Εξαφανίστηκε από το Δρομοκαΐτειο, όπου μεταφέρθηκε αρχές του χρόνου κατόπιν εισαγγελικής εντολής, ύστερα από ενέργειες συγγενών του, με πρώτη «στάση» το Ψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Μυτιλήνης, όπου είχε, όπως λέγεται, νοσηλευτεί το περσινό καλοκαίρι (οι εκατέρωθεν αρμόδιοι ήταν, γενικά, πολύ φειδωλοί σε εξηγήσεις). Η σχετική ανακοίνωση του Silver Alert, μάλιστα, όπου απεικονίζεται φορώντας το αγαπημένο της κολιέ-ρεπλίκα εκείνου που προτιμούσε η Τζάκι Ωνάση, βγήκε σχεδόν ενάμιση μήνα μετά το συμβάν. Μαρτυρίες την ήθελαν ακολούθως να εμφανίζεται από τα Εξάρχεια και την Ερμού μέχρι την Εύβοια, δυστυχώς όμως ουδεμία έχει επαληθευτεί μέχρι στιγμής.

 

Αυτό που καταρχάς προέχει είναι να βρεθεί σώα η 64χρονη «Δήμητρα της Λέσβου», όπως έγινε ευρύτερα γνωστή (κατά κόσμον, Δημήτρης Καλογιάννης)*. Πολλά και σοβαρά, όμως, είναι τα ερωτήματα για τις ευθύνες του περιβάλλοντός της και όλων όσοι συναίνεσαν στην «απαγωγή» και στον εγκλεισμό της, αντί στην παροχή μιας καταλληλότερης για την περίπτωσή της φροντίδας. Ευθύνες που δεν αφορούν μόνο συγγενείς και συντοπίτες αλλά και ένα κράτος πρόνοιας ανίκανο να προστατεύσει τέτοια άτομα, μια ολόκληρη κοινωνία απαίδευτη στον εναγκαλισμό της διαφορετικότητας. Κάτι ακόμα που ανέδειξε αυτή η θλιβερή ιστορία είναι η έλλειψη ενός καταφυγίου για ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα σε ανάγκη – μήπως είναι καιρός να δει η κοινότητα αυτό το ζήτημα πιο σοβαρά;

 

«Το ψυχιατρικό πλαίσιο μπορεί να είναι κόλαση για έναν άνθρωπο. Ειδικά για έναν τρανς άνθρωπο, μπορεί να είναι κόλαση επί δέκα. Όσες/-οι το ξέρουμε, όσες/-οι έχουμε συνοδεύσει εκεί ανθρώπους ή έχουμε κληθεί να τους υποστηρίξουμε μετά την εισαγωγή τους, ξέρουμε ότι ο πραγματικός αγώνας ξεκινά μετά την είσοδό τους στο τμήμα. Χρειάζεται γερό στομάχι, συνειδητή πρόθεση και εμπειρία για να πιέζεις συνεχώς το ενδονοσοκομειακό σύστημα, να ξέρουν ότι τους παρακολουθείς, ότι το άτομο που είναι μέσα έχει πλάτες, κοινότητα, όριο στη δυνάμει παραβιαστικότητα...»

 

Τα πρώτα χρόνια και η δυσφορία φύλου

«Όταν γεράσεις τι θα κάνεις, ποιος θα σε φροντίσει;» τη ρωτούσε η Τζέλη Χατζηδημητρίου στην ταινία-ντοκιμαντέρ Mr. Dimitris and Mrs. Dimitroula που γύρισε το 2017. «Δεν φοβάμαι το μέλλον, δεν έχω ούτε άγχος ούτε ανασφάλεια» αποκρινόταν. Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν καθόλου έτσι και μάλλον το ήξερε. Ζούσε ως εξωμότης, φίλους στο χωριό δεν είχε, τα άλλα της αδέλφια την είχαν ξεγράψει και ζούσαν έτσι κι αλλιώς μακριά, η σύνταξη που της είχε εξασφαλίσει η μητέρα της ίσα που έφτανε για να συντηρηθεί – ειδικά μετά το 2009, αφότου έχασε και τους δυο γονείς της, τους οποίους γηροκομούσε αγόγγυστα και χωρίς καμία βοήθεια από τα άλλα τους παιδιά, κατά τις μαρτυρίες. Μόνο τις γάτες της είχε αποκούμπι, ιδίως την αγαπημένη της Δημητρούλα του τίτλου της ταινίας, το αιλουροειδές της «alter egο».

 

Η ιστορία της ζωής της, όπως η ίδια την είχε επανειλημμένα αφηγηθεί, είναι για όσους την παρακολουθούσαν, λίγο-πολύ γνωστή. Γεννημένη το 1957 στη Σκάλα Συκαμιάς, ήταν ένα από τα έξι παιδιά μιας φτωχής, λαϊκής οικογένειας. Οι παππούδες, Μικρασιάτες πρόσφυγες, ο πατέρας ψαράς, η μάνα στο σπίτι, που με χίλια ζόρια απέκτησαν. Στα έντεκα χρόνια της την έστειλαν με τον μικρότερο αδελφό της στη γιαγιά τους στην Πτολεμαΐδα να τελειώσουν εκεί το σχολείο. Όμως έναν χρόνο μετά έβαλαν τα παιδιά στο οικοτροφείο, γιατί ούτε εκεί μπορούσαν να τα συντηρήσουν. Τα παράτησε στην Α’ Λυκείου για να επιστρέψει στη Σκάλα και να δουλέψει κοντά στον πατέρα της, καθώς έλεγε, αν και δεν την έπαιρναν ποτέ στη βάρκα.

 

689
To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Ο κύριος λόγος, ωστόσο, ήταν ότι η ασυμφωνία του βιολογικού με το κοινωνικό της φύλο γινόταν πλέον δυσβάστακτη: «Πάντα ήξερα ότι ήμουν ένα διαφορετικό παιδί, αλλά δεν φαινόταν η διαφορά, γιατί δεν είχα αρχίσει να ενδιαφέρομαι για το αντίθετο φύλο, που για εμένα ήταν τα αγόρια. Στα δεκαεφτά μου, πια, είπα στους δικούς μου ότι θέλω να κάνω εγχείρηση για να αλλάξω φύλο» έλεγε, μια επιθυμία που δεν κρυβόταν πια – ο ίδιος ο μικρότερος αδερφός της την αποκαλούσε κοροϊδευτικά «γυναίκα». Εκείνοι έγιναν έξαλλοι, πίστευαν ότι τρελάθηκε, την πήγαν σε γιατρούς, πίστευαν ότι θα την έστρωνε ο στρατός, όμως στην Αθήνα, όπου παρουσιάστηκε, την απέλυσαν σε λίγες μέρες λόγω «τρανσεξουαλισμού». Στην ιδιωτική κλινική «Μαρκομιχελάκειον» της γράφουν τέσσερα διαφορετικά ψυχοφάρμακα, τα οποία, καθώς αφηγούνταν, δεν ήθελε να λαμβάνει – για περίπου μια τριετία θα παραμείνει στην πρωτεύουσα, αλητεύοντας. Κοιμόταν, έλεγε, σε πάρκα, παγκάκια και στοές, ζώντας ουσιαστικά «από την καλοσύνη των ξένων».

 

Μην μπορώντας να ριζώσει πουθενά, επέστρεψε στον τόπο της που δεν εγκατέλειψε έκτοτε – ακόμα και στη Μυτιλήνη πολύ σπάνια κατέβαινε. Έζησε επί μακρόν με μόνη συντροφιά τη μάνα της, την οποία υπεραγαπούσε, όσο κι αν την καταπίεζε, και τον πατέρα της, που ναι μεν τον χαρακτήριζε απόμακρο, μέθυσο και άστατο, ούτε όμως για εκείνον είχε κακό λόγο, όπως για κανέναν. «Κάθε κύτταρό μου είναι γεμάτο αγάπη, θέλω όλος ο κόσμος να είναι ευτυχισμένος!» έλεγε στην Πάολα Ρεβενιώτη στο ντοκιμαντέρ της Η Πάολα συναντά τη Δήμητρα («Vice», 2017). Όλους τους δικαιολογούσε, αλλά σε μια άλλη αποστροφή ομολογούσε ότι δεν ήθελε κανέναν, ούτε καν τα αδέρφια της, γιατί κανείς ποτέ δεν της είχε σταθεί σε τίποτα, «μόνος μου τα πέρασα και τα ξεπέρασα όλα τα δύσκολα». Όσο για τα ψυχοφάρμακα, που, καθώς έλεγε, της βάζανε στο φαΐ κρυφά οι δικοί της για χρόνια, εθίζοντάς τη σε αυτά, μολονότι όταν το αντιλήφθηκε πειράχτηκε πολύ –«δεν θα το έκανα αυτό ούτε σε ζώο, θα σεβόμουν την ελευθερία του»‒, κακία πάλι δεν κρατούσε: «Ε, τους καταλάβαινα, ακόμα κι εγώ δυσκολευόμουν να αποδεχτώ τον εαυτό μου». Συμπλήρωνε, μάλιστα, ότι αν αποκτούσε παιδιά, θα τα μεγάλωνε «ανεξάρτητα κι ελεύθερα να διαλέξουν τα ίδια πώς θα ζήσουν».

Η Λέσβος στο παγκόσμιο προσκήνιο

Όταν πια έχασε και τη μητέρα της, η Δήμητρα ένιωσε επιτέλους ελεύθερη να εξερευνήσει τη θηλυκή της φύση. Άρχισε να παραγγέλνει και να φορά γυναικεία ρούχα, αρχικά μόνο στο σπίτι, ύστερα και έξω. Σε ρούχα, στολίδια και CD (από Μαρινέλλα και Πρωτοψάλτη μέχρι Μούσχουρη και Βίκυ Λέανδρος) ξόδευε το υστέρημά της. Μόνη της άλλη διασκέδαση οι μακρινοί περίπατοι και το κολύμπι σε ερημικές παραλίες. Για σεξ ή, έστω, απλό φλερτ ούτε λόγος – η ίδια αφηγούνταν πως μοναδικός της έρωτας, πέρα από μια πλατωνική σχέση στο σχολείο, ήταν ένας «αγριοτσόμπανος» της περιοχής που την περιτριγύριζε. Τον είδε, έλεγε στην Πάολα, «με τα μάτια της καρδιάς» γιατί «ήταν αυθεντικός» και συνευρέθηκαν μερικές φορές, είχαν περάσει όμως αρκετά χρόνια από τότε.

 

Η καταφρόνια και ο στιγματισμός καλά κρατούσαν, ώσπου, με το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης, το μικρό και άσημο ψαροχώρι της έγινε παγκόσμια γνωστό, όντας ο κυριότερος προορισμός για τα πλεούμενα των κυνηγημένων. Εκτός από πρόσφυγες, η Σκάλα Συκαμιάς γέμισε δημοσιογράφους, αλληλέγγυους, μέλη ΜΚΟ και ανθρωπιστικών οργανώσεων από πολλές χώρες. Η αποκάλυψη ότι μέσα σε όλον εκείνο τον χαμό και σε ένα τέτοιο μέρος κυκλοφορούσε μια φιγούρα απροσδιόριστου φύλου ντυμένη γυναικεία, με κόκκινα, κατά προτίμηση, φορέματα και μπότες, έκανε τη Δήμητρα viral. Πολλοί έσπευσαν να τη γνωρίσουν, να τη φωτογραφίσουν και να τη βιντεοσκοπήσουν, η ιστορία της μαθεύτηκε και διεθνοποιήθηκε, το θάρρος, η απλότητα, η καλοσύνη και η παιδική αθωότητα που διατηρούσε συγκινούσαν.

 

Το 2016 τη συναντά τυχαία και η σκηνοθέτιδα Τζέλη Χατζηδημητρίου. Λέσβια κι εκείνη, εντυπωσιάστηκε, λέει, βλέποντάς τη να χορεύει ελληνικά τραγούδια με ένα κόκκινο φόρεμα μπροστά στο σπίτι της, στη μέση του δρόμου, συντροφιά με τη γάτα της. Θυμάται πόσο γλύκανε το πρόσωπό της όταν της παίνεψε το φόρεμα, ήταν για εκείνη δείγμα αποδοχής και τρυφερότητας. Αφού γνωρίστηκαν, της είπε την ιδέα για το ντοκιμαντέρ, δέχτηκε, διατήρησαν σχέσεις και μετά το γύρισμα. Η Τζέλη τη νοιαζόταν και την επισκεπτόταν, λέει, τακτικά, «γνώριζα, βλέπεις, πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι διαφορετικός σε έναν μικρό τόπο». Παρότι, όμως, την παρακάλεσε θερμά να πάνε μαζί στην προβολή του ντοκιμαντέρ είτε στην Ερεσό, όπου θα μπορούσε κιόλας να κινηθεί πολύ πιο ελεύθερα, είτε στη Μυτιλήνη, στάθηκε αμετάπειστη. Επιπλέον, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο παραμελούσε τον εαυτό της και το κατάλυμά της, ενώ και η συμπεριφορά της εκτραχυνόταν. Οι μοναχικοί περίπατοι είχαν μεγαλώσει, έκανε πολλά χιλιόμετρα και χανόταν για ώρες ή και μέρες. Οι θρησκευτικές αναφορές –μίλαγε συχνά, ακόμα και στα ντοκιμαντέρ, για τον Χριστό, που αποκαλούσε «φίλο, αδελφό κι εραστή», ό,τι της έλειπε δηλαδή, το δε σπίτι της ήταν γεμάτο εικόνες– εντάθηκαν κι αυτές.

 

Μια βασική αιτία αυτής της εξέλιξης φαίνεται να είναι ότι, εκεί που αίφνης είχε γίνει μια κάποια διασημότητα, σχεδόν «αξιοθέατο», με ό,τι αυτό συνεπάγεται, κανείς δεν ασχολούνταν πια μαζί της, ούτε και με το χωριό, καθώς οι προσφυγικές ροές αφενός μειώνονταν, αφετέρου κατευθύνονταν πλέον και αλλού. Γεγονός που την αναστάτωσε, καθώς είχε «καλομάθει» και τώρα έπρεπε να επιστρέψει στην αφάνεια μαζί στο κοινωνικό περιθώριο όπου βρισκόταν, πιθανόν με ακόμα χειρότερους όρους, καθώς ούτε τα αδέλφια της ούτε και πολλοί συγχωριανοί συμμερίζονταν αυτό το «coming out». «Δεν του συγχωρούσαν που φερόταν ως ντίβα, ενώ τον είχαν πριν του κλότσου και του μπάτσου, ούτε και μπορούσε να γυρίσει στον παλιό του εαυτό» θα πει η Τζέλη. Να μετακομίσει, πάλι, αδύνατο – πώς και πού να πήγαινε;

 

Βία και εγκατάλειψη

Κερασάκι στην τούρτα, μια παρέα ανηλίκων που άρχισε να την παρενοχλεί τον περσινό χειμώνα, βρίσκοντας στο άτομό της τον ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο. Στις 28/12, η ιστοσελίδα stonisi.gr γράφει για ένα περιστατικό «απίστευτης βαρβαρότητας», για «μια ομάδα νέων παιδιών, αγοριών και κοριτσιών ακόμα και 12 έως 14 ετών, που με λογικές συμμορίας εισβάλλουν στο σπίτι του και επιδίδονται σε απρέπειες. Τις οποίες καταγράφουν με τα κινητά τους τηλέφωνα και μεταδίδουν στο διαδίκτυο». Δημοσιοποιεί, μάλιστα, ένα τέτοιο βίντεο με θολωμένα χαρακτηριστικά, «θέλοντας να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της ασκούμενης βίας σε βάρος ενός διαφορετικού και με ιδιαίτερες ανάγκες ανθρώπου. Γεγονότα που αποτελούν σοβαρές παραβάσεις του ποινικού κώδικα αλλά και των κανόνων ανθρωπιάς και συμβίωσης».

 

Η είδηση και το βίντεο γρήγορα αναπαράγονται, το δεύτερο θα κατέβει από το Ίντερνετ ύστερα από διαμαρτυρίες ακτιβιστών. Κάποιοι συγχωριανοί μιλάνε στο lesvosnews.gr για «πολύ οξυμμένες σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών»(!), ισχυρίζονται ότι η Δήμητρα τα καλούσε σπίτι της «για να διασκεδάσουν» –κάτι που, πάντως, καθόλου δεν συναγόταν από το εν λόγω βίντεο‒, επιμένουν ότι τα παιδιά αυτά, όπως και όλο το χωριό, «τον αγαπά και τον στηρίζει όσο κανείς», ενώ με αυτά που κάνει «οπουδήποτε αλλού θα τον ξεφώνιζαν», ότι «οι αλληλέγγυοι φταίνε που φούσκωσαν τα μυαλά αυτού του δύστυχου ανθρώπου με συνεντεύξεις και δημοσιότητα και μετά εξαφανίστηκαν».

 

Δικαιολογίες τόσο αβάσιμες, ώστε ο ίδιος ο συντάκτης του ρεπορτάζ να αναρωτιέται: «Αν πράγματι τον αγαπάνε τον Δημήτρη τα παιδιά, γιατί τον γελοιοποιούν, γιατί δεν τον φροντίζουν; Αν έχει τόσους ανθρώπους που τον νοιάζονται στο χωριό, πώς γίνεται να καταρρέει το σπίτι του, να μην έχει κανέναν δίπλα του ούτε στις γιορτές;». Διότι, βέβαια, κανείς δεν εξήγησε γιατί τον είχε απομονώσει το χωριό πολύ προτού ενσκήψει η «μάστιγα» των αλληλέγγυων. Γιατί ούτε στο καφενείο δεν πατούσε, γιατί οι ίδιοι οι συγγενείς αδιαφορούσαν πλήρως, παρότι εκείνη, καθώς έλεγε, τους επισκεπτόταν παλιότερα και τους έκανε και δώρα; Αν κάτι τους ένοιαζε ήταν να της πάρουν το σπίτι, ισχυριζόταν. Ο μεγάλος αδελφός της βγαίνει στον ΑΝΤ1, λέγοντας ανερυθρίαστα ότι «εδώ και χρόνια δεν έπαιρνε τα φάρμακά του, φώναζε στα μαγαζιά και τραγουδούσε δυνατά… εδώ στο χωριό δεν τον θέλει κανένας έτσι όπως είναι».

Η εξαφάνιση και τα αναπάντητα ερωτήματα

Το επεισόδιο λαμβάνει διαστάσεις, πολλοί άνθρωποι ευαισθητοποιούνται, κανείς όμως δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά. Η Δήμητρα δεν έχει καν τηλέφωνο. Κάπου τότε ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Οι συγγενείς αποφασίζουν να την κλείσουν σε ίδρυμα. Όσο γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν είχε ξεκαθαριστεί ακόμα –δεν ανοίγουν εύκολα τα στόματα σε τέτοιες περιπτώσεις‒ πότε ακριβώς βγήκε η εισαγγελική εντολή και μεταφέρθηκε με αστυνομική συνοδεία στο ψυχιατρικό τμήμα του Νοσοκομείου της Μυτιλήνης ούτε πότε ακριβώς μετήχθη στο Δρομοκαΐτειο και με τι διάγνωση. Από τη διεύθυνση, πάντως, υποστηρίζουν ότι η φαρμακευτική αγωγή που της χορήγησαν είχε πολύ καλά αποτελέσματα, ότι ο άνθρωπος «είχε ηρεμήσει» και η βελτίωση ήταν τέτοια, ώστε λίγο πριν από την εξαφάνιση ήταν να τον πάνε σε εξωτερική δομή. Είπαν ότι, όταν διαπίστωσαν πως είχε φύγει, ειδοποίησαν αμέσως τους οικείους της και την αστυνομία, είπαν ακόμα ότι η ίδια η Δήμητρα το μόνο που επιθυμούσε ήταν να επιστρέψει σπίτι της, εκεί όπου, παρά τις αντιξοότητες, ένιωθε απόλυτα ελεύθερη.

 

«Το ψυχιατρικό πλαίσιο μπορεί να είναι κόλαση για έναν άνθρωπο. Ειδικά για έναν τρανς άνθρωπο, μπορεί να είναι κόλαση επί δέκα. Όσες/-οι το ξέρουμε, όσες/-οι έχουμε συνοδεύσει εκεί ανθρώπους ή έχουμε κληθεί να τους υποστηρίξουμε μετά την εισαγωγή τους, ξέρουμε ότι ο πραγματικός αγώνας ξεκινά μετά την είσοδό τους στο τμήμα. Χρειάζεται γερό στομάχι, συνειδητή πρόθεση και εμπειρία για να πιέζεις συνεχώς το ενδονοσοκομειακό σύστημα, να ξέρουν ότι τους παρακολουθείς, ότι το άτομο που είναι μέσα έχει πλάτες, κοινότητα, όριο στη δυνάμει παραβιαστικότητα... Χρειάζεται να κάνεις επίκληση στη νομοθεσία, μετά να απειλείς, μετά να ξαναγίνεσαι ήρεμη/-ος, να χειρίζεσαι, να βρίσκεις γνωστούς συναδέλφους που έχουν κάποιον άλλο γνωστό μέσα στο τμήμα, να βρίσκεις τρόπους να ξεγλιστράς από την παραβιαστικότητα ενός δυνάμει εγκληματικού συστήματος» λέει η Έλενα-Όλγα Χρηστίδη, ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια, διδάσκουσα στο Πάντειο και επιστημονική συνυπεύθυνη του Orlando lgbt+. Θα αναφερθεί, επιπλέον, στο «τρανσφοβικό και ψυχιατρικοφοβικό» κοινωνικό πλαίσιο, στο bullying, σε ανεπαρκείς έως ανύπαρκτες ψυχιατρικές υπηρεσίες, στην έστω καλοπροαίρετη εργαλειοποίηση τέτοιων ανθρώπων ακόμα και από ένα κομμάτι της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, θα συμφωνήσουμε στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός «rainbow» καταφυγίου με τις δέουσες προδιαγραφές.

 

UPDATE: Η τελευταία πληροφορία σχετικά με την υπόθεση δυστυχώς δεν είναι θετική: Ο διοικητής του Silver Alert, Γεράσιμος Κουρούκλης, μιλώντας χθες στην τηλεοπτική εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», ανέφερε ότι υπάρχει πιθανότητα η Δήμητρα να είναι νεκρή μετά από τροχαίο με εγκατάλειψη του θύματος, που έγινε πριν από δύο μήνες. Η ημερομηνία του τροχαίου ταιριάζει με την ημερομηνία εξαφάνισης της Δήμητρας από το Δρομοκαΐτειο.

 

Καθώς αναμένουμε τα αποτελέσματα της εξέτασης DNA, ας έχουμε τα μάτια, τα αυτιά και τις κεραίες μας σε εγρήγορση για την εξαφανισμένη Δήμητρα. Γιατί τόσο σε εκείνη όσο και σε όποιο άλλο άτομο βρέθηκε, βρίσκεται ή θα βρεθεί στη θέση αυτή αξίζει ένα ουσιαστικότερο νοιάξιμο, μια καλύτερη προοπτική, μια θερμότερη αγκαλιά.

 

* Ο άνθρωπος άκουγε στο Δημήτρης-Δημητράκης, όπως συνήθως συστηνόταν, άκουγε και στο Δήμητρα-Δημητρούλα, αν και συχνά του τα απηύθυναν ειρωνικά. Δήλωνε κιόλας ότι δεν τον νοιάζει, αφού «το ρόδο, όπως και να το πεις, είναι ρόδο». Με βάση τα θέλω της, είναι βέβαια ευνόητο ότι αν ολοκλήρωνε τον επαναπροσδιορισμό φύλου που πάντα επιθυμούσε, θα κρατούσε τη θηλυκή ονομασία με την οποία έγινε και ευρύτερα γνωστή, εύλογα προτιμήθηκε λοιπόν αυτή η εκδοχή. Διατηρήθηκε, όμως, και το αρσενικό γένος σε κάποια σημεία, όπου είτε αυτό χρησιμοποιούνταν συναινετικά είτε έτσι αναφερόταν.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr