Χωρίς απόφαση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους κατέληξε η σημερινή συνάντηση του Washington group στο Μπάρι της Ιταλίας, στο πλαίσιο του G7 των υπουργών Οικονομικών.

 

Η βασική διαφορά παρέμεινε, όπως αναμενόταν, ανάμεσα στην Γερμανία και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο. Όπως μεταδίδει η «Καθημερινή» η Κριστίν Λαγκάρντ που συμμετείχε στη συνάντηση τόνιζε την ανάγκη για πολύ ρεαλιστικές προβλέψεις για την ελληνική οικονομία αναφέροντας ότι το ελληνικό πρόγραμμα θα ήταν πιο αξιόπιστο αν τα νούμερα ήταν πιο "προσεκτικά" ενώ ο Γερμανός Υπουργός οικονομικών τόνιζε ακριβώς το αντίθετο, ότι οι προβλέψεις θα πρέπει να είναι θετικές έτσι ώστε το ελληνικό πρόγραμμα να είναι αξιόπιστο. Με λίγα λόγια, η βασική διαφορά στα δύο παραπάνω επιχειρήματα είναι ότι η κ. Λαγκάρντ ζητάει περισσότερη ελάφρυνση χρέους από την πλευρά της καθώς όσο πιο "ρεαλιστικές" δηλαδή δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ελάφρυνση χρέους που θα χρειαστεί ενώ το αντίθετο ισχύει με την άποψη του κ. Σόιμπλε.

 

Συγχρόνως ενώ αναμενόταν τουλάχιστον μια απόφαση για το δημοσιονομικό μονοπάτι που θα ακολουθήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια μετά την λήξη του προγράμματος, (δηλαδή το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων) κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό καθώς όπως λέει άλλος ευρωπαίος στην "Κ" "τίποτα δεν θα συμφωνηθεί πριν συμφωνηθούνε όλα." Αυτό που όμως έγινε ξεκάθαρο είναι πως η Γερμανική πλευρά δεν αναμένει πλέον από την Ελλάδα επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για 10 χρόνια μετά την λήξη του προγράμματος όπως ήταν η επίσημη της θέση στο παρελθόν αλλά μέχρι το 2022. Από εκεί και πέρα σύμφωνα με καλά πληροφορημένη πηγή η Ε. Επιτροπή δουλεύει μία φόρμουλα βασισμένη στους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης των χωρών της Ευρωζώνης και σύμφωνα με ένα προσχέδιο που ετοιμάζει τα πρωτογενή πλεονάσματα της Ελλάδας αναμένονται να κυμαίνονται από 2% - 2,6% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

 

πηγή: Kathimerini.gr