Καθώς κατηφορίζουμε στην οδό Αβέρωφ στα Ιωάννινα, παρατηρούμε δεξιά και αριστερά μαγαζιά με είδη λαϊκής τέχνης, κυρίως αργυροχρυσοχοΐας και χαλκουργίας.

 

Στα μισά του δρόμου, ανάμεσα στα καινούρια μαγαζιά κοσμημάτων που υπάρχουν, βρίσκεται και μια μικρή παλιά μπορντό βιτρίνα γεμάτη παραδοσιακά ασημένια κοσμήματα, ασημένιες ζώνες με περίτεχνες πόρπες, σπαθιά με ασημένιες λαβές και αριστερά και δεξιά της εισόδου κρεμασμένες δύο παραδοσιακές ηπειρώτικες στολές. Η μικρή αυτή βιτρίνα σε κάνει να θέλεις να δεις τι υπάρχει μέσα στο μαγαζί, ποιος κρύβεται μέσα σε αυτό το παραδοσιακό, σκοτεινό μέρος που μοιάζει να έχει απομείνει στα Γιάννενα από την εποχή της τουρκοκρατίας.

 

Η αργυροτεχνία συνδέεται άρρηκτα με την παράδοση και την πολιτιστική κληρονομιά των Ιωαννίνων και της Ηπείρου γενικότερα. Το ασήμι δουλεύεται στα Ιωάννινα από τους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Τότε που η πόλη, λόγω της θέσης της και της στήριξής της από τοπικούς ηγεμόνες, αναπτύσσονταν οικονομικά.

 

Την περίοδο της τουρκοκρατίας, επί κυριαρχίας του Αλή Πασά (1788-1822), η περιοχή εξελίχθηκε σε εμπορικό κέντρο. Ο ίδιος ο Αλή Πασάς, λάτρης αντικειμένων λαϊκής τέχνης, δημιούργησε μέσα στο παλάτι του εργαστήρια με τους καλύτερους αργυροτεχνίτες και οι δημιουργίες τους κατάφεραν να φτάσουν έως τις περιοχές της Δυτικής Ευρώπης.

 

Πέρα από τα Γιάννενα  η τέχνη άνθισε και σε άλλα μέρη της Ηπείρου, όπως στους Καλαρρύτες (Τζουμέρκα), το Μέτσοβο και την Κόνιτσα. Ποιος δεν γνωρίζει άλλωστε τον παγκοσμίου φήμης ιταλικό οίκο BVLGARI που δημιουργήθηκε από τον Σωτήρη Βούλγαρη, έναν αργυροχόο με καταγωγή από τους Καλαρρύτες, που κατάφερε να γίνει από τους πιο καταξιωμένους οίκους κοσμημάτων στον κόσμο.

 

Το 1985 υπήρχαν 185 εργαστήρια στην περιοχή ενώ πλέον υπάρχουν μόνο 70.

 

Ένας αργυροτεχνίτης-έμπορος της Αβέρωφ

Γνήσιος κληρονόμος της παραδοσιακής αργυροτεχνίας είναι ο Γιώργος Μουσαφίρης, ο άνθρωπος που συναντάς μπαίνοντας στο μικρό μπορντό μαγαζί της οδού Αβέρωφ στα Ιωάννινα. Κάθεται στο βάθος, σε ένα ξύλινο γραφείο, περιτριγυρισμένος από κάθε λογής ασημένιες, χειροποίητες δημιουργίες. Τεχνίτης και ο ίδιος, με καταγωγή από τους Καλαρρύτες, ανήκει στην τρίτη γενιά αργυροτεχνιτών. Έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του που δούλευε για 28 χρόνια ως αργυροτεχνίτης στην Ρώμη.

 

Μουσαφίρης Ιωάννινα
Ο κ. Μουσαφίρης στο μαγαζί του.

 

 «Όταν ξεκίνησα τη δουλειά έπαιρνα τις βαλίτσες μου και ταξίδευα στα νησιά για να πουλήσω τις δημιουργίες μου σε καταστήματα» αναφέρει ο κ. Μουσαφίρης, ο οποίος τα πρώτα χρόνια που δούλευε ως τεχνίτης δεν είχε ακόμα μαγαζί για να εκθέτει τα έργα του. Το 1987 αγόρασε το μικρό μαγαζί στην οδό Αβέρωφ από τον Χατζή, έναν γνωστό έμπορο της εποχής που το πουλούσε αφού αποφάσισε να βγει σε σύνταξη.

 

«Ενδιαφερόμουν για το συγκεκριμένο μαγαζί πολλά χρόνια γιατί μου άρεσε που ήταν παραδοσιακό και πάντα αγαπούσα την παράδοση. Δεν έβαλα ούτε αλουμίνια ούτε πλακάκια στο πάτωμα, τα άφησα όλα ξύλινα όπως τα είχε ο Χατζής» αναφέρει. Ακόμη και ο βαλσαμωμένος αλιγάτορας που υπάρχει σαν σήμα κατατεθέν του μαγαζιού, μου είπε πως είναι στο ίδιο σημείο, πάνω από την πόρτα της εισόδου, όπως ακριβώς τον άφησε ο προκάτοχός του.

 

«Σήμερα, με τα σύγχρονα μηχανήματα, λίγοι τεχνίτες κάνουν από την αρχή μέχρι το τέλος χειροποίητη δουλειά» μου εξηγεί. Το 1985 υπήρχαν 185 εργαστήρια στην περιοχή ενώ πλέον υπάρχουν μόνο 70. «Τα νέα παιδιά δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τη δουλειά» αναφέρει ο κ. Μουσαφίρης. «Τα δικά μου παιδιά σπούδασαν και δεν ασχολήθηκαν με την τέχνη μου».

 

Έχοντας ελπίδες πως δεν θα σβήσει η παράδοση των αργυροτεχνιτών  από την οικογένειά του, μου εξήγησε πως τις ώρες που κατασκευάζει κοσμήματα στο εργαστήριό του, βάζει πάντα δίπλα του τέσσερα σκαμπό, ένα για το κάθε του εγγόνι. «Κάθονται με τις ώρες δίπλα μου και με παρακολουθούν να δουλεύω, ίσως μεγαλώνοντας κάτι να τους μείνει και να αγαπήσουν αυτήν τη δουλειά» λέει.

 

Πρώτες ύλες προμηθευόταν από την Αθήνα. Σήμερα όμως προτιμά να τις παίρνει από μικρότερους εμπόρους στα Γιάννενα καθώς δεν έχει ανάγκη από μεγάλες ποσότητες. «Παλιά έπαιρνα 100 κομμάτια πέτρες, σήμερα θα πάρω 10 γιατί έχω μαζέψει πολύ στοκ. Αφού, πολλές φορές, λέω πως όταν δεν θα ζω όλες αυτές οι πανέμορφες πέτρες που έχω στο εργαστήρι θα πάνε στα σκουπίδια».

 

Αντικείμενα από το μαγαζί του κυρίου Μουσαφίρη.
Αντικείμενα από το μαγαζί του κ. Μουσαφίρη.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες οι τεχνίτες της πόλης επλήγησαν από τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές μεγάλου όγκου κοσμημάτων, κυρίως από την Κίνα, αλλά και τις συνεχόμενες αντιγραφές των παραδοσιακών μοτίβων και διακοσμητικών της γιαννιώτικης τέχνης.

 

Προσπαθώντας να ακολουθήσει την εποχή και τις τάσεις ο κ. Μουσαφίρης σήμερα δημιουργεί κυρίως σκουλαρίκια και μικρά κολιέ που φαίνεται να πωλούνται ευκολότερα, ακολουθώντας όμως πάντα τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής και τα παραδοσιακά διακοσμητικά μοτίβα.

 

Καθώς μου μιλά, κρατά τα χέρια του απασχολημένα, τοποθετώντας με ένα πενσάκι μικρές κόκκινες πέτρες σε ένα παραδοσιακό κολιέ . «Όποτε έρχομαι στο μαγαζί και είμαι μακριά από το εργαστήριο, παίρνω μαζί μου πάντα ένα κόσμημα και λίγα εργαλεία και το τελειοποιώ, δεν μπορώ να κάθομαι. Μπορεί η τέχνη αυτή να θέλει πολλή υπομονή, αλλά άμα συνηθίσεις να δημιουργείς με τα χέρια σου το οτιδήποτε, δύσκολα μετά μένεις σε απραξία» αναφέρει. 

 

Το 2019 ασημένια κοσμήματα, κορνίζες και μικρά διακοσμητικά ταξίδεψαν πολύ γρήγορα από την Ήπειρο σε μια άλλη ήπειρο, αφού ο κ. Μουσαφίρης με τη βοήθεια του γιου του και της τεχνολογίας, κατάφερε να πουλήσει στον Καναδά κάποια παραδοσιακά γιαννιώτικα είδη.

 

Σκουλαρίκια από το μαγαζί του κυρίου Μουσαφίρη
Σκουλαρίκια από το μαγαζί του κ. Μουσαφίρη
Κόκκοι από ασήμι
Κόκκοι από ασήμι.
 

 

Τεχνικές αργυροτεχνίας από τους παλαιότερους τεχνίτες στα εργαστήρια του ΚΕΠΑΒΙ

Το Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας Ιωαννίνων (ΚΕΠΑΒΙ) βρίσκεται στο παραλίμνιο της πόλης και αποτελεί ένα καλά οργανωμένο κτιριακό συγκρότημα όπου συστεγάζονται εργαστήρια αργυροτεχνιτών από το 2005, με σκοπό να προωθηθεί και να διατηρηθεί η λαϊκή τέχνη των Ιωαννίνων, που είναι από τις λίγες που παραμένουν ζωντανές. Έχει υποδομές για να φιλοξενήσει έως και 60 εργαστήρια.

 

Σήμερα συμμετέχουν 17 μέτοχοι (εργαστήρια) καθώς μετά την πανδημία ο κλάδος υπέστη ένα γερό πλήγμα. Ο επισκέπτης μπορεί να έρθει σε επαφή με τους τεχνίτες, να δει τα εργαστήριά τους ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί εκθετήριο πώλησης αντικειμένων αργυροχοΐας και διαδραστική αίθουσα της ιστορίας τέχνης της γιαννιώτικης αργυροχοΐας.

 

Οι κυριότερες τεχνικές της αργυροτεχνίας είναι η χυτή, η συρματερή ή φιλιγκράν, η σκαλιστή με πίσσα και η χαρακτή. Έως και τις αρχές του 20ού αιώνα οι τεχνίτες συμμετείχαν σε ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής ενός αντικειμένου. Τα επόμενα χρόνια, έως και σήμερα, οι τεχνίτες εξειδικεύονται και με τη βοήθεια της τεχνολογίας οργανώνουν ανάλογα την παραγωγή τους.

 

ΚΕ.ΠΑ.Β.Ι
Είσοδος εκθετηρίου ΚΕΠΑΒΙ.

 

Σε ένα από τα εργαστήρια του ΚΕΠΑΒΙ συναντώ, με τη βοήθεια του διευθυντή του κέντρου, Χρήστου Δημητρίου, δύο από τους εναπομείναντες τεχνίτες (2-3 σε όλα τα Γιάννενα) που μέχρι σήμερα δημιουργούν αντικείμενα με την παραδοσιακή χυτή τεχνική και με αυτή του φιλιγκράν. Είναι φίλοι, κοντά στα 70 και έχουν πορευτεί μαζί στη δουλειά αυτή, θαυμάζοντας ο ένας το έργο του άλλου.

 

Ο Χρήστος Σιαπατόρης είναι τεχνίτης που διατηρεί το εργαστήριό του στο ΚΕΠΑΒΙ και δημιουργεί σκεύη και εκκλησιαστικά είδη μέσα από τη παραδοσιακή διαδικασία της χύτευσης στο χώμα. Τοποθετεί αντικείμενα μέσα σε καλούπια με χώμα ώστε να μείνει το σχήμα τους ανάγλυφο και ρίχνει μέσα το λιωμένο ασήμι ώστε να πάρει το σχήμα του αντικειμένου που τοποθέτησε.  

 

Στην άλλη πλευρά του εργαστηρίου ο Γιάννης Μεντής, ο ζωντανός θρύλος του φιλιγκράν, όπως αναφέρουν όσοι γνωρίζουν τη δουλειά του, είναι πλέον συνταξιούχος τεχνίτης και κάθε πρωί εξακολουθεί να επισκέπτεται το εργαστήριο του φίλου του. Η παραδοσιακή τεχνική του φιλιγκράν είναι η πιο απαιτητική από όλες γιατί ο δημιουργός μέσα από μαλακές, εύκαμπτες  βέργες ασημιού, που τις φτιάχνει μόνος του, πρέπει να δημιουργήσει σχέδια και να δώσει τη μορφή που θέλει στα κοσμήματά του. Απαιτεί φαντασία και λεπτοδουλειά.

 

Χρήστος Σιαπατόρης και Γιάννης Μεντής
Χρήστος Σιαπατόρης (αριστερά) και Γιάννης Μεντής (δεξιά).

 

Οι δύο φίλοι δεν σταματούν να μου διηγούνται τις αναμνήσεις τους από τη δεκαετία του 70 στην οδό Αβέρωφ, τότε που και οι δύο δούλευαν μαζί με τους πιο έμπειρους τεχνίτες της εποχής. Τότε που κάθε βέρος Γιαννιώτης είχε στο σπίτι του τουλάχιστον 10 ασημένια διακοσμητικά και ασημένια μαχαιροπήρουνα. Τότε που κανένας από τους δύο δεν είχε αρκετά χρήματα για να αγοράσει δύο κιλά ασήμι, μια που κόστιζε 1.000 δραχμές το κιλό. «Εμείς δεν ήμασταν από οικογένειες που είχαν παράδοση στην αργυροτεχνία. Είμαστε αυτοδημιούργητοι. Όσοι είχαν πολλές γενιές στη δουλειά είχαν γεμάτα τα συρτάρια με πέτρες και ασήμι» υποστηρίζουν.

 

«Μαθήτευσα στη σχολή Αργυροτεχνίας του Γεωργίου Σταύρου το ΄66. Τότε βγήκαν πολλοί και καλοί τεχνίτες στα Γιάννενα. Η σχολή ήταν τρία χρόνια αλλά ήρθε η δικτατορία του Παπαδόπουλου την εποχή που φοιτούσα και την έκλεισε, μόλις έναν χρόνο πρόλαβα» μου λέει ο κ. Μεντής που πέρασε 10 χρόνια δίπλα σε άλλους μαστόρους στην Αβέρωφ μέχρι να γίνει ο ίδιος τόσο καταξιωμένος τεχνίτης.

 

Αν δεις από κοντά όσα αντικείμενα έχει δημιουργήσει με τα χέρια του, «θα τα προσκυνήσεις», λέει χαρακτηριστικά ο φίλος του, κ. Σιαπατόρης. Ορισμένα από τα αριστουργηματικά εκθέματα του Μουσείου Αργυροτεχνίας στο λόφο του Ιτς Καλέ είναι έργα της φαντασίας και των χεριών του κ. Μεντή.

 

Συμφωνούν πως η αργυροτεχνία στην παραδοσιακή της μορφή έχει τελειώσει πλέον στην πόλη. «Πρέπει να ξεχωρίζουμε την παραδοσιακή τέχνη από τη βιομηχανική τέχνη. Τα πάντα βγαίνουν βιομηχανοποιημένα πλέον, δεν γίνεται η δουλειά με το χέρι» εξηγεί ο κ. Σιαπατόρης. 

 

Ένας σύγχρονος τεχνίτης

Νίκος Γκόλας
Ο Νίκος Γκόλας στην είσοδο του εργαστηρίου του, που είναι εμπνευσμένη από πίνακα του Μαγκρίτ.

 

Προσπάθεια για διατήρηση της παράδοσης, αλλά με σύγχρονους τρόπους επεξεργασίας κάνει μέσα από το μοντέρνο εργαστήριό του στον χώρο του ΚΕΠΑΒΙ ο Νίκος Γκόλας και η ομάδα του. Σε συνεργασία με μαθητές της σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων δημιουργεί σύγχρονα κοσμήματα από ασήμι.

 

Μαζί με τον γλύπτη σκέφτονται τη μορφή του κοσμήματος και δημιουργούν τη φόρμα του. Ψηφιοποιούν τη μορφή που δημιούργησε ο γλύπτης και την εκτυπώνουν σε 3D εκτυπωτή. Έπειτα, με σύγχρονα μηχανήματα, κάνουν το δημιούργημα ασημένιο.

 

Για να γίνει, ωστόσο, το τελικό φινίρισμα και να αποδοθούν οι απαιτούμενες σκιάσεις χρειάζεται λεπτή δουλειά με το χέρι και παραδοσιακές μέθοδοι. Όπως αναφέρει ο κ. Γκόλας, «θεωρώ πως η παράδοση στη λαϊκή τέχνη που υπάρχει στην περιοχή είναι κάτι που πρέπει να εξελίσσεται. Πρέπει να κρατήσουμε ο,τι θετικό έχει η παράδοση εξυπηρετώντας όμως σύγχρονες ανάγκες και αξιοποιώντας τα σύγχρονα μέσα».

 

Το κοινό χαρακτηριστικό και των τεσσάρων τεχνιτών ήταν πως βλέπουν την αργυροτεχνία ως μια καλλιτεχνική δημιουργία και όχι σαν ένα στεγνό επάγγελμα. «Η πόλη των ασημουργών σας καλωσορίζει» γράφει η πινακίδα στην είσοδο της πόλης των Ιωαννίνων, αλλά ο κ. Μεντής μού τόνισε πως δεν θέλει να τους αποκαλούν ασημουργούς γιατί δεν δούλευαν απλά το ασήμι, αλλά έκαναν έργα τέχνης με αυτό. Προτιμά το αργυροτεχνίτης.

 

Ήταν τέτοια η ομορφιά των δημιουργημάτων των παλιών τεχνιτών που στη συνείδηση του κόσμου η λέξη μάλαμα αναφερόταν στο ασήμι και στο χρυσό. «Η πόλη των αργυροτεχνιτών λοιπόν σας καλωσορίζει», μια πόλη που χάρη στους τεχνίτες της θα μένει πάντα στο μυαλό μας ως «μαλαματένια».