ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΒΡΑΔΙΑ σε κλαμπ είναι αυτή από την οποία δεν θυμάσαι απολύτως τίποτα. Ισχύει. Υπάρχουν βραδιές θρυλικές, που η απόδειξη ότι τις έζησες είναι πλέον ένα τσαλακωμένο εισιτήριο, ένα σκισμένο μπλουζάκι ή ένα leaflet με το όνομα των DJs (κάποτε τα leaflets ήταν ολόκληρη τέχνη που χάθηκε μαζί με το clubbing). Υπήρχαν νύχτες ξέφρενες, που ξεκίναγαν νωρίς το βράδυ και τελείωναν αργά το πρωί, ίσως και το μεσημέρι της επόμενης μέρας, νύχτες που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, τότε που γυρνάγαμε στο σπίτι με ένα κενό στη μνήμη – το οποίο με τα χρόνια έγινε μια τρύπα που μας κατάπιε. Γι' αυτό και δεν είναι καθόλου εύκολο να γράψεις γι' αυτές.

 

Στην κατάσταση που ζούμε τους τελευταίους μήνες, με τη διασκέδαση όπως την ξέραμε να ανήκει (οριστικά;) στο παρελθόν, με τα μαγαζιά κλειστά, με τον αόριστο φόβο ότι ίσως να μην ξαναζήσουμε ποτέ με τον ίδιο τρόπο –μια νύχτα σε έναν χώρο με πολλά άτομα, όπου θα μπορούμε να αγκαλιάσουμε τους φίλους μας, να τους φιλήσουμε, να αισθανθούμε τον ατμό από τον ιδρώτα των διπλανών χωρίς τρόμο, χωρίς μάσκες–, η αναπόληση είναι το μόνο που απομένει. Δεν είναι καλό να αναπολείς, σημαίνει ότι δεν ζεις το παρόν, ζεις σε μια εποχή όπου τίποτα δεν συμβαίνει, όμως, η προσπάθεια να ανασύρεις μνήμες είναι μια προσωρινή διέξοδος. Για όσους τις έχουν. Τα νέα παιδιά θα τον βρουν τον τρόπο τους.


Η 3η Μαΐου 2010 ήταν η τελευταία μεγάλη νύχτα που θυμάμαι στην Αθήνα. Ήταν τότε που το Bios τιμούσε το μότο του –exploring urban culture– με πρωτοποριακά events που συγκέντρωναν ένα κοινό ετερόκλητο, το οποίο πήγαινε με όρεξη να δει πραγματικά καινούργια πράγματα. Όπως ο Flying Lotus, ένας ουρανοκατέβατος, τότε, μουσικός που εκπροσωπούσε τον νέο χιπ-χοπ ήχο, με φουτουριστικά beats και τζαζ επιρροές. Είχε κυκλοφορήσει το «Los Angeles», που είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες, και ετοιμαζόταν να βγάλει το «Cosmogramma», το άλμπουμ που τον καθιέρωσε. Εκείνη η βραδιά είχε και King Midas Sound και The Bug και Jamie Vex'd, ένα line-up ανεπανάληπτο, γιατί ήταν όλοι τους κορυφαία ονόματα εκείνη τη στιγμή.

 

Θυμάμαι ότι το κοινό γύρω μου είχε παραδοθεί στους ρυθμούς και χόρευε σαστισμένο, ίσως γιατί κανείς δεν περίμενε αυτό που ζήσαμε.


Η εμφάνιση του Flying Lotus ήταν κάτι απρόσμενο, γιατί, ενώ περιμέναμε να παίξει τα «μπλιμπλίκια» που είχαμε συνηθίσει στον δίσκο και αναρωτιόμασταν πώς θα τα μεταφέρει χωρίς να βαρεθούμε, βγήκε και σάρωσε. Έκανε στην ουσία κάτι μεταξύ live και DJ set, με το ραπ προηχογραφημένο, και ενώ ξεκίνησε ένα set βασισμένο στα breaks του και στην πειραγμένη ρυθμολογία του χιπ-χοπ, ξαφνικά ήταν λες και κατέβηκε ένα διαστημόπλοιο και μας πήρε όλους και μας σήκωσε. Έκανε κάτι μοναδικό, με όλα τα ηλεκτρονικά ιδιώματα να μπλέκονται σε ένα μείγμα που δεν ήξερες πού θα σε πάει. Ήταν τόσο έντονο, που έχανες τον κόσμο δίπλα σου.

 

Τα κομμάτια του «Los Angeles», που περνούσαν ως αποσπάσματα, σχεδόν αγνώριστα μέσα από τα γρήγορα bpm, όπως και το σαμπλαρισμένο «Idioteque» των Radiohead ή τα νέα κομμάτια του, που δεν ήξερε κανείς, αλλά ήταν αδύνατο να μη σε ξεσηκώσουν, ξεπερνούσαν τα είδη και τις κατηγορίες, ήταν απλώς φουτουριστική χορευτική μουσική που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στη σωστή στιγμή, γιατί μετά τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Άλλαξε και η μουσική, άλλαξε και ο Flying Lotus, αλλάξαμε κι εμείς, γιατί μετά το «Cosmogramma» μπήκαμε βαθιά στην κρίση.


Θυμάμαι ότι το κοινό γύρω μου είχε παραδοθεί στους ρυθμούς και χόρευε σαστισμένο, ίσως γιατί κανείς δεν περίμενε αυτό που ζήσαμε. Ήταν μια βραδιά με διονυσιακή έξαψη, από αυτές που είναι αδύνατον να θυμηθείς με λεπτομέρεια. Ήταν η καλύτερη βραδιά που έζησα ποτέ στο Bios.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr