Τις πρώτες θέσεις στο κάπνισμα και στην παιδική παχυσαρκία καταλαμβάνει η Ελλάδα στην Ε.Ε., ενώ η επιφυλακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό αποτελεί «μείζονα απειλή για τη δημόσια υγεία» σε ολόκληρη την Ευρώπη.

 

Σύμφωνα με έκθεση για την κατάσταση της υγείας στην Ε.Ε, παρόλο που οι ενήλικες Έλληνες καπνιστές έχουν μειωθεί από το 2000, το 27% παραμένει να καπνίζει καθημερινά, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία.  Στους έφηβους 15-16 ετών μόνο ένας στους πέντε δήλωσε ότι έχει καπνίσει τον προηγούμενο μήνα, ποσοστό χαμηλότερο από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση εφηβικής παχυσαρκίας, ακολουθώντας τη Μάλτα.

 

Τα αγόρια είναι πιο υπέρβαρα και παχύσαρκα από τα κορίτσια, ενώ 17% των ενηλίκων είναι επίσης παχύσαρκοι στη χώρα. Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στις χώρες της Μεσογείου με την Ιταλία να καταγράφει ποσοστό 11% και την Κύπρο 14%. Σύμφωνα με την έκθεση, το μεγάλο ποσοστό της παχυσαρκίας οφείλεται στη φτωχή διατροφή και μικρή φυσική δραστηριότητα.

 

Την ίδια ώρα, μόλις το 50% των Ελλήνων δήλωσαν ότι τρώνε φρούτα μέσα στην ημέρα και μόνο το 60% λαχανικά, από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε., ενώ μόλις ένας στους εννιά έφηβους δήλωσε ότι κάνει κάποιο είδος μέτριας άσκησης κάθε μέρα. Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα βρίσκεται στα 81,4 χρόνια το 2017, μισό έτος υψηλότερο από τον μέσον όρο της Ε.Ε. .

 

Οι βασικές αιτίες θανάτου στην Ελλάδα είναι το εγκεφαλικό και ισχαιμική καρδιοπάθεια, ενώ ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η πρώτη αιτία θανάτου από καρκίνο. Μάλιστα, παρατηρείται αύξηση θνησιμότητας από καρκίνο του παγκρέατος και του παχέος εντέρου από το 2000.

 

Σύμφωνα με την έκθεση, η οικονομική κρίση είχε αισθητή επίδραση στην υγεία του ελληνικού πληθυσμού και κυρίως στην ψυχική υγεία. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά αυτοκτονίας και κατάθλιψης έχουν επιδεινωθεί.

 

Αν και η Ελλάδα παραμένει να έχει πολύ χαμηλό ποσοστό αυτοκτονιών στην Ε.Ε., τα ποσοστά έχουν αυξηθεί κατά 30% και καταγράφηκε αύξηση των σοβαρών συμπτωμάτων κατάθλιψης στον γενικό πληθυσμό, από 3,3% το 2008 σε 12,3% το 2013.

 

Με πληροφορίες από Καθημερινή