Σημαντική ύφεση για την ελληνική οικονομία, που μπορεί να φθάσει και στα επίπεδα του 2011 και του 2012 προβλέπει σχετική μελέτη που διεξήχθη από το Οικονομικό Επιμελητήριο

 

Συγκεκριμένα, η μελέτη, την οποία υπογράφουν δεκατρείς ακαδημαϊκοί, κάνει λόγο για μία «κρίση με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά και απρόβλεπτες επιπτώσεις», που προκάλεσε «ταυτόχρονα τη ζήτηση και την προσφορά της οικονομίας, προκαλώντας έτσι κάθετη πτώση της κατανάλωσης, των εξαγωγών, των επενδύσεων και τέλος της συνολικής ζήτησης».

 

Πιο ευάλωτη η ελληνική οικονομία στην κρίση 

 

Σύμφωνα με την μελέτη, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, τέσσερα χαρακτηριστικά καθιστούν την ελληνική οικονομία την πιο ευάλωτη στην κρίση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες: «το σημαντικό ποσοστό των μικρών επιχειρήσεων, το μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού που μπορεί να εργασθεί με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, το υψηλό ποσοστό της συνεισφοράς στο ΑΕΠ του τομέα των υπηρεσιών που επηρεάζονται από την κρίση και τέλος από τα περιορισμένα δημοσιονομικά μέσα για την αντιμετώπιση της κρίσης».

 

Όπως αναφέρει το Οικονομικό Επιμελητήριο «η μείωση στην ελληνική οικονομία θα είναι σημαντική προσεγγίζοντας τα επίπεδα της ύφεσης του 2011 και 2012 και επιπρόσθετα η πλειονότητα των ευεργετικών μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης εξαρτώνται άμεσα από τις αποφάσεις και τις πολιτικές της ΕΕ και όχι από εγχώριες πολιτικές». 

 

«Γίνεται εύκολα κατανοητό», αναφέρεται παρακάτω «ότι η ανάκαμψη της επόμενης χρονιάς του 2021 θα εξαρτηθεί
από τον τρόπο αντίδρασης κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι δε θα είναι αυτονόητη η επιστροφή στην ανάπτυξη το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη των περιοριστικών μέτρων». 

 

Σύμφωνα με την μελέτη «η επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης θα είναι μια επίμονη διαδικασία».

 

Δυσκολία για τον προσδιορισμό της διάρκειας της κρίσης 

 

«Για τη χρονική διάρκεια της κρίσης υπάρχει μια εγγενής δυσκολία να γίνει μια ασφαλής πρόβλεψη. Από τις λίγες οικονομικές αναλύσεις που υπάρχουν φαίνεται ότι οι οικονομίες ανακάμπτουν γρηγορότερα μετά τους πολέμους (ένα με δύο έτη) και με αργότερους ρυθμούς μετά τις πανδημίες. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η αντιμετώπιση της κρίσης θα χρειαστεί την επανασχεδίαση πολιτικών και τη χρήση μέτρων από τις κυβερνήσεις που χρησιμοποιήθηκαν αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» αναφέρει η έρευνα. 

 

«Η αντιμετώπιση της κρίσης εντός του πλαισίου προηγούμενων δεκαετιών της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η πρόωρη απόσυρση των υποστηρικτικών μέτρων θα έχει ως βέβαιο αποτέλεσμα τη μακροχρόνια ύφεση», προσθέτει. 

 

Το πλήγμα στις επιχειρήσεις


Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το σημαντικότερο παραγωγικό ιστό της εγχώριας οικονομίας αφού δημιουργούν το 63,6% της προστιθέμενης αξίας και προσφέρουν το 85,2% σε όρους απασχόλησης, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της Ε.Ε. (ποσοστά 56,8% και 66,4% αντίστοιχα, στοιχεία 2018). Ακόμα μεγαλύτερος είναι ο ρόλος των πολύ μικρών επιχειρήσεων (0 – 9 εργαζόμενοι) στην Ελληνική οικονομία παρέχοντας σχεδόν 6 στις 10 θέσεις εργασίας, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. που το αντίστοιχο μέγεθος είναι 3 από τις 10 θέσεις εργασίας.

 

Στον απόηχο της πρόσφατης Έκθεσης της Κομισιόν, που επεσήμανε ότι η ύφεση θα πλήξει πιο έντονα την Ελλάδα και λόγω του μεγάλου αριθμού των ευάλωτων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η μελέτη του Οικονομικού Επιμελητηρίου σημειώνει ότι αν και οι επιπτώσεις δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθούν, η πτώση στη δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερη, αντανακλώντας τις συνέπειες των lockdown και της κοινωνικής απόστασης, ειδικά στις αστικές περιοχές

 

Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ η απώλεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπορεί να φτάσει το 50% σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια κατάρρευση τέτοιου μεγέθους των ΜμΕ, οι οποίες αποτελούν τον κορμό της απασχόλησης στη χώρα μας, θα έχει ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στην εθνική οικονομία, τις προοπτικές ανάπτυξης, την εργασία, τις προσδοκίες των ξένων επενδυτών, ακόμη και το χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος ενδέχεται να τεθεί υπό νέα πίεση από την εμφάνιση μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων.

 

Η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των ΜμΕ θα έχει συστημικές επιπτώσεις στην οικονομία αλλά και στον τραπεζικό τομέα στο σύνολό του.

Απασχόληση

 

Το πώς θα εξελιχθεί η οικονομική δραστηριότητα από το φθινόπωρο και μετά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο θα έχουν βρεθεί φάρμακα για τον κορωνοϊό και θα μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικές θεραπείες.

 

Αν αυτό δεν είναι εφικτό άμεσα τους επόμενους μήνες, η οικονομική δραστηριότητα το χειμώνα θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα λόγω των περιορισμών που θα ισχύουν για τον αριθμό των πελατών στο χώρο της επιχείρησης. Ο αριθμός των απολυμένων από επιχειρήσεις κλάδων που η δραστηριότητά τους πλήττεται λόγω των νέων συνθηκών θα έχει ως αποτέλεσμα τη συνολική μείωση του εθνικού εισοδήματος και κατ΄ επέκταση μείωση της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες και της αντίστοιχης προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών.

 

Σύμφωνα με την έρευνα «διαφαίνεται να υπάρχει ένας φαύλος κύκλος οικονομικής δραστηριότητας – απασχόλησης – εισοδήματος – ζήτησης – οικονομικής δραστηριότητας».

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την έρευνα του ΟΕΕ εδώ