Ο οικισμός Νέας Ζωής Ασπροπύργου είναι μόλις 25 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, αλλά αποτελεί ένα σύμπαν εντελώς διαφορετικό, μια περιοχή μέσα στην παρακμή και στην παρανομία, που είναι ο ορισμός του γκέτο. Είναι μια περιοχή όπου ακόμα και την ημέρα πρέπει να είσαι πολύ τολμηρός για να κυκλοφορήσεις (για τη νύχτα δεν το συζητάμε), όπου είναι αδύνατο να πας με αστική συγκοινωνία –αφού κανένα λεωφορείο δεν φτάνει πλέον μέχρι εκεί– και ακόμα και τα απορριμματοφόρα και οι τεχνικοί της ΔΕΗ πάνε μόνο με συνοδεία περιπολικού, γιατί οι υπάλληλοι φοβούνται τις επιθέσεις (οι οποίες είναι πολύ συχνές). Είναι μια περιοχή που φτιάχτηκε από μετανάστες Πόντιους ελληνικής καταγωγής και μέχρι πριν από μερικά χρόνια ήταν μια ήρεμη γειτονιά φτωχών ανθρώπων που έφεραν όλες τις οικονομίες τους στην Ελλάδα κι έφτιαξαν τη ζωή τους από την αρχή. Άνθρωποι εργατικοί, που έχτισαν εκεί τα σπίτια τους, πρόκοψαν κι έφτιαξαν και τα σπίτια των παιδιών τους και, όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, άρχισαν να μετακομίζουν σε πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας, για να είναι πιο κοντά στις δουλειές τους. Δεν έφυγαν όλοι, έφυγαν αρκετοί. Στην περιοχή μένουν επίσης Ρομά, που κάποτε ήταν μειονότητα. Σήμερα έχουν φτιάξει ολόκληρο καταυλισμό, με πληθυσμό που ολοένα αυξάνεται.

 

Μόλις άρχισαν να αδειάζουν τα σπίτια των Ποντίων, κάποιοι Ρομά έκαναν κατάληψη (η οποία έγινε μόνιμη, αφού οι ιδιοκτήτες είναι αδύνατον να τους βγάλουν από τα σπίτια τους, γιατί οι Ρομά, ως μειονότητα και πολύτεκνοι, προστατεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία), ενώ μετά ήρθαν οι Πακιστανοί και οι Αφγανοί και η περιοχή έγινε πολυπολιτισμική. Σιγά-σιγά, οι μονοκατοικίες των Ποντίων βρέθηκαν δίπλα σε παράγκες και σκηνές και χάθηκαν μέσα στην άναρχη δόμηση, στους καπνούς και στις τοξικές ουσίες που παράγονται από την καύση ελαστικών και πλαστικών καλωδίων – τα οποία καίνε οι Ρομά για να βγάλουν το μέταλλο. Ο χαλκός και ο σίδηρος που ξεκινάνε την αλυσίδα των σκράπερ είναι μία από τις βασικές πηγές εισοδήματός τους. Η άλλη είναι το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών. Οι διάφορες μορφές καρκίνου και τα καρδιοαναπνευστικά νοσήματα θερίζουν στην περιοχή. Και δεν μολύνεται μόνο η ατμόσφαιρα αλλά και ο υδροφόρος ορίζοντας – και μέσω του νερού όλες οι τοξίνες καταλήγουν στην Αθήνα. Το πρόβλημα είναι αρκετά σύνθετο και συνεχώς χειροτερεύει.

 

«Νιώθουμε σαν να είμαστε σε πόλεμο. Ακόμη και ο πόλεμος κάποια στιγμή τελειώνει, εδώ η κατάσταση δεν έχει αλλάξει καθόλου εδώ και είκοσι χρόνια, και μάλλον δεν θα αλλάξει ούτε και στο μέλλον.»

 

Για τις ανάγκες του ρεπορτάζ φτάσαμε στον Ασπρόπυργο ένα πρωί καθημερινής, έχοντας μόνο μερικές πληροφορίες για την κατάσταση. Δεν ήταν καθόλου εύκολο να συγκεντρώσουμε στοιχεία, γιατί οι άνθρωποι που ζουν εκεί φοβούνται να μιλήσουν. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Σε κάθε αλάνα υπήρχαν εστίες φωτιάς από λάστιχα που καίγονταν, ίχνη από καμένα καλώδια, ρημαγμένα αυτοκίνητα και τόνοι σκουπιδιών και άχρηστων υλικών. Όσοι κάθονταν έξω από το σπίτι τους και μας έβλεπαν να περνάμε μας καλημέριζαν διστακτικά και καχύποπτα κι έμπαιναν βιαστικά στο σπίτι. Χρειάστηκε να πάμε αρκετές φορές για να πείσουμε κάποιους να μας πουν δυο λόγια.

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

«Είναι άσχημα τα πράγματα εδώ με τους Τσιγγάνους. Τι να κάνουν κι αυτοί; Φτωχοί άνθρωποι είναι, δεν τους βοηθάει και το κράτος. Αλλά κάνουν πολλές παρανομίες. Καίνε καλώδια, κλέβουν» μας λέει μια κυρία που μένει στον οικισμό. «Ο δήμαρχος δεν κάνει τίποτα, δεν φτιάχνει ούτε τους δρόμους, μας έχουν παρατήσει στη μοίρα μας. Εδώ είναι το σπίτι της μαμάς μου, δεν μπορώ να πάω κάπου άλλου, δεν έχουμε τίποτε άλλο. Μακάρι να μπορούσαμε να νοικιάσουμε το σπίτι μας και να φύγουμε, αλλά ποιος θα έρθει να νοικιάσει σπίτι σε αυτή την απελπισία; Αυτοί εδώ πουλάνε ναρκωτικά, κάνουν κόντρες με τα αμάξια. Να τους κάνουν ένα δικό τους χωριό» συνεχίζει και οι φλέβες στον λαιμό της πετάγονται από την απόγνωση. «Είμαστε σε αδιέξοδο». Εκείνη την στιγμή περνάει ένας έφηβος Ρομά, μας πλησιάζει απειλητικά και ρωτάει: «Γιατί βγάζει φωτογραφίες αυτός; Θα καλέσω την αστυνομία(!)». Του λέμε ότι φωτογραφίζουμε την περιοχή και ηρεμεί. Λίγη ώρα μετά φέρνει τους φίλους του για να ποζάρουν όλοι μαζί στον φωτογράφο. 

 

Όσο κυκλοφορούμε στον οικισμό, νιώθουμε την ατμόσφαιρα να γίνεται όλο και πιο βαριά και τοξική από την καύση των ελαστικών. Συναντάμε την κυρία Σούλα, από τις πιο παλιές κατοίκους της Νέας Ζωής. «Σήμερα είναι καλά, άλλες μέρες δεν μπορείς ούτε να κοιμηθείς από τη βρόμα» λέει. «Έπαθα πρόβλημα στην καρδιά και χειρουργήθηκα, πριν από λίγες μέρες βγήκα από το νοσοκομείο. Βούλωσε η βαλβίδα. Μπορεί να μην οφείλεται ακριβώς στους καπνούς, αλλά όλα παίζουν ρόλο. Μένω εδώ από το 1994».

 

Την ώρα που μιλάμε περνάει ένα αυτοκίνητο που παίζει ελληνικά λαϊκά στη διαπασών – ο οδηγός του κόβει ταχύτητα και μας τσεκάρει. Η κυρία Σούλα μας καλεί στο σπίτι της για να τα πούμε πιο ήρεμα. Είναι ένα διώροφο σπίτι, με έντονη την παρουσία των παιδιών στα δωμάτια. Το πάτωμα του καθιστικού είναι στρωμένο με σεντόνια –μάλλον κάποιοι κοιμήθηκαν στρωματσάδα– και η κουζίνα είναι φορτωμένη με ντουλάπια, όλα καθαρά και τακτοποιημένα. «Αγόρασα οικόπεδα στη Νέα Ζωή με τη σκέψη ότι θα έρθουν κι άλλοι άνθρωποι να μείνουν» εξηγεί, την ώρα που ζητάει από τη νύφη της να μας φτιάξει καφέ. «Ήρθα από τη Ρωσία με χρήματα και αποφάσισα να τα επενδύσω σε δύο οικόπεδα, για να φτιάξω σπίτια για τα παιδιά μου. Έχτισα το σπίτι μου κι έφαγα την ψυχή μου εδώ, δεν μπορώ να το αφήσω. Πριν από λίγες μέρες βγήκα από το νοσοκομείο. Δεν έχω κουράγιο να βγαίνω έξω, είδατε την κατάσταση, δεν μπορούμε ούτε να αναπνεύσουμε. Τόσα χρόνια μέσα σε αυτή την κατάσταση έχω απογοητευτεί. Είναι τόσο βρόμικα γύρω μας, ούτε να σκουπίσω το σπίτι δεν θέλω. Δεν θέλω να ξοδέψω ούτε ένα ευρώ γι’ αυτό το σπίτι πια. Δεν ακουμπάω ούτε το δαχτυλάκι μου. Μακάρι να μπορούσα να μαζέψω λίγα χρήματα για να πάρω τα παιδιά μου και να πάμε να μείνουμε αλλού. Είναι πολύ δύσκολο, όμως, στην ηλικία μου και στην κατάστασή μου να βρω δουλειά. Ήρθα στην Ελλάδα το 1990 και ήταν πολύ διαφορετικά τότε. Ήταν πολύ καθαρά, γι’ αυτό αγόρασα το οικόπεδο. Το χειρότερο που έγινε εδώ ήταν που άνοιξαν η χωματερή και τα σιδεράδικα, το 1993. Μέχρι τότε ήμασταν μια χαρά, παρ’ ότι ήταν ερημιά. Και το σπιτάκι που έφτιαξα ήταν το πιο ωραίο απ’ όλα. Έβαλα ντουλάπια πανάκριβα, καλά έπιπλα. Έχουν μεγαλώσει δύο παιδιά και οκτώ εγγόνια μέσα σε αυτό το σπίτι. Είναι δύο όροφοι, σχεδόν 200 τετραγωνικά, μόνο ο ΕΝΦΙΑ σε τσακίζει. Και σε μισή τιμή θα το πούλαγα αν μπορούσα, αλλά κανείς δεν το αγοράζει. Κι αν το αφήσω και φύγω, θα γίνει κατάληψη σίγουρα. Μια γειτόνισσά μου που έφυγε από το σπίτι της το έχασε, το κατέλαβαν Ρομά με πολλά παιδιά και μετά δεν μπορούσε να τους βγάλει με τίποτα, ούτε καν με εισαγγελική εντολή. Προστατεύονται ως μειονότητες». Μας δείχνει φωτογραφίες των παιδιών της και των εγγονιών της και δακρύζει. «Εδώ πλέον δεν έρχονται ούτε τα σκουπιδιάρικα. Κάνουμε φασαρία για να έρθουν και να μαζέψουν τα σκουπίδια. Δεν έχουμε πρόβλημα με τους ανθρώπους που μένουν στις παράγκες και στους καταυλισμούς, αν αυτοί βολεύονται εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Αλλά είναι τα σκουπίδια, τα λάστιχα που καίνε, που πυροβολούν στον αέρα όποτε τους έρθει. Νιώθουμε σαν να είμαστε σε πόλεμο. Ακόμη και ο πόλεμος κάποια στιγμή τελειώνει, εδώ η κατάσταση δεν έχει αλλάξει καθόλου εδώ και είκοσι χρόνια, και μάλλον δεν θα αλλάξει ούτε και στο μέλλον. Δεν μπορείς να αφήσεις την πόρτα ανοιχτή, κλέβουν συνέχεια. Έχουμε διαφωνίες για τα πιο απλά πράγματα. Τσακωνόμαστε για τους κάδους, για το πού θα πετάξουμε τα σκουπίδια μας – αν είναι δυνατόν. Με το ρεύμα έχουμε καταστραφεί. Ανεβαίνουν στις κολόνες και παίρνουν ρεύμα για τις σκηνές τους, κάνουν ζημιές και κόβεται η ηλεκτροδότηση στην περιοχή για ώρες. Η ΔΕΗ έρχεται μόνο με συνοδεία αστυνομίας εδώ. Ο γιος μου δούλευε από 18 χρονών και τώρα δεν μπορεί να βρει δουλειά με τίποτα. Δεν είμαστε αγράμματοι, στη Ρωσία σπούδασα και ήρθα εδώ για καλύτερη ζωή, αλλά τελικά είναι πολύ χειρότερα. Και αν θέλω να πάω στα δικαστήρια, χρειάζονται χρήματα κι εγώ δεν έχω. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο άσχημα είναι τα πράγματα. Έχουν κλέψει τα ποδήλατα των παιδιών. Η κόρη μου πρέπει να κάνει ασκήσεις γιατί έχει σκολίωση και δεν μπορεί να βγει έξω, φοβάται. Δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνη της στον δρόμο, δεν τολμάμε να πάμε πουθενά με τα πόδια, θέλουμε συνέχεια φύλακες, τα κορίτσια μας τα πάμε παντού με συνοδεία. Στο σχολείο, στο φροντιστήριο, παντού, γιατί αν βγουν μόνα τους, τα πειράζουν. 

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Για το κάψιμο, ούτε συζήτηση. Κλέβουν αυτοκίνητα και τα καίνε. Ακριβά αυτοκίνητα. Αλλά δεν φωνάζουμε την αστυνομία γιατί μάθαμε να κοιτάζουμε τον εαυτό μας και να τον προστατεύουμε μόνοι μας. Δεν ασχολείσαι με το τι κάνει ο γείτονας για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Έτσι κι αλλιώς, τα ξέρουν όλα στην αστυνομία. Όταν πάω στο δημαρχείο και στο αστυνομικό τμήμα για να παραπονεθώ με ακούνε, αλλά δεν κάνει κανείς τίποτα. Τουλάχιστον, ας κάνουν κάτι για να σταματήσουν να καίνε τα λάστιχα».   

 

Ο κύριος Μιχάλης διατηρούσε μια επιχείρηση στον οικισμό και έχει ζήσει πολλά τα τελευταία χρόνια. «Τα πράγματα είναι χάλια. Είμαστε μέσα στα σκουπίδια. Αν πάτε μέσα στον οικισμό, θα δείτε φοβερά πράγματα. Πρέπει η κυβέρνηση να κάνει κάτι. Όταν καίνε τα λάστιχα, είναι απίστευτη η κατάσταση, μας έχουν αρρωστήσει. Έχω κάνει bypass και νομίζω ότι το πρόβλημά μου δημιουργήθηκε από τις αναθυμιάσεις. Ζούσα στο Καζακστάν και το 1990, που ήρθα στην Ελλάδα με την ελπίδα να φτιάξω μια καλύτερη ζωή, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι μια μέρα θα ζούσα στα σκουπίδια».

 

Λόγω της καύσης των καλωδίων και των ελαστικών, η ατμόσφαιρα γεμίζει διοξίνες, που δεν είναι βλαβερές μόνο για τους κατοίκους του Ασπροπύργου αλλά και για τους υπόλοιπους Αθηναίους, και ας μην το καταλαβαίνουν. Οι διοξίνες περνάνε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να καταστρέφεται ο υδροφόρος ορίζοντας.

 

Λίγο πιο κάτω μένουν οι Ρομά και από ένα σημείο και πέρα είναι αδύνατον να πλησιάσεις. Είναι χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα: σε αυτούς που ασχολούνται με το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, οι οποίοι καίνε τα καλώδια και τα λάστιχα, και στους άλλους, τους πιο «φιλικούς», που προσπαθούν να επιβιώσουν σε κακές, φτωχικές συνθήκες, μαζεύοντας σκουπίδια από τη χωματερή των Λιοσίων. «Μην πας προς τα κει» μου λέει ένα πιτσιρίκι που μας συνοδεύει στην ξενάγηση στη γειτονιά. «Εγώ δεν πάω ποτέ στον καταυλισμό γιατί φοβάμαι. Οι γύφτοι δεν φοβούνται τίποτα».

 

«Η Νέα Ζωή, δυστυχώς, είναι μια περιοχή που θεωρείται μεν βιομηχανική, αλλά χτίστηκαν εκεί κάποια σπίτια σε αγροτεμάχια που δεν ήταν κατάλληλα να φιλοξενήσουν κατοικίες» λέει ο κ. Μελετίου, δήμαρχος του Ασπρόπυργου. «Όταν έπεσε το καθεστώς στην Ανατολική Ευρώπη και ήρθαν μαζικά άνθρωποι ελληνικής καταγωγής για να επαναπατριστούν, υπήρξαν πολλές στεγαστικές ανάγκες και η Νέα Ζωή πρόσφερε φτηνή γη. Αυτά τα οικόπεδα ιδιωτικοποιήθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, που ήταν στη μόδα να έχεις οικόπεδο έξω από την Αθήνα, και το 1976 κηρύχθηκαν μη οικοδομήσιμα. Οι άνθρωποι που τα αγόρασαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έπεσαν ουσιαστικά θύματα απάτης, γιατί αγόρασαν οικόπεδα μη οικοδομήσιμα. Πίστεψαν ότι βρήκαν ένα οικόπεδο για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, να φτιάξουν τα σπίτια τους και να φύγουν από το ενοίκιο. Φυσικά, όλα αυτά ήταν αυθαίρετα – και στην Ελευσίνα και στα Λιόσια και στο Μενίδι το ίδιο. Το 1976 έγιναν πολλές βιομηχανίες στην περιοχή. Όταν ξεκίνησε το μεγάλο κύμα των μεταναστών στις αρχές της δεκαετίας του ’90, πολλοί από αυτούς βρήκαν δουλειές στα χωράφια, σε διάφορα χωριά της Ελλάδας, κάτι που μέχρι τότε έκαναν οι Ρομά. Γι’ αυτό οι Ρομά αναγκάστηκαν να κατέβουν στις πόλεις και να αναζητήσουν νέους τρόπους για να επιβιώσουν. Οι χωματερές ήταν μια διέξοδος γι’ αυτούς. Εκεί μπορούσαν να βρουν κομμάτια χαλκού από καλώδια και κάποια σίδερα, για τα οποία υπήρχε ζήτηση από τους σκράπερ στην Αθήνα. Οι χωματερές έγιναν πόλος έλξης για τους Ρομά απ’ όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, κυρίως για όσους ήρθαν από την Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Έτσι δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα στην περιοχή. Επειδή το μεροκάματο στη χωματερή δεν τους αρκεί, δυστυχώς καταπιάνονται και με άλλες δραστηριότητες – τους οργάνωσαν μερικοί ξύπνιοι που τους εκμεταλλεύονται. Κι επειδή τους προστατεύουν κάποιες ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι έχουν αναπτύξει απρεπή και παράνομη συμπεριφορά στην περιοχή, καταλήξαμε να μην μπορούμε να αναπνεύσουμε, κυριολεκτικά. Λόγω της καύσης των καλωδίων και των ελαστικών, η ατμόσφαιρα γεμίζει διοξίνες, που δεν είναι βλαβερές μόνο για τους κατοίκους του Ασπροπύργου αλλά και για τους υπόλοιπους Αθηναίους, και ας μην το καταλαβαίνουν. Οι διοξίνες περνάνε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να καταστρέφεται ο υδροφόρος ορίζοντας. Εκτός από αυτή την παρανομία, μιλάμε και για ποινικά αδικήματα, όπως το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, οι ληστείες, οι κλοπές φρεατίων, κάδων. Αυτοί που έρχονται και καταπατούν τη γη και κάνουν κατάληψη στις κατοικίες δεν είναι κάτοικοι του Ασπροπύργου. Και είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πόλη μας αυτόν τον καιρό.

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Οι Ρομά έχουν μάθει να ζουν με αυτόν το νομαδικό τρόπο ζωής και είναι δύσκολο να προσαρμοστούν στις δομές της σύγχρονης κοινωνίας, να μένουν σε σπίτι, να πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, να κάνουν μια δουλειά νόμιμη, όπως όλος ο κόσμος. Δεν ξέρω κανέναν Ρομά στην πόλη μας που να κάνει κάποια νορμάλ δουλειά. Δεν είναι αρμοδιότητα του δήμου να τους βρει στέγη και εργασία, ούτε δική μας. Όσον αφορά την παραβατικότητα, πάλι δεν είναι θέμα του δήμου. Οι αστυνομικοί, μετά τη δύση του ηλίου, δεν πηγαίνουν στην περιοχή λόγω επικινδυνότητας. Για να πάνε μέχρι εκεί, πρέπει να γίνει οργανωμένη επιχείρηση. Γίνονται κάποιες επιχειρήσεις και πάντα ένας μεγάλος αριθμός συλλαμβάνεται μετά από απόφαση του εισαγγελέα, κυρίως για εμπόριο όπλων και ναρκωτικών. Αυτές οι παρεμβάσεις δεν είναι αρκετές γιατί το αστυνομικό τμήμα έχει ελλείψεις στο προσωπικό. Πάντως, η περιοχή βράζει και σύντομα κάτι πολύ κακό θα συμβεί. Αν η πολιτεία θέλει να λύσει το πρόβλημα, πρέπει να βρει μέρη για να στεγάσει τους Ρομά. Πριν από μερικά χρόνια τους χορηγήθηκαν στεγαστικά δάνεια, αγόρασαν σπίτια και στη συνέχεια τα νοίκιασαν. Ας παρασχεθεί στέγη σε όσους δεν έχουν πάρει δάνειο και θέλουν να στεγαστούν. Ο Δήμος του Ασπροπύργου έχει κάνει το χρέος του, έχει χορηγήσει στέγη σε 400 οικογένειες που αποφάσισαν να αλλάξουν τρόπο ζωής. Είναι πολύ δύσκολο να συζητήσεις μαζί τους, γιατί αλλά λένε σήμερα και άλλα κάνουν αύριο. Φταίει και η πολιτεία που έχει αφήσει ανεξέλεγκτα τα σκραπ –τις επιχειρήσεις παλιού σιδήρου−, χωρίς άδεια λειτουργίας, στην Αθήνα. Αν δεν έχεις άλλον τρόπο για να ζήσεις, καις πλαστικά και πουλάς σίδηρο για να βγάλεις μεροκάματο. Πρέπει να απομακρυνθούν από την περιοχή. Τα πιο μεγάλα θύματα είναι τα παιδιά τους. Το κράτος τούς επιδοτεί για να τα γράψουν στο σχολείο. Εκείνοι τα φέρνουν για λίγο και στην πορεία τα σταματάνε.

 

Οι Πόντιοι είναι εγκλωβισμένοι σε αυτή την κατάσταση. Πού να πάνε; Με τόσο κόπο έχτισαν ένα σπίτι, και αν φύγουν, την επόμενη μέρα θα καταπατηθεί. Προσπαθούμε να εντάξουμε τον Ασπρόπυργο στο σχέδιο ανάπτυξης βιομηχανικής περιοχής, ούτως ώστε να καταφέρουμε να σώσουμε τους δημότες του που είναι εγκλωβισμένοι.

 

Τι λύσεις υπάρχουν; Η χωματερή πρέπει να φυλάγεται καλύτερα και τα παράνομα σκραπ να κλείσουν, να δημιουργηθεί ένα πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα. Η περιοχή του Θριάσιου Πεδίου καλύπτει το 70% της συνολικής ελληνικής βιομηχανίας, δεν μπορούν να γίνονται επιθέσεις από Ρομά σε σεκιουριτάδες. Οι ΜΚΟ θέλουν το καλό τους, τους φροντίζουν, αλλά δεν τους συμβουλεύουν σωστά και μας μηνύουν για ρατσιστική συμπεριφορά. Όλη την κακή συμπεριφορά των Ρομά τη δέχονται οι μόνιμοι κάτοικοι του Ασπροπύργου. Αυτοί τα πληρώνουν όλα».

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

«Στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Ασπροπύργου είναι εγγεγραμμένοι 330 μαθητές και το ποσοστό των Ρομά είναι 87%» λέει η κυρία Βαβούλη, δασκάλα στο μοναδικό σχολείο της περιοχής. «Ο Σύλλογος Διδασκόντων αποτελείται από 31 εκπαιδευτικούς. Εκτός από τα βασικά μαθήματα, στο σχολείο μας υλοποιούνται προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, αγωγής υγείας, πολιτιστικών θεμάτων, καθώς και διάφορες δράσεις σε επετείους ή παγκόσμιες ημέρες, με σκοπό την ευαισθητοποίηση-ενεργοποίηση των παιδιών μέσα από δραστηριότητες που καλλιεργούν την ομαδικότητα, τη συνεργασία, την αποδοχή, την αλληλεγγύη και τον σεβασμό. Αυτές είναι αξίες αναγκαίες για τον αυριανό ενεργό πολίτη.

 

Είναι γεγονός ότι για την εκπαίδευση των παιδιών Ρομά απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, γιατί για την οικογένεια Ρομά το σχολείο δεν έχει την ίδια αξία που έχει για τις άλλες οικογένειες. Γι’ αυτό πρέπει να φροντίζουμε για την εγγραφή των παιδιών και με επισκέψεις στον καταυλισμό. Ένα παιδί μπορεί να διακόψει τη φοίτησή του είτε γιατί δεν έχει ρούχα ή παπούτσια, είτε γιατί η οικογένειά του έχει οικονομικά ή οικογενειακά προβλήματα, είτε για οποιονδήποτε λόγο που δεν αφορά ένα παιδί αλλά το “οικογενειακό” δίκαιο που απαιτεί τη συμμετοχή του. Σε όλα αυτά εμείς προσπαθούμε να βρούμε λύσεις, ώστε το παιδί να μη λείπει από το σχολείο και στις περισσότερες περιπτώσεις το καταφέρνουμε. Στην προσπάθειά μας έχουμε πολλούς υποστηρικτές, όπως το Ινστιτούτο Prolepsis, για τη σίτιση των παιδιών, οι Γιατροί του Κόσμου, για έκδοση δελτίων Υγείας, εμβολιασμούς, οφθαλμολογικές εξετάσεις και οδοντιατρικές εργασίες και εξετάσεις, η ΜΚΟ World in Harmony που έχει αναλάβει τη σίτιση του oλοήμερου σχολείου, τη χρηματοδότηση τμήματος χορού και προσφέρει γραφική ύλη, ρούχα και παπούτσια. Ανάλογες προσφορές έχουμε από πολλά σχολεία, ιδιώτες, συγγενείς, και φίλους.

 

Μετά από 25 χρόνια υπηρεσίας στο σχολείο αυτό και έχοντας πια μαθητές τα παιδιά μαθητών μου, μπορώ να πω ότι υπάρχει μεγάλη βελτίωση και ως προς τη φοίτηση-αποφοίτηση (το 90% αποφοιτά) και ως προς την επικοινωνία. Δυστυχώς, όσοι αποφοιτούν δεν συνεχίζουν στην επόμενη βαθμίδα. Τα περισσότερα αγόρια πηγαίνουν στο γυμνάσιο, αλλά μικρό ποσοστό αποφοιτά, ενώ τα κορίτσια δεν πηγαίνουν σχεδόν καθόλου. Ένα-δύο που τολμούν, εγκαταλείπουν σύντομα. Υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό αγοριών ηλικίας 16-17 χρονών που προσπαθεί να συνεχίσει στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας.

 

Για να επιτευχθεί η κοινωνική ένταξη της ομάδας αυτής, απαιτείται η λύση του στεγαστικού προβλήματος, η εξασφάλιση ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης και η κινητοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών, ώστε να μην υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε τριτοκοσμικές συνθήκες, άκρως επικίνδυνες για την υγεία, τη σωματική τους ακεραιότητα αλλά και για την ψυχική τους υγεία. Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας, να κατανοήσουν τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις τους και να αναβαθμιστεί η θέση της γυναίκας Ρομά, της οποίας ο ρόλος είναι ως παιδάκι να μεγαλώνει τα μικρότερα αδέρφια και ως έφηβη να γίνεται μάνα».

 

Φεύγοντας, κάνουμε άλλη μια βόλτα, προσεγγίζοντας όσο γίνεται τον καταυλισμό με τις παράγκες. Σε μία που είναι περιφραγμένη και δεν μπορείς να πλησιάσεις ξεχωρίζουμε δύο νεαρούς άντρες με Καλάσνικοφ. Δεν τολμάμε να πάμε πιο κοντά. Ούτε καν ο φωτογράφος δεν σηκώνει τη μηχανή του. Είναι λίγο πριν από τις τρεις το μεσημέρι.

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Δεν έχουμε πρόβλημα με τους ανθρώπους που μένουν στις παράγκες και στους καταυλισμούς, αν αυτοί βολεύονται εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Αλλά είναι τα σκουπίδια, τα λάστιχα που καίνε, που πυροβολούν στον αέρα όποτε τους έρθει. Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Την ώρα που μιλάμε περνάει ένα αυτοκίνητο που παίζει ελληνικά λαϊκά στη διαπασών – ο οδηγός του κόβει ταχύτητα και μας τσεκάρει. Η κυρία Σούλα μας καλεί στο σπίτι της για να τα πούμε πιο ήρεμα. Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO

 

Η LIFO στο γκέτο της Αθήνας όπου ακόμα και τα σκουπιδιάρικα πάνε με συνοδεία της αστυνομίας
Φωτο: Παναγιώτης Μαΐδης / LIFO