Τα ξημερώματα της 18ης Δεκεμβρίου, τα κανάλια είχαν συγκεντρωθεί στο Κουκάκι πριν φτάσει η αστυνομία.

 

Λίγο αργότερα, η ΕΛΑΣ προέβη σε live αναμετάδοση, σε επιχείρηση εκκένωσης της κατάληψης στην οδό Ματρόζου, στο Νο 45. Όμως λίγες ώρες αργότερα, η προσοχή είχε στραφεί στην έφοδο αστυνομικών στο σπίτι του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ, στο διπλανό ακριβώς σπίτι, στο Νο47, με τις φωτογραφίες του ίδιου δεμένου πισθάγκωνα στην ταράτσα να προκαλούν σωρεία επικριτικών σχολίων για τους χειρισμούς της αστυνομίας.

 

Εκτός από τον γνωστό σκηνοθέτη, στο σπίτι μένουν οι δύο γιοι του, που επίσης συνελήφθησαν ,και η σύζυγός του Έρση Σπαριώτη. Σε σημερινή συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» και την δημοσιογράφο Μαρία Κατσουνάκη, ο κ. Ινδαρές περιγράφει όσα συνέβησαν τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας, κατηγορώντας την ΕΛ.ΑΣ για αναίτια σύλληψη και απόπειρα συγκάλυψης. 

 

«Η διερεύνηση του πώς διέφυγαν οι καταληψίες είναι δουλειά της αστυνομίας, που όμως περιορίστηκε, όπως φαίνεται, στη δική μας αναίτια και βιαστική σύλληψη, αντί να προχωρήσει στην εξονυχιστική έρευνα του άλλου όμορου ακινήτου, μιας επταώροφης πολυκατοικίας με 40 κουδούνια», λέει ο σκηνοθέτης. «Ο ακάλυπτος της κατάληψης εφάπτεται με τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας σε δύο τουλάχιστον επίπεδα, αθέατα από τους γύρω δρόμους, προσφέροντας επιλογές διαφυγής και αναμονής μέχρι να περάσει η "μπόρα" [...] Φαντάζεται κανείς πως μια σωστή επιχείρηση λαμβάνει υπόψη αυτές τις παραμέτρους».

 

Όπως λέει τα παιδιά του δεν είχαν καμία σχέση με την κατάληψη και, από την αρχή της επέμβασης και καθ' όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων της αστυνομίας με τα άτομα της κατάληψης, οι γιοι του βρίσκονταν στο μπαλκόνι του σπιτιού και παρακολουθούσαν από εκεί τα γεγονότα, όπως οι υπόλοιποι γείτονες.

 

Σε ερώτηση της εφημερίδας γιατί «αρνήθηκε στην αστυνομία να κάνει τη δουλειά της», απαντά πως δεν συνέβη κάτι τέτοιο: «Δεν αρνήθηκα. Υπήρχε ένα σκηνικό μάχης, με πυροβολισμούς, φωνές, πτώσεις αντικειμένων. Μου χτυπάει το κουδούνι ένας άνθρωπος λουσμένος με μπογιές, εκτός εαυτού. Με κρυμμένα χαρακτηριστικά, χωρίς διακριτικά ή κάποιο στοιχείο ταυτότητας. Του έκανα την ερώτηση που θα έκανε κάθε ενεργός πολίτης: αν υπάρχει εισαγγελέας ή κάποια νόμιμη άδεια. Έκανε μεταβολή και έφυγε. Αν υπήρχε εισαγγελέας, θα ήταν περιττός κάθε διάλογος [...] Θα ρωτούσα όποιον μου χτυπούσε την πόρτα για να μπει στο σπίτι μου αν υπάρχει εισαγγελική εντολή. Περιμένοντας να ακούσω το «ναι», να συμπεριφέρεται με συνέπεια σε αυτά που προβλέπουν ο νόμος και το Σύνταγμα. Όταν ήρθε ο εισαγγελέας, ανοίξαμε και ερεύνησαν το σπίτι.».

 

«Το ερώτημά σας, λοιπόν, θα έπρεπε να απευθύνεται στις αρχές. Γιατί η αστυνομία χτύπησε την πόρτα και ζήτησε να περάσει μέσα από το σπίτι μου χωρίς να έχει φροντίσει να έχει στα χέρια της όλα τα απαραίτητα νομικά εχέγγυα, ως όφειλε;»

 

Ο ίδιος καταγγέλλει πως η αστυνομία συμπεριφέρθηκε βάναυσα και εκδικητικά εναντίον τους, επειδή ακριβώς απέτυχε να συλλάβει εκείνους που κυνηγούσε.

 

Σας κατηγόρησαν ότι προσπαθήσατε να αφαιρέσετε το όπλο του αστυνομικού.

«Από πολύ νωρίς η αστυνομία άρχισε να διαδίδει διάφορα για να συγκαλύψει την αποτυχία της. Αυτό ειδικά δεν υπάρχει ούτε στο κατηγορητήριο. Οπως επίσης εξόφθαλμα ψευδής είναι και ο ισχυρισμός ότι τα παιδιά μας ήταν στην κατάληψη και έφυγαν από τη μια ταράτσα στην άλλη, ενώ οι άνδρες των EKAM τα καταδίωκαν [...] Την ώρα που από το κτίριο της κατάληψης έπεφταν τούβλα, μπογιές και πυροσβεστήρες, βρίσκονταν και τα δύο συνεχώς στο μπαλκόνι μας, σε κοινή θέα. Τα βίντεο, οι φωτογραφίες, οι μαρτυρίες ήταν διαθέσιμα από την αρχή. Ενώ από την πλευρά της αστυνομίας κάπου χάθηκε το drone που επόπτευε την επιχείρηση». 


«Όταν όμως η αστυνομία βρίσκεται να πολεμάει το δίκιο με ψευδείς κατηγορίες, είναι κάτι που χρειάζεται να μας προβληματίσει πολύ σοβαρά. Η δημοκρατία μπορεί να μην κινδυνεύει από τέτοιου είδους περιστατικά, χρειάζεται όμως συνεχώς επαναβεβαίωση. Και ειδικά τέτοιες κρίσιμες στιγμές ίσως να το χρειάζεται περισσότερο από κάποιες άλλες».

 

Σε ερώτηση για την γειτονική σχέση του με τους καταληψίες απαντά: «Από το 1983 μένουμε εδώ [...] Το 2017 γίνεται η κατάληψη της διπλανής μονοκατοικίας με μια εντυπωσιακού όγκου επιχείρηση, οργανωμένη, μέχρι κάδοι για τα μπάζα υπήρχαν. Ήρθαμε σε επικοινωνία με τον Ευαγγελισμό, που είναι ο ιδιοκτήτης, ρωτώντας τους αν γνωρίζουν τι συμβαίνει, μιλήσαμε και με την Αστυνομία, η οποία μας είπε ότι δεν είναι δική της δουλειά, αλλά της Ασφάλειας, της οποίας οι ενέργειες τελούν υπό καθεστώς μυστικότητας. Στη γειτνίασή μας με τους καταληψίες βάλαμε κάποιες κόκκινες γραμμές, τις οποίες σεβάστηκαν: να μη γράψουν στους τοίχους μας, να μη χρησιμοποιούν την ταράτσα μας ή οποιονδήποτε ιδιωτικό μας χώρο. Απ' ό,τι γνωρίζουμε, τις τήρησαν».

 

Σε βίντεο από την σύλληψή του, στην ταράτσα του ίδιου του σπιτιού, ο κ. Ινδαρές ακουγόταν να λέει εκείνο το πρωινό: «Το δέσιμο είναι ταπείνωση, γιατί κάνεις δεν σας έχει αντισταθεί. Είναι ταπείνωση. Λύστε με γιατί δεν μπορώ άλλο. Αμέσως. Η φυσική κατάσταση είναι να είμαστε ελεύθεροι και να μην υπακούμε σε κανένα μίσος. Κανενός αναρχικού. Σαν αναρχικοί συμπεριφέρεστε. Σαν αναρχικοί συμπεριφέρεστε. Που καίνε τα μαγαζιά έτσι από καπρίτσιο. Από ιδεοληψία. Αυτό που κάνετε είναι χειρότερο. Γιατί μας έχετε δεμένους; Δεν σας αντιστέκεται κανείς»

 

Τώρα λέει για εκείνη την στιγμή, που μίλησε με διαύγεια παρότι δεμένος πισθάγκωνα μέσα στο ίδιο του το σπίτι: «Αυτό είναι το δικό μου ένστικτο αυτοσυντήρησης: ο λόγος. Δεν είναι το ξύλο και οι πέτρες, ούτε οι άναρθρες κραυγές και ύβρεις. Θα μπορούσα να μιλάω μέχρι να πεθάνω για να κρατήσω τη βία μακριά απ' τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου».

 

Πηγή εφημερίδα «Καθημερινή»