάρκειας σκηνή όπου συναντήθηκαν, στον σιδηροδρομικό σταθμό, στην παραγνωρισμένη Σάρκα της ορχιδέας του Πατρίς Σερό, το 1975. Στο μεσοδιάστημα των απανωτών γυρισμάτων και των εξαντλητικών παραστάσεων ήρθαν και τα βραβεία για την καριέρα της, το David di Donatello και ο Χρυσός Λέοντας στη Βενετία, που ο τότε διευθυντής Φελίτσε Λαουνταντίο δεν μπορούσε να διανοηθεί πως δεν της είχε απονεμηθεί ήδη.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
Στο «Σουσπίρια» του Ντάριο Αρτζέντο με την Τζέσικα Χάρπερ.

 

«Alida Valli: In her own words»: Τα μάτια του ιταλικού σινεμά
H τελευταία σκηνή στον «Τρίτο Άνθρωπο».

 

Με τα χρόνια, η Βάλι άφηνε να φανεί στις συνεντεύξεις και τις δημόσιες εμφανίσεις της η ζεστή πλευρά του χαρακτήρα που κρατούσε για τον εαυτό της και τους οικείους της. Στο ντοκιμαντέρ Alida Valli: In her own words ο μικρότερος γιος της και κυρίως ο εγγονός της από τον πρωτότοκο Κάρλο ρίχνουν φως στις ανθρώπινες στιγμές του κοριτσιού από την παραθαλάσσια Ίστρια, αλλά η ίδια η Βάλι, στα στιγμιότυπα της ζωής και της καριέρας, είναι αυτή που αποκαλύπτεται ανάγλυφα, από τη μυστηριώδη εγκράτεια της πρώιμης περιόδου της μέχρι τα εκρηκτικά χαμόγελα και το βάθος που απέκτησε σταδιακά, σε όποια ταινία κι αν έπαιξε.

 

Η ηθοποιός, που από μόνη της είναι ένας αιώνιος φόρος τιμής στο ιταλικό σινεμά και στη ραγδαία εξέλιξή του, μπορεί να φλέρταρε με την ετικέτα της femme fatale, να γλιστρούσε εύκολα σε μια ακαταμάχητη μελαγχολία, που εντάθηκε μετά τον θάνατο της μητέρας της, αλλά ποτέ δεν έχασε τον νεανικό ενθουσιασμό της.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο πλατωνικός της έρωτας με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ! Στα 50 της χρόνια έπαθε τέτοιο crush με τον Αμερικανό ηθοποιό, που ξημεροβραδιαζόταν στις αίθουσες κι έβλεπε απνευστί τις ταινίες του, μάζευε περιοδικά όταν φιγουράριζε στο εξώφυλλο και, σε μια κίνηση που ξάφνιασε τους πάντες, έμαθε σε ποια πόλη των ΗΠΑ γύριζε το Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου, πήρε ένα αεροπλάνο, έκλεισε δωμάτιο στο ίδιο ξενοδοχείο με εκείνον κι έστησε καραούλι στο λόμπι, ώσπου τον συνάντησε και του εξέφρασε τον θαυμασμό της γι' αυτόν.

 

Η όρασή της περιορίστηκε, το σώμα της την πρόδωσε, αλλά η Βάλι, ανακουφισμένη όταν η ομορφιά της «αναχώρησε», αρνήθηκε να εγκαταλείψει την περιπέτεια του αισθήματος.

 

 

 

Alida Valli: In her own Words, Σκηνοθεσία: Mimmo Verdesca

Η ταινία θα προβληθεί στο πλαίσιο του 1ου Φεστιβάλ Cinema made in Italy/Athens στις 12 με 22 Φεβρουαρίου, στην πλατφόρμα
της Ταινιοθήκης.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.